Image

«…Ίσως τρέλα μπορεί να είναι, το να εγκαταλείπουμε τα όνειρά μας. Να γινόμαστε πρακτικοί, νομίζοντας ότι μπορούμε να δούμε την «πραγματικότητα». Ίσως αυτό να είναι τρέλα. Να ψάχνουμε θησαυρούς εκεί που σωρεύονται σκουπίδια. Ίσως η πολλή λογική να είναι τρέλα. Και τι μεγαλύτερη τρέλα απ’ όλες, να βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι.»

[Don Miguel de Cervantes y Saavedra, Δον Κιχώτης-απόσπασμα || S. Dali, Don Quixote ]

[Ευχαριστώ: http://lifewithingme.blogspot.gr/2009/09/blog-post_20.html ]

Advertisements

Τι είναι αυτό που το λέμε Ευτυχία;

Image

Όποιος χρησιμοποιεί συχνά σελίδες κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, twitter, κλπ) θα έχει παρατηρήσει πόσες εικόνες, συμβουλές και άρθρα αναρτώνται καθημερινά σχετικά με την ευτυχία. Σε όλα αυτά η προτροπή είναι πάντα η ίδια: «να είσαι ευτυχισμένος». Αλλά και έξω από τον χώρο του internet, στην απλή καθημερινότητά μας, ο πολιτισμός και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας προτρέπουν διαρκώς, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να χαμογελάμε, να μην εκφράζουμε δυσάρεστα συναισθήματα, να είμαστε αισιόδοξοι, θετικοί, χαρούμενοι.  Εύλογα σκέφτεται κανείς πώς είναι δυνατόν, με τις συνθήκες που βιώνουμε σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, να είναι κανείς ευτυχισμένος ή τουλάχιστον χαρούμενος και αισιόδοξος. Πριν σπεύσουμε να απαξιώσουμε όλες αυτές τις προτροπές, αξίζει να κάνουμε μία παύση και να αναρωτηθούμε, τι είναι τελικά ευτυχία; Τι σημαίνει να είσαι ευτυχισμένος; Έχει η ευτυχία κάποια χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από άλλες, συναφείς έννοιες, όπως για παράδειγμα η χαρά; Και τελικά, τι μας προσφέρει το να είμαστε ευτυχισμένοι;

Η έννοια της ευτυχίας μελετάται αιώνες τώρα από φιλοσόφους, ψυχολόγους και καλλιτέχνες, τόσο στον Δυτικό κόσμο όσο και στην Ανατολή. Για τον Αριστοτέλη ευτυχής είναι ο αυτάρκης, ενώ ο Δαλάι Λάμα υποστήριξε πως η ευτυχία βρίσκεται στις σχέσεις μας με τους άλλους. Άλλοι φιλόσοφοι και στοχαστές, περιέγραψαν την ευτυχία σε σχέση με το αντίθετό της, την δυστυχία, θεωρώντας πως το ένα συνδέεται άρρηκτα με το άλλο προκειμένου να επέλθει ισορροπία. Για την Ψυχολογία, η ευτυχία είναι ένα θετικό συναίσθημα που αφορά μία μακροχρόνια και συνολική αίσθηση ψυχικής ευεξίας και ικανοποίησης από τη ζωή, μία συνολική εκτίμηση για τη ζωή μας, που προκύπτει ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος αξιολογεί την ισορροπία ανάμεσα στις θετικές και αρνητικές συναισθηματικές του εμπειρίες μέσα σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε μία πρόσφατη θεωρητική διατύπωση, ο Seligman όρισε τρία διαφορετικά είδη ευτυχίας, υποστηρίζοντας πως, όποιος πληροί και τα τρία αυτά κριτήρια, θεωρείται πως βιώνει μία γεμάτη ζωή:

1)     Η ευχάριστη ζωή, αφορά τις ηδονές και την ικανοποίηση από καθημερινές απολαύσεις.

2)     Η καλή ζωή, αφορά το ενδιαφέρον, την επιθυμία, την προσπάθεια του ατόμου να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του σε όλες τις πτυχές της ζωής του.

3)     Η ζωή με νόημα, αφορά την αυτοπραγμάτωση, δηλαδή, την προσπάθεια του ατόμου να γίνει αυτό που μπορεί να γίνει, δηλαδή, να επιτύχει έναν απώτερο στόχο που νοηματοδοτεί τη ζωή του.

Οι ηδονές, λοιπόν, οι καθημερινές απολαύσεις, δεν εξασφαλίζουν την αίσθηση της ευτυχίας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο βλέπουμε συχνά ανθρώπους που απολαμβάνουν μία ζωή γεμάτη ηδονές (φαγητό, ποτό, διασκέδαση, σεξ, κλπ), αλλά δεν είναι ευτυχισμένοι. Άλλωστε, η λεγόμενη «επιδίωξη της ευτυχίας» δεν μπορεί να αποτελεί στόχο, ακριβώς διότι η ευτυχία δεν είναι ένα έξωθεν αγαθό που θα μας έρθει με κάποιον τρόπο. Αυτό που τελικά θα μας κάνει ευτυχείς είναι τα ενδιαφέροντα, οι στόχοι και η αυτοπραγμάτωση – το νόημα στη ζωή μας. Αυτό αποδεικνύουν και οι εκατοντάδες έρευνες που έχουν γίνει σε πολύ μεγάλο δείγμα ανθρώπων, σε όλο τον κόσμο: Η ευτυχία δεν εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο και το εισόδημα. Η οικονομική ευμάρεια, σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, φαίνεται να έχει μία μικρή σχέση με την ευτυχία, αφού οι άνθρωποι σε χώρες με μέτριο εισόδημα δηλώνουν συνολικά πιο ευτυχισμένοι από αυτούς που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Αντίθετα, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει η κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, η δραστηριοποίησή του, η παραγωγικότητά του σε μία εργασία που για τον ίδιο έχει νόημα, η οργανωτικότητα, το μειωμένο άγχος, η θετική σκέψη, η εξωστρέφεια, η αυθεντικότητα, οι στενές διαπροσωπικές σχέσεις, ο αλτρουισμός, το ενδιαφέρον για καινούργια πράγματα, η απουσία υπέρμετρων φιλοδοξιών και/ ή προσδοκιών, η προσπάθεια μείωσης των αρνητικών συναισθημάτων και η αίσθηση του εσωτερικού ελέγχου της ζωής (η πεποίθηση ότι έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν και να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της ζωής τους). Σε ένα ενδιαφέρον πείραμα μετρήθηκε η ευτυχία σε έναν άνθρωπο που μόλις είχε κερδίσει εκατομμύρια στο λόττο και σε έναν άνθρωπο που μόλις είχε μάθει ότι δεν θα ξαναπερπατήσει εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε. Η πρώτη μέτρηση, έδειξε πολύ αυξημένα επίπεδα ευτυχίας για τον τυχερό του λόττο, και πολύ χαμηλά επίπεδα ευτυχίας για τον άτυχο τραυματισμένο, όπως άλλωστε ήταν και το αναμενόμενο. Ωστόσο, έξι μήνες μετά, όταν ξαναμετρήθηκαν τα επίπεδα ευτυχίας των δύο αυτών ανθρώπων, οι διαφορές που προέκυψαν ήταν ασήμαντες: και οι δύο, δήλωναν μετρίως ευτυχισμένοι.

Γιατί δεν συνέχισε να νιώθει ευτυχισμένος ο τυχερός εκατομμυριούχος; Και πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έχασε τα πόδια του, να δηλώνει ευτυχισμένος ύστερα από έξι μόλις μήνες από το ατύχημά του; Ο ανθρώπινος οργανισμός έχει έμφυτη την τάση να εξοικειώνεται με τα θετικά γεγονότα της ζωής του. Με άλλα λόγια, συνηθίζουμε το καλό που μας έχει συμβεί. Αυτή η τάση είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο για την μακροχρόνια αίσθηση της ευτυχίας αφού, όταν καταλαγιάσει το αρχικό αίσθημα της ευφορίας, αντιμετωπίζουμε το θετικό ως κάτι το δεδομένο, παύουμε να το βλέπουμε, και στρέφουμε την προσοχή μας στα προβλήματά μας. Από την άλλη πλευρά, ένα κύριο χαρακτηριστικό των ανθρώπων που δηλώνουν ευτυχισμένοι από τη ζωή τους είναι η ανθεκτικότητα. Ως ψυχική ανθεκτικότητα ορίζεται η ικανότητα του ανθρώπου να προσαρμόζεται θετικά σε αντίξοες ή τραυματικές συνθήκες, να τις αντιμετωπίζει αποτελεσματικά και να ανακάμπτει από αυτές. Θα έλεγε κανείς ότι, οι άνθρωποι αυτοί έχουν μία στάση ζωής που δίνει ενσαρκώνεται στο γνωστό «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές έρευνες σε ανέργους και ανθρώπους με μεγάλα οικονομικά προβλήματα, ένα 10% περίπου δηλώνει ευτυχισμένο από την ζωή του, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Η ευτυχία δεν μας εξασφαλίζει μόνο μία θετική και ευχάριστη διάθεση. Αυτό, ίσως είναι το λιγότερο. Το πιο σημαντικό φαίνεται να είναι οι συνέπειες που έχει η ευτυχία για την ζωή μας, σε επίπεδο ψυχικό, σωματικό και κοινωνικό. Ειδικότερα, φαίνεται πως οι άνθρωποι που δηλώνουν υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας φέρουν περισσότερες πιθανότητες να προσληφθούν σε μία εργασία, να την διατηρήσουν και να έχουν θετικές αξιολογήσεις από τους προϊσταμένους τους, να απασχοληθούν σε δουλειές που τους χαρίζουν νόημα, ποικιλία και αυτονομία, να ανέλθουν επαγγελματικά σε υψηλότερες κλίμακες και να αντλούν μεγαλύτερη ευχαρίστηση και ικανοποίηση από την εργασία τους. Παράλληλα, έχουν μειωμένες πιθανότητες να εμφανίσουν εργασιακή εξουθένωση (burn out), να απουσιάζουν συχνά από τη δουλειά τους, να συγκρούονται με τους συναδέλφους τους ή να αδιαφορούν για την εργασία τους. Πρόκειται για ανθρώπους που δηλώνουν ευχαριστημένοι από τις σχέσεις τους (οι παντρεμένοι δηλώνουν πιο ευτυχισμένοι από τους άγαμους), διατηρούν ένα ευρύ κοινωνικό και φιλικό περιβάλλον, έχουν μειωμένες πιθανότητες εμφάνισης ψυχικών παθήσεων όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι φοβίες και η αγχώδης διαταραχή, αλλά και μειωμένες πιθανότητες εθισμού σε ουσίες ή αλκοόλ. Τέλος, σε σωματικό επίπεδο, οι άνθρωποι που δηλώνουν ευτυχισμένοι από τη ζωή τους εμφανίζουν λιγότερα αρνητικά σωματικά συμπτώματα, είναι πιο υγιείς και έχουν μειωμένες αλλεργικές αντιδράσεις. Άνθρωποι που πάσχουν από χρόνιες και απειλητικές για την ζωή τους ασθένειες (π.χ. καρκίνο ή διαβήτη) αλλά ταυτόχρονα δηλώνουν ευτυχισμένοι, έχουν χαμηλότερα επίπεδα πόνου, καλύτερη ποιότητα ζωής, και κάνουν μειωμένη χρήση φαρμάκων.

Θετικότητα, χαρά, αισιοδοξία και ελπίδα υπάρχουν πάντοτε, ανεξαρτήτως των συνθηκών. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τα βλέπουμε. Αν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα και τη ζωή μας, αυξάνουμε τις πιθανότητες να αποκτήσουμε μία ζωή πληρέστερη, με νόημα και ουσιαστική ευτυχία. Άλλωστε, όπως έχει πει ο φιλόσοφος Bertrand Russell, «Ο άνθρωπος, για την ευτυχία του, χρειάζεται όχι μόνο την απόλαυση κάποιων πραγμάτων, αλλά και ελπίδα, προσπάθεια και αλλαγή».

Αντιγόνη Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος.

Ενδεικτική βιβλιογραφία και σύνδεσμοι

Myers, D.G. (2007) Pursuing happiness. Psychoogy Teacher Network, 17(1).

Myers, D.G. (2000) The Funds, Friends and Faith of happy people. American Psychologist, 55.

Seligman, M.E.P. (2002) Authentic Happiness. New York: Free Press.

Ελληνική Εταιρεία Θετικής Ψυχολογίας, http://www.positiveemotions.gr/

Dr. Martin Seligman homepage: http://www.authentichappiness.sas.upenn.edu/Default.aspx

http://www.ppc.sas.upenn.edu/

Το «απολαμβάνειν» σήμερα

ImageΑς φανταστούμε δύο ανθρώπους: Δύο γυναίκες, μητέρες και οι δύο, ίδιας ηλικίας, βρίσκονται κάποια ημέρα του καλοκαιριού στην παραλία μαζί με την μικρή τους κόρη. Η μία σκέφτεται διαρκώς πότε θα τελειώσουν για να γυρίσει σπίτι να κάνει τις δουλειές της, πώς θα τα βγάλει πέρα τώρα που μειώθηκε ο μισθός της και θυμάται με ενόχληση μία φίλη που της έλεγε πως, παρά την οικονομική κρίση, θα φύγει διακοπές για έναν μήνα. Παρατηρεί την κόρη της και χαμογελάει βλέποντάς την να παίζει με το νερό, αλλά ταυτόχρονα σκέφτεται αν θα καταφέρουν με τον άνδρα της να της προσφέρουν όλα όσα θα ήθελαν. Η άλλη γυναίκα, σκέφτεται πόσο όμορφο είναι που κατάφερε να ξεκλέψει τρεις ώρες για να μοιραστεί με την κόρη της μία βόλτα στη θάλασσα και καμαρώνει καθώς παρατηρεί πόσο έχει μεγαλώνει. Την βοηθάει να φτιάξουν πυργάκια με την άμμο και γελάει όταν η κόρη της τα διαλύει. Θυμάται πόσο φοβόταν τη θάλασσα όταν ήταν μικρότερη και σκέφτεται χαμογελώντας ότι, όταν επιστρέψουν, θα περιγράψει στον άνδρα της πόσο ωραία πέρασαν.

Στην πρώτη περίπτωση, η γυναίκα αδυνατεί να απολαύσει την στιγμή και να επικεντρωθεί στο παρόν, παρασυρμένη από τους περισπασμούς της καθημερινότητας: υποχρεώσεις, δουλειά, βιοπορισμός, κλπ. Μπορεί να χαίρεται τη στιγμή αλλά δεν την ζει πραγματικά. Κατά πάσα πιθανότητα, όταν θα επιστρέψουν στο σπίτι, η βόλτα τους στη θάλασσα θα αφήσει λίγες αναμνήσεις και γρήγορα θα ξεχαστεί, ως μία ευχάριστη δραστηριότητα που έγινε και πέρασε. Η δεύτερη γυναίκα αντίθετα, φαίνεται να απολαμβάνει τα όσα συμβαίνουν: για τρεις ώρες, βάζει στην άκρη την πιεστική πραγματικότητα και αφοσιώνεται με όλες τις αισθήσεις της στο παρόν, αναγνωρίζοντας πόσο σημαντική και μοναδική είναι αυτή η στιγμή. Επιστρέφοντας στο σπίτι, θα αφηγηθεί στον άνδρα της την βόλτα τους και η ανάμνηση θα παραμείνει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ως ένα όμορφο στιγμιότυπο στην πορεία της κοινής ζωής με την κόρη της.

Η έννοια του «απολαμβάνειν» είναι πολύ καινούργια στον χώρο της ψυχολογίας και γεννήθηκε στους κόλπους του επίσης καινούργιου κλάδου της Θετικής Ψυχολογίας. Αν θέλαμε να περιγράψουμε εν συντομία αυτόν τον κλάδο, θα λέγαμε ότι αποτελεί πεδίο της ψυχολογίας που μελετάει την «ευεργετική επίδραση θετικών μεταβλητών, όπως η χαρά, η ελπίδα, η αισιοδοξία, η ψυχολογική ανθεκτικότητα, η αγάπη, η πίστη και το ειλικρινές ενδιαφέρον, σε ανθρώπους ποικίλων ηλικιών και εθνικοτήτων». Εξετάζει το γιατί τελικά είναι τόσο σημαντικά τα θετικά συναισθήματα για τον άνθρωπο και πώς αυτά σχετίζονται με τα κορυφαία ζητούμενα της σύγχρονης κοινωνίας και του ανθρώπου, όπως η επαγγελματική επιτυχία, η κοινωνική αναγνώριση, η διατήρηση της σωματικής και ψυχικής υγείας, οι φιλίες, και πολλά άλλα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο όρος «απολαμβάνειν» («savoring») δεν περιγράφει μόνο τις σωματικές απολαύσεις, όπως αυτές προκύπτουν από τις αισθήσεις μας, αλλά κυρίως τις νοητικές στρατηγικές που χρησιμοποιούμε προκειμένου να απολαύσουμε κάτι . Αυτό σημαίνει πως πέραν της απλής ευχαρίστησης μίας όμορφης στιγμής, εξετάζεται και τονίζεται η ικανότητα του ανθρώπου να εστιάσει την προσοχή του, να εκτιμήσει και να απολαύσει σε βάθος το οποιοδήποτε θετικό ερέθισμα, γεγονός ή συναίσθημα βιώνει την εκάστοτε στιγμή. Η λέξη «ικανότητα» δεν είναι τυχαία εδώ. Δεδομένων των πολυάριθμων περισπασμών της αναμφισβήτητα δύσκολης πραγματικότητας που βιώνουμε, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, το να καταφέρει κανείς να εστιάσει την προσοχή του ακόμα και στο παραμικρό θετικό που του συμβαίνει είναι πραγματικά δύσκολο και απαιτεί θέληση και εξάσκηση. Επιπλέον, παρατηρώντας ξανά την σκηνή που περιγράψαμε στην αρχή, διαπιστώνουμε πως, πέραν της ικανότητας, η εμπειρία της δεύτερης γυναίκας κινητοποιεί όλες τις αισθήσεις της και στρέφει τις σκέψεις της τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον. Πράγματι, ενώ αναφέρεται στο παρόν, η διαδικασία του απολαμβάνειν προϋποθέτει τόσο την αναπόληση όσο και την προσδοκία. Πιο συγκεκριμένα, στην πρώτη περίπτωση αναπολούμε τα θετικά συναισθήματα που βιώσαμε στο παρελθόν ή απολαμβάνουμε τα θετικά συναισθήματα που νιώθουμε τώρα, καθώς θυμόμαστε το παρελθόν. Στη δεύτερη περίπτωση, σκεφτόμαστε πόσο όμορφα θα νιώσουμε κάποια συγκεκριμένη στιγμή στο μέλλον ή πόσο όμορφα νιώθουμε τώρα προσδοκώντας μία θετική, μελλοντική εξέλιξη. Αυτό που συμβαίνει διαμέσου της αναπόλησης και της προσμονής και που τελικά μας ενδιαφέρει περισσότερο, είναι ότι ισχυροποιείται η όμορφη εμπειρία που βιώνουμε στο παρόν.

Τι σημασία όμως έχουν όλα αυτά; Γιατί να προσπαθούμε να απολαύσουμε το οτιδήποτε, όταν όλα γύρω μας συνηγορούν για το ακριβώς αντίθετο; Γιατί να μην αρκεί να χαιρόμαστε, όσο μπορούμε, τη στιγμή; Με άλλα λόγια – τι έχουμε να κερδίσουμε μέσα από αυτή τη διαδικασία που, συν τις άλλοις, απαιτεί προσπάθεια και εξάσκηση; Η απάντηση είναι πως το απολαμβάνειν ενισχύει τα θετικά συναισθήματά μας. Όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αφεθεί και να ζήσει πραγματικά και σε βάθος την στιγμή, ισχυροποιούμε την θετικότητα, την αισιοδοξία και την χαμογελαστή ματιά στη ζωή. Με την σειρά τους, αυτά τα θετικά συναισθήματα λειτουργούν ευεργετικά στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή μας. Σύμφωνα με πολυάριθμες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σε διεθνές επίπεδο, οι άνθρωποι που εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης και θετικότητας στη ζωή, έχουν περισσότερους φίλους, καλύτερη σωματική και ψυχική υγεία και καλύτερη επαγγελματική εξέλιξη σε σχέση με όσους αφήνονται να κατακλυστούν από αρνητικά συναισθήματα (απαισιοδοξία, απογοήτευση, πικρία, εχθρότητα, φθόνο, ανταγωνισμό κλπ) και δηλώνουν μη-ικανοποιημένοι από τη ζωή τους.

Αν όλα τα παραπάνω φαντάζουν προκλητικά σε μία εποχή και σε μία κοινωνία που δοκιμάζεται καθημερινά από αρνητικές εξελίξεις, απογοητευτικά γεγονότα και τρομακτικές προοπτικές, αρκεί να αναρωτηθούμε το εξής: Πόση ανάγκη τελικά έχουμε από ανθρώπους που είναι γεμάτοι θετικότητα, ευγνωμοσύνη, αγάπη και ουσιαστική ομορφιά; Μία σύντομη αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία θα μας δείξει πως, οι άνθρωποι που άλλαξαν προς το καλύτερο τον κόσμο και τις κοινωνίες, ήταν προσωπικότητες με αυτά τα χαρακτηριστικά, που με τον δικό τους τρόπο κατάφεραν να προτείνουν δημιουργικές, εναλλακτικές λύσεις, να σκεφτούν διαφορετικά και να δώσουν μία θετική προοπτική στην κοινωνία.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Βιβλιογραφία

Bryant, F. & Veroff, J. (2007) Savoring. A New model of positive experience. NJ: Lawrence Erlbaum Associates.

Myers, D.G. (2007) Pursuing happiness. Psychology Teacher Network, 17(1), 7-8.

Εισαγωγή στη Θετική Ψυχολογία, Επιμ. Α. Σταλίκας και Π. Μυτσκίδου

Ελληνική Εταιρεία Θετικής Ψυχολογίας http://www.positiveemotions.gr/index.php

Περί Ευδαιμονίας

Image

Θα πρέπει, επίσης να δεχθούμε ότι η ευδαιμονία είναι ένα κοινό αγαθό, που μπορεί να αποκτηθεί από πολλούς ανθρώπους, αφού είναι δυνατό να υπάρξει σε όλους όσοι δεν είναι ανάπηροι ως προς την αρετή: το μόνο που χρειάζεται είναι κάποιο είδος σπουδής και προσωπικής προσπάθειας.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Α, Εκδ. ΖΗΤΡΟΣ

Πίνακας του S. Dali, Meditative Rose

Κατάθλιψη- Μία ματιά στο εσωτερικό βίωμα διαμέσου της τέχνης

Image

Στα περισσότερα εγχειρίδια ψυχοπαθολογίας, η κατάθλιψη ορίζεται ως μία δυσάρεστη συναισθηματική διάθεση, που χαρακτηρίζεται από μία κατάσταση παθολογικής (έντονης και παρατεταμένης) θλίψης, συνοδευόμενης από έλλειψη αυτοεκτίμησης και αυτό-περιφρόνηση και από την επώδυνη επίγνωση της επιβράδυνσης των νοητικών, ψυχοκινητικών και οργανικών διαδικασιών. Κεντρικά χαρακτηριστικά της είναι η τάση του ανθρώπου να ξεσπά συχνά σε κλάματα, να νιώθει έντονες ενοχές και να κατηγορεί τον εαυτό του για διάφορα γεγονότα της ζωής του,  έλλειψη ενδιαφέροντος για ό,τι συμβαίνει γύρω του αλλά και  έλλειψη ευχαρίστησης (ανηδονία) στην καθημερινότητά του, ένα κυρίαρχο αίσθημα κόπωσης, άγχος, απώλεια βάρους, υπερυπνία ή αϋπνία και, σε βαριές περιπτώσεις, αυτοκτονικός ιδεασμός και απόπειρα αυτοκτονίας.

Αυτό που δύσκολα γίνεται φανερό μέσα από τις επιστημονικές περιγραφές μίας συναισθηματικής κατάστασης, τόσο έντονης και ακραίας όσο η κατάθλιψη, είναι ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το άτομο βιώνει αυτή την κατάσταση. Πέρα από τα διαγνωστικά κριτήρια και την αυστηρή ορολογία, πέρα από την αναμφίβολη χρησιμότητα και αξία τους για την αναγνώριση και την παροχή βοήθειας προς τον άνθρωπο, υπάρχει το απόλυτα προσωπικό και μοναδικό βίωμα της κατάθλιψης. Η ενσυναισθητική κατανόηση αυτού του βιώματος, το να μπούμε δηλαδή στη θέση του άλλου και να νιώσουμε τι νιώθει, είναι η αφετηρία οποιασδήποτε προσπάθειας να τον βοηθήσουμε. Κι αν η ψυχολογία είναι μία επιστήμη, στην εφαρμοσμένη μορφή της είναι ταυτόχρονα και μία τέχνη, που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει και να περιγράψει τα όσα δυσνόητα, ακατανόητα και αδιανόητα συμβαίνουν γύρω και εντός μας. Σύμμαχοι σε αυτή την προσπάθεια είναι τα γραπτά και τα έργα καλλιτεχνών, που με τις λέξεις, τα πινέλα, τις νότες ή τις εικόνες, επιτρέπουν στον εξωτερικό παρατηρητή να βιώσει από κοντά την –συχνά-διαταρακτική αλήθεια τους.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από το έργο της Sarah Kane “4:48 ψύχωση”. Περιγράφουν τις σκέψεις και την συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου με κατάθλιψη, που δεν είναι άλλος από την ίδια την συγγραφέα. Στις λέξεις της, αναγνωρίζουμε την συμπτωματολογία της παθολογικής κατάθλιψης ή του παθολογικού πένθους, όπως συνήθως ονομάζεται από την επιστημονική κοινότητα. Πρόκειται για το τελευταίο έργο που έγραψε λίγους μήνες προτού βρεθεί κρεμασμένη με τα κορδόνια των παπουτσιών της σε νοσοκομείο του Λονδίνου, όπου και νοσηλευόταν, στις 20 Φεβρουαρίου 1999.

Είμαι Λυπημένη

Νιώθω πως μέλλον δεν υπάρχει. Τίποτα δεν μπορεί να γίνει καλύτερο.
Βαρέθηκα τα πάντα. Είμαι απογοητευμένη με όλα.
Είμαι μια πλήρης αποτυχία.
Είμαι ένοχη.
Τιμωρούμαι.
Πόσο θα ήθελα να με σκοτώσω.

Κάποτε έκλαιγα αλλά ούτε αυτό δεν μπορώ πια να κάνω.
Δεν με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι
Δεν αποφασίζω.
Δεν τρώω.
Δεν κοιμάμαι.
Δεν σκέφτομαι.
Δεν μπορώ να ξεπεράσω την μοναξιά μου
Τον φόβο μου
Την αηδία μου
Είμαι χοντρή
Δεν μπορώ να γράψω.
Δεν μπορώ να αγαπήσω.
Ο αδερφός μου πεθαίνει, ο εραστής μου πεθαίνει.
Εγώ τους σκοτώνω.
Γοργά προχωρώ προς τον Θάνατο.
Τα φάρμακα με τρομοκρατούν
Δεν μπορώ να κάνω έρωτα.
Δεν μπορώ να γαμήσω.
Δεν μπορώ να είμαι μόνη.
Δεν μπορώ να είμαι με άλλους.
Οι γοφοί μου είναι πολύ μεγάλοι.
Αντιπαθώ τα γεννητικά μου όργανα

Στις 4:48
Όταν θα με επισκεφτεί η κατάθλιψη
Θα κρεμαστώ στον ήχο της ανάσας του ερωμένου μου

Δεν θέλω να πεθάνω

Είμαι τόσο θλιμμένη με την συνειδητοποίηση της θνησιμότητάς μου
που αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω

Δεν θέλω να ζήσω.

……………….

Καίγομαι στο σκοτεινό τούνελ της θλίψης μου. Η ταπείνωση μου ολοκληρώνεται καθώς τρέμω και λέω ακατανόητα πράγματα. Δεν έχω τίποτα να πω για την αρρώστια μου η οποία πραγματικά δεν έχει σημασία αφού πρόκειται να πεθάνω.
Και βρίσκομαι σε αδιέξοδο πιασμένη από την στρωτή λογική φωνή του ψυχίατρου που μου λέει ότι υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια στην οποία το μυαλό και το κορμί μου είναι ένα.
Αλλά δεν είμαι εδώ. Ποτέ δεν ήμουν.
Ο Γιατρός Αυτός το σημειώνει και ο Γιατρός Εκείνος προσπαθεί να δείξει συμπάθεια.
Με παρακολουθούν, με κρίνουν μυρίζοντας την ανάπηρη αποτυχία που στάζει το δέρμα μου. Η απόγνωση με γρατσουνίζει, ο παμφάγος πανικός με πνίγει καθώς χασμουριέμαι στην φρίκη του κόσμου και αναρωτιέμαι γιατί όλοι χαμογελούν και με κοιτούν γνωρίζοντας το μυστικό της λαβωμένης ντροπής μου.

Ντροπή ντροπή ντροπή

………………

Εγώ είμαι εκείνη που ποτέ δεν αντάμωσα, το πρόσωπό της τυπωμένο στου μυαλού την πιο κρυφή πτυχή.

Παρακαλώ ανεβάστε την αυλαία.

Τέλος 

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Sarah Kane, «4:48 ψύχωση», μετάφραση Μ. Ροδοπούλου

Πίνακας: Edvard Munch, «Melancholy»

Κοινωνική επιρροή: Όταν οι λίγοι μπορούν να αλλάξουν την γνώμη των πολλών.

Image

Στην κοινωνική ψυχολογία, κοινωνική επιρροή ονομάζεται η διαδικασία με την οποία ένα άτομο ή μία ομάδα προσπαθεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης ή συμπεριφοράς ενός άλλου (ατόμου ή ομάδας), προκειμένου αυτό να προσαρμοστεί στη δική του άποψη ή συμπεριφορά. Αυτή η διαδικασία, έχει ως πηγή της είτε μία πλειοψηφία (οπότε μιλάμε για πλειοψηφική ή πλειονοτική επιρροή) είτε μία μειοψηφία (οπότε μιλάμε για μειοψηφική ή μειονοτική επιρροή).

Εστιαζόμενοι στα «παράδοξα» της ιστορίας και σε αναρίθμητα παραδείγματα μειονοτήτων που κατάφεραν να αλλάξουν τον τρόπο σκέψης μεγάλου αριθμού ατόμων ή και κρατών (ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί ο Γκάντι και η φιλοσοφία της μη-βίας, ο επιτυχημένος αγώνας των μαύρων και των γυναικών για ίσα δικαιώματα, οι ομοφυλόφιλοι, αλλά και η ομάδα των εξεγερμένων στο Πολυτεχνείο), μπορούμε να διαπιστώσουμε πως, συχνά μία μειονοτική ομάδα, δηλαδή μία κυριαρχημένη κοινωνική ομάδα που αμφισβητεί τους κυρίαρχους κοινωνικούς κανόνες, καταφέρνει να επηρεάσει την πλειοψηφία. Σύμφωνα με τον S. Moscovici, που εισήγαγε την θεωρία της μειονοτικής επιρροής, η κοινωνία δεν είναι στατική: υφίσταται αλλαγές, οι οποίες είναι αποτέλεσμα της δράσης ενεργών μειονοτήτων, που αμφισβητούν, αντιπροτείνουν καινοτόμες λύσεις και υιοθετούν συγκεκριμένες συμπεριφορές, προκειμένου να ασκήσουν επιρροή. Η επιρροή αυτή, όπως τονίζεται, δεν είναι μονοσήμαντη – δεν προέρχεται μόνο από την πηγή με κατεύθυνση τον στόχο- δέκτη του μηνύματος. Αντίθετα, στηρίζεται στην αλληλεπίδραση πηγής και στόχου, προϋποθέτει δηλαδή την δράση και την αντίδραση μεταξύ του πομπού και του δέκτη. Το καινούργιο που θα προκύψει, είτε ως συμπεριφορά είτε ως ιδεολογία, θα έχει ως πηγή του την σύγκρουση μεταξύ των ομάδων. Και ενώ αρχικά η σύγκρουση προκαλεί μπλοκάρισμα και αβεβαιότητα (γνωστική ασυμφωνία), τελικά, οδηγεί υποχρεωτικά σε αλλαγή. Σύμφωνα πάντα με τον S. Moscovici, η εξουσία των μειονοτήτων συνίσταται στο ότι καταλύουν την κοινωνική συναίνεση. Μοναδική εξαίρεση εδώ, αποτελεί η περίπτωση απόδοσης των απόψεων, της συμπεριφοράς και γενικότερα, των μηνυμάτων της μειονοτικής ομάδας στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των μελών της («είναι τρελός», «δεν ξέρουν τι τους γίνεται»), οπότε απορρίπτεται τόσο η πηγή όσο και το μήνυμα (φαινόμενο της «ψυχολογιοποίησης»).

Πώς όμως το καταφέρνει αυτό μία μειονότητα; Πώς ένα μήνυμα εντελώς αντίθετο με τις κοινωνικές συμβάσεις της εκάστοτε εποχής, καταφέρνει να διεισδύσει στην σκέψη της ευρύτερης κοινωνίας και τελικά να την αλλάξει; Άλλωστε, η μειονότητα (είτε μιλάμε για αριθμητικό μέγεθος (μειοψηφία) είτε μιλάμε για «μειονοτική», δηλαδή αντίθετη προς την κυρίαρχη ιδεολογία, άποψη) δεν έχει εξουσία – η μοναδική της εξουσία είναι αυτή της αμφισβήτησης. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η αμφισβήτηση είναι που θα δημιουργήσει την σύγκρουση, που όπως ήδη αναφέρθηκε είναι η βασική προϋπόθεση της κοινωνικής αλλαγής. Η θεωρία θα μας πει εδώ ότι, για να καταφέρει μία μειονότητα να επηρεάσει, θα πρέπει να υιοθετήσει συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς. Έτσι, θα πρέπει να έχει μία σταθερή συμπεριφορά, που θα δείχνει βεβαιότητα για το διαφορετικό μήνυμα που πρεσβεύει. Μάλιστα, αυτή η σταθερότητα και η βεβαιότητα θα πρέπει να εκλειφθούν ως τέτοιες από τους άλλους. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός. Αν οι άνθρωποι εκλάβουν την σταθερή συμπεριφορά της μειονοτικής ομάδας ως δογματική, άκαμπτη και ασυμβίβαστη, κατά πάσα πιθανότητα θα απορρίψουν εξ’ αρχής τις απόψεις της. Αν όμως την εκλάβουν ως ευέλικτη, «λογική», ίσως και συνεργατική και μετριοπαθή, τότε οι πιθανότητες επιρροής αυξάνονται. Θα πρέπει επίσης τα μέλη της ομάδας να επιδεικνύουν αυτοθυσία και βαθιά προσήλωση και αφοσίωση στην ομάδα και τα πιστεύω της και παράλληλα να δρουν και ανεξάρτητα, χωρίς δηλαδή να επιδεικνύουν κάποιο προσωπικό όφελος από τη δράση τους. Τέλος, η συμπεριφορά των μελών της ομάδας θα πρέπει να εμφανίζεται ως ίση απέναντι σε όλα τα μέλη της ομάδας-στόχου.

Πέραν την συμπεριφοράς της ομάδας, ένας δεύτερος σημαντικός παράγοντας για την μειονοτική επιρροή είναι ο τρόπος με τον οποίο καλεί τους δέκτες του μηνύματός της να σκεφτούν για αυτό. Αν οι άνθρωποι απορρίψουν χωρίς συζήτηση τις απόψεις της, τότε ο τρόπος σκέψης είναι επιφανειακός και η πιθανότητα άσκησης επιρροής περιορίζεται. Αν όμως οι άνθρωποι αρχίσουν να συζητούν τις απόψεις της και επιχειρηματολογούν πάνω σε αυτές (υπέρ ή κατά, δεν έχει σημασία), τότε οι πιθανότητες για έμμεση επιρροή αυξάνονται δραστικά.

Τέλος, μαζί με την συμπεριφορά, την σταθερότητα και τον τρόπο σκέψης που προκαλεί η μειονοτική ομάδα και το μήνυμά της, υπάρχει ένα τέταρτο στοιχείο που καθορίζει το αποτέλεσμα της προσπάθειας μειονοτικής επιρροής. Αυτό, έχει να κάνει με την έμφυτη τάση των ανθρώπων να ταυτίζονται με τους ανθρώπους που θεωρούν όμοιους με τους ίδιους. Οι άνδρες ταυτίζονται περισσότερο με τους άλλους άνδρες παρά με τις γυναίκες. Οι ομοφυλόφιλοι με τους ομοφυλόφυλους, οι Αμερικανοί με τους Αμερικανούς, κλπ. Έτσι κι εδώ, όσο περισσότερο τα μέλη της μειονοτικής ομάδας φέρουν παρόμοια χαρακτηριστικά με τα μέλη της ομάδας στην οποία απευθύνονται, τόσο περισσότερες πιθανότητες φέρουν να τους πείσουν για τις ιδέες τους.

Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι μία μικρή ομάδα ανθρώπων, που προβάλλει ένα διαφορετικό, προκλητικό, ίσως και ακραίο μήνυμα στην ευρύτερη κοινωνία, έχει τη δύναμη και μπορεί να οδηγήσει σε μεταστροφή της κοινής γνώμης. Το κυριότερο και, ίσως το πιο ανησυχητικό, χαρακτηριστικό της μειονοτικής επιρροής, είναι ότι λειτουργεί με έμμεσο τρόπο. Ενώ εκ πρώτης όψεως ο δέκτης του διαφορετικού μηνύματος το απορρίπτει ως ακραίο, αυτό παραμένει μέσα στο μυαλό του, γίνεται αντικείμενο γνωστικής επεξεργασίας και, με την συμβολή της σταθερής, αυτόνομης και αμερόληπτης συμπεριφοράς της μειονότητας, τελικά φθάνει να πειστεί για αυτό.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Βιβλιογραφία

Άννα Μαντόγλου, “Η εξέγερση του Πολυτεχνείου – Η συγκρουσιακή σχέση ατόμου και κοινωνίας»

Παπαστάμου Σ., Mugny G., «Μειονότητες και Εξουσία».

Μηχανισμοί Άμυνας: Μόνωση

1146456_1414542338771802_701528644_n

Η θαλαμηγός Mignonette σάλπαρε στις 19 Μαΐου 1884 με προορισμό την Αυστραλία με πλήρωμα τεσσάρων ανθρώπων: Τους καπετάνιους Tom Dudley, Edwin Stephens, Edmund Brooks και τον 17χρονο ναυτικό Richard Parker. Στις 5 Ιουλίου 1884, μετά από θύελλα, ένα κύμα χτυπά τη θαλαμηγό με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη βύθιση της μέσα σε περίπου 5 λεπτά.

Το πλήρωμα εγκατέλειψε το σκάφος και επιβιβάστηκε σε λέμβο, καταφέρνοντας να πάρει μαζί του μόνο δύο κονσέρβες γογγύλια. Δεν είχαν ούτε πόσιμο νερό. Η πρώτη κονσέρβα κράτησε μέχρι την 7η Ιουλίου. Ο Brooks στη συνέχεια εντόπισε μια χελώνα, την οποία μοιράστηκε με το υπόλοιπο πλήρωμα. Ήπιαν το αίμα της και έφτασαν στο σημείο να φάνε ακόμη και τα κόκαλα της. Η δεύτερη κονσέρβα κράτησε μέχρι τις 15 με 17 Ιουλίου.

Ο 17χρονος Parker αρρώστησε περίπου στις 20 Ιουλίου, ίσως από την κατανάλωση θαλασσινού νερού και ο Dudley πρότεινε τότε στους Brooks και Stephens να «θυσιάσουν» τον Parker για να ζήσουν. Ο Brooks αρχικά αρνήθηκε. Στις 23 με 24 Ιουλίου, ο Parker έπεσε σε κώμα και τότε ο Dudley μαζί με τον Stephens σκέφτηκαν να τον θανατώσουν όσο έμενε ακόμα ζωντανός, προκειμένου να μπορέσουν να πιουν το αίμα του. Ο Dudley είπε πρώτα μια προσευχή και τη συνέχεια έμπηξε το μαχαίρι στο λαιμό του Parker, κόβοντας την σφαγίτιδα φλέβα και προκαλώντας έτσι τον θάνατο του.

Ο Dudley περιγράφει τη στιγμή της διάσωσης τους στο ημερολόγιο του με την ακόλουθη φράση: «την εικοστή τέταρτη μέρα, καθώς τρώγαμε το πρωινό μας…». Το πρωινό ήταν ότι είχε απομείνει από το άψυχο σώμα του 17χρονου ναυτικού.

O καπετάνιος αποτελεί στη περιγραφή του ένα παράδειγμα ενεργοποίησης ενός μηχανισμού άμυνας που είναι γνωστός ως «μόνωση» (isolation). O Φρόυντ περιέγραψε τον μηχανισμό αυτόν στο «Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος» και χρησιμοποιώντας τον όρο «απώθηση του συναισθήματος» τόνισε την ικανότητα του ατόμου να αποφεύγει ολοκληρωτικά τον συναισθηματικό παράγοντα, κατά την ανάμνηση και την περιγραφή ενός γεγονότος. Έτσι, επιστρέφοντας στο παράδειγμα, ο Dudley δε μιλά για τον νεκρό ναύτη. Αναφέρει την πράξη κανιβαλισμού ως «πρωινό», σαν μια πράξη ρουτίνας στην καθημερινότητα του, χωρίς την παραμικρή συναισθηματική φόρτιση.

Πέρα από την ενεργοποίηση της μόνωσης σε ψυχοπαθολογικές περιγραφές όπως οι έμμονες ιδέες που ασυνείδητα απομονώνουν μία συγκεκριμένη σκέψη από τις υπόλοιπες, η μόνωση αποτελεί μια διαδικασία που μπορεί να βοηθήσει το άτομο να προσαρμοστεί σε μία δύσκολη και ιδιαίτερα αγχογόνο κατάσταση.

Θύματα βιασμών που περιγράφουν με ψυχραιμία την τραυματική εμπειρία τους με όλες τις λεπτομέρειες, επιζώντες μαζικών καταστροφών όπως αυτές του Ολοκαυτώματος, της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου στην Αμερική, του φονικού τσουνάμι στην Φουκουσίμα μας προκαλούν εντύπωση με τη νηφαλιότητα στα πρόσωπα τους όταν προχωρούν σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, σαν να μην βίωσαν άμεσα τα συμβάντα, αλλά να αποτέλεσαν παρατηρητές αυτών.

Η μόνωση ενός τραγικού συμβάντος από συναισθηματικές επενδύσεις δίνει τη δυνατότητα στα άτομα αυτά να ελέγξουν τις συνέπειες των εμπειριών τους και να προσαρμοστούν κατά την καθημερινή αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Η δυνατότητα αυτή δίνει στο άτομο την ευχέρεια της περιγραφής και του χειρισμού της ανάμνησης, χωρίς να του προκαλέσει συναισθήματα που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν ίσως και εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστεί. Πρόκειται για έναν αμυντικό μηχανισμό που χαρακτηρίζεται από πολλούς ψυχαναλυτές ως ο πλέον πρωτόγονος , αφού απωθεί στο ασυνείδητο το προσωπικό συναισθηματικό κόστος. Από την άλλη πλευρά, όταν αυτός ο μηχανισμός άμυνας κυριαρχεί σε επίπεδο προτύπου ζωής, τότε μπορεί να δημιουργήσει τον λεγόμενο ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα του ατόμου.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος.

(φωτογραφία: Το Ολοκαύτωμα, έργο του γλύπτη George Segal στο μνημείο των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια)