«Επειδή εγώ ήθελα να κατανοήσω τη συμπεριφορά του ανθρώπου και η λογοτεχνία δεν μου το επέτρεπε, στράφηκα στην επιστήμη της ψυχολογίας.»

Image

«Επειδή εγώ ήθελα να κατανοήσω τη συμπεριφορά του ανθρώπου και η λογοτεχνία δεν μου το επέτρεπε, στράφηκα στην επιστήμη της ψυχολογίας.» – B. F. Skinner

– Ο άνθρωπος είναι οι συμπεριφορές του.
– Ο άνθρωπος επηρεάζεται από το περιβάλλον του και από τις καταστάσεις που βιώνει ευρισκόμενος μέσα σε αυτό.
– Ο άνθρωπος διαμορφώνει τη συμπεριφορά του, όπως και τα ζώα, μέσω της μάθησης και μπορεί να την ενισχύσει ή και να την αλλάξει.
Στις προτάσεις αυτές βρίσκεται η ουσία του ρεύματος του συμπεριφορισμού που έφερε επανάσταση στον τομέα της ψυχολογίας. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί σήμερα ότι οι συμπεριφοριστικές μέθοδοι έχουν ισχυρή επιρροή στον ψυχολογικό κλάδο, εξαιτίας της ευρείας εφαρμογής των μεθοδολογικών και επιστημονικών εφαρμογών τους σε πολλές περιπτώσεις θεραπευτικών προσεγγίσεων.
Ένας από τους πλέον γνωστούς και επιδραστικούς εκφραστές του ρεύματος αυτού και συγκεκριμένα του λεγόμενου «ριζοσπαστικού συμπεριφορισμού» ήταν ο Burrhus Frederic Skinner. Όντας μεταπτυχιακός φοιτητής ψυχολογίας στο Harvard, ο Skinner, μελετώντας τα συμπεράσματα του Pavlov (ευρύτερα γνωστός Ρώσος επιστήμονας από το πείραμα με τα σκυλιά που φτάνουν στο σημείο να εκκρίνουν σάλιο από το στόμα τους στο άκουσμα του κουδουνιού, ακόμα κι όταν αυτό ηχεί πλέον χωρίς την εμφάνιση του φαγητού) πειραματιζόταν με ζώα, μαθαίνοντας τους συγκεκριμένες συμπεριφορές. Έχοντας ως απώτερο σκοπό τον έλεγχο και την καθοδήγηση της συμπεριφοράς, ο Skinner διαπίστωσε ότι οι συμπεριφορές ελέγχονται μέσω των θετικών και αρνητικών ενισχύσεων, της τιμωρίας και της ανταμοιβής.
Ο όρος «ενίσχυση» αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της θεωρίας του Skinner. Η ενίσχυση μπορεί να είναι θετική ή αρνητική. Στην θετική ενίσχυση, για παράδειγμα, αν δώσουμε ένα φιλί σε ένα παιδί που μάζεψε τα παιχνίδια του από το πάτωμα, τότε αυξάνουμε τις πιθανότητες να ξαναμαζέψει και τις επόμενες φορές τα πράγματά του. Άλλες φορές η ενίσχυση έχει να κάνει με ζητήματα που προκαλούν δυσφορία στον άνθρωπο (αρνητική ενίσχυση). Έστω ένα παιδί, που απομονώνεται από τα υπόλοιπα παιδιά με αποτέλεσμα αυτά να το χλευάζουν. Με τον τρόπο αυτό όμως, το παιδί κερδίζει την έντονη προσοχή από τους γονείς του, οι οποίοι ασχολούνται τώρα περισσότερο μαζί του. Αν επιθυμούμε να αλλάξουμε αυτή τη συμπεριφορά, τότε η αδιαφορία των γονιών απέναντι στο παιδί (αρνητική ενίσχυση), θα αυξήσει την πιθανότητα επανεμφάνισης της συμπεριφοράς που ίσχυε αρχικά: θα στραφεί και πάλι στους φίλους του. Εδώ η ενίσχυση χαρακτηρίζεται ως αρνητική, διότι ασφαλώς θα προκαλέσει μία δυσφορία στο παιδί.

O Skinner πίστευε ότι η πειραματική έρευνα μας δίνει τις ορθές απαντήσεις για την ανθρώπινη συμπεριφορά και έδωσε μια νέα ερμηνεία για έννοιες όπως η σκέψη και τα συναισθήματα: Αυτά, για τους ριζοσπάστες συμπεριφοριστές αποτελούν συμπεριφορές που επηρεάζονται από οργανικούς, περιβαλλοντικούς, καθώς και μη ελεγχόμενους παράγοντες. Επειδή όμως δεν είμαστε σε θέση να τα μελετήσουμε με πειραματικό τρόπο, δεν τα λαμβάνουμε υπόψη

Ιδιαίτερα προσκολλημένος στην πειραματική μελέτη και στην έρευνα σε συνθήκες εργαστηρίου, ο Skinner κατασκεύασε μηχανήματα για τη μελέτη της συμπεριφοράς, όπως το λεγόμενο «κουτί για μωρά (baby box)», «κουτί του Skinner».
Χρησιμοποίησε αυτό το «κουτί για μωρά» για να παρατηρήσει την συμπεριφορά των βρεφών στο πλαίσιο των πειραμάτων του. Στη συνέχεια έφτασε στο σημείο να δημιουργήσει ένα εξελιγμένο πάρκο-κρεβάτι (baby tender) για μωρά, μετά από αίτημα της γυναίκας του, στο οποίο η θερμοκρασία, τα επίπεδα της υγρασίας και παροχής οξυγόνου ήταν απόλυτα ρυθμισμένα. Οι γωνίες του ήταν καλυμμένες, για να μειωθεί στο ελάχιστο κάθε κίνδυνος τραυματισμούς του παιδιού, κατά την παραμονή του εκεί. Πίστευε έτσι ότι το παιδί θα έχει απόλυτη ασφάλεια κατά την παρουσία του εκεί, ενώ η μητέρα θα μπορούσε να ελαττώσει κατά πολύ το χρόνο που απαιτούνταν για τη φροντίδα του. Σχολίαζε μάλιστα σχετικά με την εφεύρεση του: «Χρειάζεται περίπου μιάμιση ώρα την ημέρα για να ταΐσουμε, να αλλάξουμε ή αλλιώς να φροντίσουμε το παιδί. Αυτό περιλαμβάνει τα πάντα εκτός από την αλλαγή πάνας και την ετοιμασία του γάλακτος για το παιδί. Δεν έχουμε σκοπό να μειώσουμε παραπάνω τον χρόνο αυτό […] Μετά από όλα αυτά, όταν όλες οι περιττές δουλειές ρουτίνας έχουν εξαφανιστεί, η φροντίδα του μωρού είναι διασκεδαστική». Στο λεγόμενο «κουτί του Skinner» υπήρχε ένα επίσης ελεγχόμενο περιβάλλον για ζώα, όπως τα ποντίκια, το οποίο του έδινε τη δυνατότητα παρατήρησης. Εκεί, θετικά ερεθίσματα (θετικοί ενισχυτές) όπως η τροφή, το φως ή ο ήχος «ενίσχυαν» μια συμπεριφορά όπως η πίεση μίας μπάρας σε αντίθεση με αρνητικά ερεθίσματα (αρνητικοί ενισχυτές) όπως π.χ. τα ηλεκτροσόκ.

O Skinner αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αμφιλεγόμενου ψυχολόγου που απέσπασε τις πλέον σημαντικές τιμές και θεωρείται από πολλούς σήμερα ο μεγαλύτερος σύγχρονος επιστήμονας του κλάδου. Πολλοί τον έχουν κατηγορήσει ότι ξεπερνούσε πολλές φορές τα όρια στους πειραματισμούς του, με τον μύθο και την πραγματικότητα να αποτελούν πλέον μια κατάσταση στην οποία λίγα ασφαλή συμπεράσματα μπορούν να βγουν. Ο ψυχολόγος και ιστορικός John A. Mills αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο Skinner ήταν ένα μυστήριο μέσα σε ένα γρίφο και αυτός ο γρίφος ήταν τυλιγμένος μέσα σε ένα αίνιγμα».
Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Skinner για την σκοτεινότητα των προθέσεων του, ενώ πολλά περισσότερα μπορούν να ειπωθούν για τις πράξεις του (κάτι άλλωστε που θα επιθυμούσε και ο ίδιος, ως συμπεριφοριστής). Στο βιβλίο του, Ουώλντεν Δύο (Walden Two), αναφέρει: «Τι είναι η αγάπη εκτός από μια άλλη ονομασία για τη χρήση της θετικής ενίσχυσης; Και το αντίστροφο.»

O Skinner, πιστός αρχικά στη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία ηθικοί καθοδηγητές της συμπεριφοράς θα βοηθούσαν τους ανθρώπους να ζήσουν μια καλύτερη ζωή, παραδέχτηκε αργότερα το ανεφάρμοστο της ουτοπίας του και το ρεαλιστικό ενδεχόμενο η θεωρία του να αποτελέσει μιας πρώτης τάξεως εφαρμογή άκρως αυταρχικών και απολυταρχικών σκοπών. Ο συμπεριφορισμός και τα ερευνητικά πορίσματα του Skinner συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να έχουν θερμούς υποστηρικτές και σταθερούς επικριτές. Κανείς όμως δεν αμφισβητεί την επιρροή που άσκησαν και συνεχίζουν να ασκούν στην Ψυχολογία.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος.

Πένθος

Image

 

Ως πένθος θα μπορούσαμε να ορίσουμε την φυσική διαδικασία και κατάσταση που έπεται του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου ή μίας σημαντικής για εμάς απώλειας, η οποία περιλαμβάνει όλες τις συναισθηματικές και σωματικές αντιδράσεις και συνέπειες που βιώνουμε, εξαιτίας αυτής της απώλειας. Η διεθνής βιβλιογραφία δεν διαθέτει μέχρι στιγμής κάποιον ορισμό ικανό να συμπυκνώσει και να περιγράψει το βίωμα του πένθους, εν πολλοίς διότι δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος να πενθήσει ένας άνθρωπος και επειδή τελικά, ο καθένας από εμάς το βιώνει με διαφορετικό τρόπο, ένταση και διάρκεια. Σε γενικές γραμμές, πάντως, ο ψυχικός πόνος που προκαλεί το πένθος και η απώλεια είναι τόσο μεγάλος και αφόρητος, που πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να βρουν τρόπο να τον αποφύγουν. Ωστόσο, η άρνηση αυτή του ατόμου να αποδεχθεί την πραγματικότητα λειτουργεί τελικά εις βάρος του ίδιου, καθώς τον εμποδίζει να αναρρώσει από την ψυχική και σωματική του οδύνη.

Σε συναισθηματικό επίπεδο, το άτομο που πενθεί την απώλεια ενός δικού του ανθρώπου βιώνει συγκεχυμένα συναισθήματα. Πολλές φορές, δε, δυσκολεύεται να τα δεχθεί ή και να τα αναγνωρίσει στην πραγματική τους διάσταση. Συνήθως, τα συναισθήματα που βιώνουμε μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου μας είναι: Μοναξιά (γιατί είμαστε μόνοι και δυσκολευόμαστε πάρα πολύ να επικοινωνήσουμε ή να συνδεθούμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο με άλλους ανθρώπους), θλίψη και απογοήτευση (γιατί νιώθουμε πως η ζωή πλέον δεν έχει κανένα νόημα χωρίς τον αγαπημένο μας), φόβος (για το πώς θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε χωρίς αυτόν), πόνος απώλειας (νιώθουμε πως χάσαμε κομμάτι του εαυτού μας, γεγονός που μας πονάει αφάνταστα), αίσθημα αδικίας (γιατί η ζωή ή ο Θεός πήρε μακριά τον άνθρωπό μας), ζήλεια (που οι άλλοι έχουν ακόμα τους αγαπημένους τους ενώ εμείς όχι), ενοχές («μήπως δεν έκανα όσα έπρεπε; Μήπως δεν της στάθηκα αρκετά; Μήπως δεν του έδειξα πόσο τον αγαπούσα;»), πικρία (γιατί περιμέναμε μεγαλύτερη συμπαράσταση από κάποιους ανθρώπους) θυμός (έντονος θυμός, τόσο για κάποιο λάθος που ίσως να έγινε και να προκάλεσε τον θάνατο του αγαπημένου, όσο και για τον ίδιο τον αγαπημένο, επειδή μας εγκατέλειψε), μούδιασμα, (με ταυτόχρονη την αίσθηση ότι αυτό που ζούμε δεν είναι αλήθεια, πως είναι ένα κακό όνειρο), προσδοκία (θα γυρίσει όπου να ‘ναι), και κενό («δεν υπάρχει τίποτα»). Κανένα από τα συναισθήματα αυτά δεν είναι απαγορευμένο και οφείλουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να τα βιώσει με την ένταση και τη διάρκεια που χρειάζεται, πέρα και πάνω απ’ οτιδήποτε μας λένε οι φίλοι και οι συγγενείς.

Σε σωματικό επίπεδο, το πένθος μπορεί να συνοδεύεται από συμπτώματα όπως: δυσκολίες στον ύπνο, απώλεια ή αύξηση του βάρους (ελάχιστη ή υπερβολική κατανάλωση φαγητού), αίσθημα κόπωσης, αδυναμία, μειωμένη ζωτικότητα, πονοκέφαλοι, πόνοι στο στήθος, τριχόπτωση, πόνοι στο στομάχι και διαταραχές του πεπτικού, καθώς και διάφορες άλλες μορφές σωματοποίησης του πένθους.

Από τις πολλές προσεγγίσεις που έχουν προταθεί για τη διεργασία του πένθους, η θεωρία της Kubler-Ross για τα στάδια του πένθους παραμένει μέχρι σήμερα η πλέον αποδεκτή και ευρύτατα χρησιμοποιούμενη σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με αυτή, το πένθος χαρακτηρίζεται από μία σειρά σταδίων τα οποία διέρχεται το άτομο που πενθεί και τα οποία οδηγούν βαθμιαία στην αποδοχή της πραγματικότητας της απώλειας. Συνήθως, το πρώτο στάδιο είναι η άρνηση ή το σοκ του ανθρώπου να δεχθεί αυτό που συμβαίνει. Πολλές φορές, θα δούμε ανθρώπους που μόλις έχουν χάσει ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να παραμένουν ψύχραιμοι, να μην κλαίνε, να διαχειρίζονται πλήρως όλα τα τυπικά της κηδείας και γενικότερα, να δείχνουν απίστευτο κουράγιο και δύναμη. Αντίστοιχα, άνθρωποι που βρίσκονται σε κατάσταση σοκ μοιάζουν αποπροσανατολισμένοι, αποσβολωμένοι, δεν μπορούν να πάρουν καμία απόφαση και είναι εντελώς αδύναμοι. Λίγο καιρό μετά (που μπορεί να είναι 10-20 μέρες αλλά και 2-3 μήνες), το σοκ και η άρνηση δίνουν τη θέση τους στο θυμό. Θυμό για τον άνθρωπο που έφυγε και μας εγκατέλειψε, για τους άλλους που δεν μας καταλαβαίνουν, για τον γιατρό που «σίγουρα έκανε λάθος», για τον «Θεό που είναι άδικος», θυμό για τον οποιονδήποτε και το οτιδήποτε. Βαθμιαία, με το πέρασμα του χρόνου, ο θυμός υποχωρεί, δίνοντας τη θέση του στην απόγνωση και την θλίψη. Η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από απώλεια της όρεξης, ανηδονία (δεν βρίσκουμε ευχαρίστηση σε τίποτα), απώλεια βάρους και σεξουαλικής επιθυμίας, διαταραχές ύπνου, αισθήματα απόγνωσης και απελπισίας, ενοχές, πόνο ψυχικό ή και σωματικό (σωματοποίηση της οδύνης), και συχνά, χρήση αλκοόλ (ως «παρηγοριά»). Τέλος, ύστερα από περίπου έναν χρόνο και έχοντας διέλθει με ή χωρίς αυτή τη σειρά τα στάδια της διεργασίας του πένθους, το άτομο εισέρχεται σιγά-σιγά στο στάδιο της αποδοχής. Περνώντας ο καιρός, το άτομο έχει προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, αναδιοργανώνει σταδιακά τη ζωή του, βρίσκει ενδιαφέροντα και ανθρώπους από τα οποία αντλεί ευχαρίστηση, συμφιλιώνεται με την ιδέα της απώλειας του Άλλου και έχει αποδεχθεί το αναπότρεπτο της πραγματικότητας.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, επειδή κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, δεν είναι απαραίτητο ότι θα περάσει από όλα τα στάδια και με την ίδια σειρά. Πολλές φορές, βλέπουμε να γίνονται συγχωνεύσεις ή  επαναλήψεις. Επίσης, δεν υπάρχουν σαφή χρονικά πλαίσια για τη διάρκεια του πένθους. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να φθάσει στο στάδιο της αποδοχής μέσα σε ένα χρόνο, ενώ κάποιος άλλος να χρειαστεί δύο χρόνια. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η φυσιολογική διαδικασία του πένθους μπορεί να μην εξελιχθεί κανονικά και να εμφανιστούν εμμονές, βαριά κατάθλιψη, μη αποδοχή της απώλειας, ψυχοκινητικά προβλήματα και σύνδρομο μετατραυματικού στρες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πένθος αγγίζει την παθολογία και μιλάμε για περιπλεγμένο πένθος, όπου το άτομο είτε αδυνατεί να θρηνήσει, είτε καθυστερεί να εκδηλώσει τον θρήνο του, είτε το πένθος παρατείνεται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ή αλλοιώνεται η έκφραση του πένθους (με αυτομομφές, συναισθήματα ενοχής, ή θυμό).

Παρ’ όλο τον πόνο που προκαλεί, ο θάνατος και το πένθος που τον συνοδεύει, είναι ίσως το πιο φυσιολογικό μέρος της ζωής. Είναι, θα λέγαμε η μοναδική βεβαιότητα της ζωής, τόσο για εμάς τους ίδιους όσο και για τους ανθρώπους που αγαπάμε. Το να αφεθούμε στο πένθος και να το βιώσουμε, μας προσφέρει ανακούφιση και παρηγοριά. Παράλληλα, είναι ένας τρόπος ανασυγκρότησης της σχέσης μας με τον νεκρό, πλέον, άνθρωπο. Στη διάρκεια αυτής της πραγματικά επίπονης διαδικασίας όμως, έχουμε την ευθύνη απέναντι σε εμάς τους ίδιους, πρωτίστως, να φροντίσουμε τον εαυτό μας όσο καλύτερα γίνεται. Αυτό θα γίνει σε τρία επίπεδα: Σε επίπεδο προσωπικής έκφρασης, μιλώντας στους άλλους για όσα νιώθουμε, μέσα από την δημιουργία ή την ενασχόληση με ένα αγαπημένο χόμπι, μέσω της γραφής (όπως για παράδειγμα σε ένα ημερολόγιο), ή και μέσω της ανάμνησης των όμορφων στιγμών που μοιραστήκαμε με τον Άλλον. Σε επίπεδο φυσικής υγείας, φροντίζοντας να έχουμε καλό ύπνο (όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό), αποφεύγοντας το αλκοόλ, το υπερβολικό κάπνισμα και την υπερκατανάλωση καφεΐνης και μέσω της τακτικής άσκησης και της καλής διατροφής (παρ’ ότι το τελευταίο που μπορεί να μας απασχολεί είναι το φαγητό). Τέλος, σε συναισθηματικό επίπεδο, φροντίζοντας για την ψυχαγωγία μας (ακόμα κι αν δεν έχουμε διάθεση για κάτι τέτοιο), συγχωρώντας τον άνθρωπο που έφυγε από κοντά μας αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας για όσα πιστεύουμε ότι κάναμε λάθος στη σχέση μας μαζί του, σχεδιάζοντας το μέλλον (ένα ταξίδι, μία γιορτή, για παράδειγμα) και φροντίζοντας να περιστοιχιζόμαστε από ανθρώπους που μπορούν αλλά και που ξέρουν να μας στηρίξουν.

Τέλος, αν έχουμε στον περίγυρό μας έναν άνθρωπο που πενθεί μία απώλειά του και επιθυμούμε να τον βοηθήσουμε, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι απλώς να είμαστε εκεί. Χωρίς συμβουλές του τύπου «έτσι είναι η ζωή», «μην στενοχωριέσαι, θα περάσει», «ήταν θέλημα θεού», «θα το ξεπεράσεις, θα δεις, κάνε υπομονή», ούτε με προσπάθειες να στρέψουμε τη συζήτηση μακριά από το θέμα του νεκρού ή του θανάτου. Απλά να είμαστε εκεί. Να ακούσουμε τι έχει να μας πει ο άνθρωπος που πενθεί. Χωρίς κριτικές, χωρίς συμβουλές, χωρίς παρηγορητικά λόγια και χωρίς κατευθύνσεις. Ας μην ξεχνάμε πως, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε τι είναι καλύτερο για τον εαυτό μας. Η φυσική και ψυχική μας παρουσία και μόνο αρκεί, για να νιώσει ότι έχει ένα στήριγμα δίπλα του. Ταυτόχρονα όμως του εξασφαλίζει τον χώρο και τον χρόνο, που χρειάζεται, για να εκφράσει και να βιώσει τα όσα νιώθει.

Ο θάνατος (όπως και κάθε μικρή ή μεγάλη απώλεια που βιώνουμε) είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Όσο συμφιλιωμένοι είμαστε με αυτόν, τόσο πιο συμφιλιωμένοι θα είμαστε με την ίδια τη ζωή. Όπως πολύ εύστοχα είχε επισημάνει ο Henry Miller, «Η ζωή και ο θάνατος είναι ένα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να χαρεί ή να αγκαλιάσει το ένα από τα δύο, όταν το άλλο απουσιάζει».

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Βιβλιογραφία

M. Robin DiMatteo and Leslie R. Martin, «Health Psychology», 2002.

Elisabeth Kubler-Ross, «On Death and Dying», 1969.

Viktor E. Frankl, «Man’s Search for Ultimate Meaning», 2000.

Colin Murray Parkes, Bereavement in adult life, BMJ. 1998 March 14; 316(7134): 856–859.