Η Ζήλεια στις Ερωτικές Σχέσεις

Image

Ζήλεια: «Αίσθημα που αναπτύσσεται στο πλαίσιο του έρωτα. Παράγεται από τον φόβο μήπως η προτίμηση του αγαπημένου προσώπου στραφεί σε κάποιον τρίτο». (Littré) – Roland Barthes, Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου.

Τι Είναι η Ζήλεια

Από τα πιο συνηθισμένα, ενίοτε καταστροφικά και επικίνδυνα, συναισθήματα στον άνθρωπο είναι η ζήλεια. Παρ’ ότι όλοι μας την έχουμε –λιγότερο ή περισσότερο- νιώσει, ο ακριβής ορισμός της μας διαφεύγει, είναι ασαφής και ρευστός ακριβώς επειδή δεν πρόκειται για ένα καθαρό, αμιγές συναίσθημα. Κάθε προσπάθεια ανάλυσης της ζήλειας προσκρούει στη διαπίστωση ότι, ουσιαστικά, πρόκειται για ένα οξύμωρο «μισαγαπώ», για την ταυτόχρονη συνύπαρξη ενός ισχυρού «σ’αγαπώ» και ενός εξίσου κυρίαρχου «σε μισώ», που απαντάται, κατά περίπτωση, στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ανεξαρτήτως φύλου, αλλά με διαφορετική ένταση και τρόπο έκφρασης. Αν θέλαμε να την περιγράψουμε σε ένα γενικό επίπεδο, θα λέγαμε πως η ζήλεια είναι ένα σύνθετο συναίσθημα, που περιλαμβάνει θυμό, άγχος, δυσαρέσκεια, απειλή και φόβο. Εντάσσεται στα λεγόμενα «πρωταρχικά» συναισθήματα, διότι απαντάται τόσο στον άνθρωπο, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του, όσο και στα ζώα. Σημαντικό είναι να τονίσουμε ότι η ζήλεια διακρίνεται από τον φθόνο, με τον οποίο συχνά συγχέεται, ως προς το «αντικείμενο» στο οποίο στρέφεται κάθε φορά το συναίσθημά μας:  Ζηλεύω γιατί δεν θέλω να σε χάσω, φθονώ γιατί έχεις κάτι που θέλω να το αποκτήσω.

Γιατί ζηλεύουμε;

Οι ερμηνείες, που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί, για τους λόγους της ζήλειας μας είναι πολλές και όλες φωτίζουν διαφορετικές πτυχές της συμπεριφοράς μας. Οι εξελικτικοί ψυχολόγοι επισημαίνουν πως, στην ιστορία του ανθρώπου, η ζήλεια συνέβαλλε στο να διατηρηθούμε και να αναπαραχθούμε ως είδος. Με άλλα λόγια, γεννιόμαστε με το συναίσθημα αυτό, προκειμένου να προστατευτούμε από οτιδήποτε μπορεί να απειλήσει την ενότητα της οικογένειας. Ο Freud θα τοποθετήσει τη ζήλεια στην οιδιπόδεια σύγκρουση και θα εντοπίσει τις ρίζες της σε τραύματα, απώλειες, έλλειψη προσοχής και ενδιαφέροντος, που βιώσαμε ως παιδιά στην παιδική μας ηλικία. Στην ενήλικη πλέον ζωή μας, ως άλλος εφιάλτης, η ζήλεια ενεργοποιεί τα βαθύτερα και πιο έντονα συναισθήματά μας: τον φόβο της απόρριψης και της μοναξιάς, την συνειδητοποίηση ότι δεν μπορούμε τελικά να έχουμε οτιδήποτε θέλουμε στη ζωή, μία απίστευτη οργή προς τον άνθρωπο που προσπαθεί να μας «κλέψει» τον σύντροφο, αλλά και έντονα αισθήματα προσωπικής ανεπάρκειας, χαμηλής αυτοεκτίμησης και ανασφάλειας, επειδή  θεωρούμε πως αποδειχθήκαμε «κατώτεροι των περιστάσεων». Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν τρία «επίπεδα» ζήλειας, τα οποία ορισμένες φορές επικαλύπτονται μεταξύ τους. Έτσι, υπάρχει η φυσιολογική ζήλεια του ανθρώπου, που βλέπει το σύντροφό του να γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από τους άλλους σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική περίσταση. Εδώ το συναίσθημα είναι φυσιολογικό, διότι προκαλείται από μία ορατή και πραγματική αφορμή και εξαφανίζεται σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η νευρωτική ζήλεια, αντίθετα, δεν οφείλεται σε κάποια πραγματική και υπαρκτή αιτία, αλλά στους φόβους και τις υποψίες που κατακλύζουν αναίτια τον άνθρωπο για τον σύντροφό του. Φοβούμενος την περίπτωση να έχει ο/ η σύντροφος κάποια παράλληλη ή εξωσυζυγική σχέση, αρχίζει να τον/την κατηγορεί ότι «προκαλεί», ότι δεν του/της δίνει σημασία, κλπ, προβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τους δικούς του /της φόβους στον άλλον. Τέλος, η παθολογική ζήλεια υπερβαίνει κάθε όριο της λεγόμενης «κοινωνικά αποδεκτής» συμπεριφοράς και γίνεται έμμονη ιδέα. Εδώ θα βρούμε τους ανθρώπους που ψάχνουν μανιωδώς τα πράγματα του άλλου, παρατηρούν την παραμικρή κίνηση του συντρόφου και φθάνουν σε σημείο να τον παρακολουθούν, προκειμένου να βρουν «πειστήρια» και αποδείξεις της υποτιθέμενης απιστίας. Από την άλλη πλευρά, ο Albert Ellis, πολύ γνωστός ψυχοθεραπευτής και εμπνευστής της λογικοθυμικής θεωρίας και ψυχοθεραπείας, θα χαρακτηρίσει την ζήλεια ως «αυτοπροκαλούμενη μιζέρια», υποστηρίζοντας πως τελικά, ο κάθε άνθρωπος θέλει και ζηλεύει, λόγω μίας παράλογης και απελπιστικής ανάγκης του για αγάπη.

Μελετώντας προσεκτικά τις διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τα αίτια της ζήλειας, μπορούμε να εντοπίσουμε δύο κοινούς παρονομαστές: την ανασφάλεια του ζηλιάρη ανθρώπου και την κτητικότητά του. Ένας άνθρωπος ανασφαλής, με χαμηλή αυτοεκτίμηση και μειωμένη αίσθηση αυταξίας, προσπαθεί να αντλήσει σιγουριά και βελτιωμένη αυτοεικόνα από τον σύντροφό του. Παράλληλα, τείνει διαρκώς να συγκρίνεται με τους άλλους με όρους «καλύτερος – χειρότερος», ενώ έχει ένα διαρκές αίσθημα κατωτερότητας έναντι των υπολοίπων. Ακριβώς επειδή έχει ανάγκη τον άλλον για να διατηρεί σε ικανοποιητικά επίπεδα την αυτοεικόνα του, αρχίζει σταδιακά να εξαρτάται από αυτόν, να στηρίζεται σε αυτόν και να φοβάται μην τον χάσει, διότι μαζί με αυτόν θα χάσει και την όποια αυτοεκτίμηση έχει καταφέρει να δομήσει στη διάρκεια της σχέσης τους. Κάπου εκεί, εισέρχεται η κτητικότητα, αυτή η εσφαλμένη πεποίθηση του «είσαι δικός μου / δική μου», που βαθμιαία οδηγεί σε συμπεριφορές αποκλεισμού του άλλου, προσπάθειες ελέγχου των κινήσεών του, πιεστικές εκκλήσεις για «ειλικρίνεια στη σχέση» (που στη βάση τους είναι εντελώς ανειλικρινείς, διότι ακόμα και η παραμικρή ειλικρινής παραδοχή από την πλευρά του άλλου ότι, «ναι, φλέρταρα με την Χ» θα πυροδοτήσει στον ζηλιάρη σύντροφο ξεσπάσματα οργής και θυμού) και άλλες πράξεις που, τελικά, λειτουργούν ως «αυτοεκπληρούμενες προφητείες», οδηγώντας στο εντελώς αντίθετο του επιθυμητού αποτέλεσμα: με τη συμπεριφορά του, ο ζηλιάρης σύντροφος απομακρύνει ψυχικά και συναισθηματικά τον άλλον από κοντά του, ωθώντας τον με τις ίδιες τις πράξεις του σε μία άλλη σχέση.

Ποιοι ζηλεύουν περισσότερο;

Παρ’ ότι γενικά υπάρχει η αντίληψη πως οι γυναίκες ζηλεύουν περισσότερο, η αλήθεια είναι πως ζήλεια νιώθουν τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες. Η πραγματική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων, εντοπίζεται στο καθεαυτό αντικείμενο της ζήλειας τους: Οι γυναίκες ζηλεύουν την συναισθηματική παρέκκλιση του συντρόφου τους, ενώ οι άνδρες ζηλεύουν την σεξουαλική παρέκκλιση της συντρόφου τους. Έτσι, μία γυναίκα ωθείται στα άκρα της ζήλειας όταν υποψιάζεται ή αντιλαμβάνεται ότι ο σύντροφός της είναι ερωτευμένος με μία άλλη γυναίκα (χωρίς να στέκεται ιδιαίτερα στο αν υπήρξε ή όχι σεξουαλική σχέση), ενώ ένας άνδρας ζηλεύει περισσότερο όταν υποψιάζεται ή αντιλαμβάνεται ότι η σύντροφός του έχει σεξουαλική σχέση με έναν άλλον άνδρα (χωρίς να ενδιαφέρεται τόσο για την ύπαρξη έρωτα μεταξύ των δύο).

Όλα τα παραπάνω είναι συμπεράσματα, παρατηρήσεις και ευρήματα επιστημονικών ερευνών,  απολύτως χρήσιμα για την περιγραφή, την μελέτη και την κατανόηση αυτού του τόσο συχνού, έντονου και συχνά επικίνδυνου συναισθήματος, όπως είναι η ζήλεια. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πολλά από τα λεγόμενα «εγκλήματα πάθους», που σημειώνονται σε όλο τον κόσμο, οφείλονται σε αυτή.  Από την άλλη πλευρά όμως, στην καθημερινότητα του κάθε ερωτευμένου ανθρώπου, το γεγονός είναι ένα: Ο έρωτας είναι πάθος, εξάρτηση, εμμονή, κτητικότητα, ζήλεια, ανασφάλεια, φόβος – είναι όλα αυτά και πολλά ακόμα συναισθήματα που βρίσκονται έξω από τον συνειδητό και έλλογο έλεγχο του ερωτευμένου ανθρώπου. Ο έρωτας είναι από τη φύση του ζηλιάρης. Όσο εύκολο είναι να υψώσουμε τον δείκτη επικριτικά στον ζηλιάρη άνθρωπο και να του κάνουμε παρατηρήσεις, όταν βρισκόμαστε έξω από την δίνη του ερωτικού πάθους, τόσο δύσκολο είναι να τον «μαλώσουμε» μόλις θυμηθούμε ένα δικό μας, αντίστοιχο βίωμα.

Επειδή λοιπόν ο έρωτας δεν είναι ούτε λογικός συνεταιρισμός ούτε διπλωματικό σώμα ή φιλανθρωπικό ίδρυμα, όπως παρατηρεί η Μ. Βαμβουνάκη, ας θυμόμαστε ότι τελικά, μέτρο της ζήλειας δεν είναι η ποιότητα (αν υπάρχει ή όχι) αλλά η ποσότητά της: ο συναγερμός αρχίζει να ηχεί όταν αυτή αγγίξει τα άκρα, όταν μετατραπεί σε συμπεριφορές που παρεμβάλλονται στην καθημερινότητα της σχέσης και στην πραγματική ελευθερία ύπαρξης του άλλου προσώπου. Είναι διαφορετικό το ερωτικό παιχνίδισμα μίας ζηλοτυπίας, που γίνεται για να βεβαιωθούμε πόσο μας επιθυμεί ο άλλος και είναι τελείως διαφορετική η προσπάθεια «εξουδετέρωσης» της ύπαρξης του άλλου, ώστε να μην υπάρχει καμία περίπτωση προσέλκυσης κάποιου «αντιπάλου». Κι αν δεν αρκεί αυτό, ας κρατήσουμε στο μυαλό μας ότι, τελικά, το άτομο που ζηλεύει, υποφέρει. Όπως πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει ο Roland Barthes: «ως ζηλιάρης υποφέρω τετραπλά: επειδή είμαι ζηλιάρης, επειδή προσάπτω στον εαυτό μου το ότι είμαι, επειδή φοβάμαι μήπως η ζήλεια μου πληγώσει τον άλλον, επειδή αφήνομαι να με υποδουλώσει μία κοινοτοπία: υποφέρω που είμαι αποκλεισμένος, επιθετικός, τρελός και κοινός».

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

Buunk, B.P., Angleitner, A., Oubaid, V., and Buss, D.M. (1996) Sex differences in jealousy in evolutionary and cultural perspective: Tests from the Netherlands, Germany and the United States, Psychological Science, vol. 7, no.6.

Freud, S. (1922) Some neurotic mechanisms in jealousy, paranoia and homosexuality, Penguin Freud Library 10.

Mullen, P.E. (1991) Jealousy: the pathology of passion. The British Journal of Psychiatry (1991)158: 593-601.

Schutzwohl, Achim (2008). The Intentional Object of Romantic Jealousy. Evolution and Human Behavior, 29.

Yates, C. (2000) Masculinity and Good Enough Jealousy , Psychoanalytic Studies, Vol. 2, No. 1

Roland Barthes, Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, Εκ. Ράππα. 1981.

Μάρω Βαμβουνάκη, Μία Μεγάλη Καρδιά Γεμίζει με Ελάχιστα, Εκ. Ψυχογιός. 2010

 

Advertisements

«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου…»

Image

«Ναρκισσισμός» είναι ο όρος που χρησιμοποίησε ο Freud, εμπνεόμενος από τον μύθο του Νάρκισσου, για να περιγράψει έναν τύπο και μία διαταραχή της προσωπικότητας που, ως κύριο γνώρισμά της, έχει την υπερβολική και αποκλειστική ενασχόληση με τον εαυτό. Σε αντίθεση με τον εγωκεντρικό άνθρωπο- που απλώς επιθυμεί να συγκεντρώνει τα «φώτα» πάνω του- ο ναρκισσιστής χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά χαμηλή αυτοεκτίμηση, η οποία αποτελεί και το εφαλτήριο για μια σειρά αντισταθμιστικών συμπεριφορών, που στόχο έχουν να καλύψουν έξωθεν αυτό το εσωτερικό έλλειμμα. Οι συμπεριφορές αυτές προκύπτουν ασυνείδητα, ως μηχανισμοί που κινητοποιεί το άτομο προκειμένου να επιβεβαιώσει την αξία του.

Συνήθως, ένας άνθρωπος με ναρκισσιστική προσωπικότητα είναι ευχάριστος στην παρέα, εξαιρετικά γοητευτικός, σίγουρος για τον εαυτό του, υπερόπτης, διασκεδαστικός, συχνά δε και επιτυχημένος ή και διάσημος στον χώρο του. Είναι επίσης επιδειξιομανής, συναισθηματικά απρόσιτος και με έντονα επικριτική στάση απέναντι στους άλλους. Προσπαθεί διαρκώς να ωραιοποιεί τον εαυτό του -ακόμα και στον ίδιο τον εαυτό του- προκειμένου να αντλεί διαρκώς τον θαυμασμό. Εξαιτίας αυτού, οι άνθρωποι με ναρκισσιστικού τύπου προσωπικότητα είναι συχνά χειριστικοί και δείχνουν να πιστεύουν πως όλοι οι άλλοι οφείλουν να ακολουθούν και να συμμορφώνονται με τις δικές τους επιθυμίες και προσδοκίες. Ταυτόχρονα φροντίζουν να αποφεύγουν μία επίθεση προς το πρόσωπό τους, επιτιθέμενοι πρώτα οι ίδιοι στους άλλους. Θα λέγαμε πως κοινοί συναισθηματικοί παρονομαστές σε όλες τις μορφές ναρκισσιστικής οργάνωσης της προσωπικότητας είναι το αίσθημα της ντροπής και του φθόνου. Το ναρκισσιστικό άτομο ντρέπεται για τις ανεπάρκειες που νιώθει πως έχει και φοβάται μήπως αυτές αποκαλυφθούν στον περίγυρό τους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αποφεύγουν να ρωτούν το οτιδήποτε: θεωρούν πως, κάποιος που ρωτάει να μάθει κάτι δείχνει πως δεν το γνωρίζει και επομένως έχει κάποια προσωπική έλλειψη. Ταυτόχρονα όμως, αρχίζουν να φθονούν οποιονδήποτε θεωρούν πως διαθέτει τα στοιχεία που λείπουν από τους ίδιους και τα οποία, αν τα είχαν, θα τους έκαναν «τέλειους». Έτσι θα τους δούμε πολύ συχνά να περιφρονούν, να κατακρίνουν, να γελοιοποιούν και να μειώνουν τους άλλους, ώστε να πάψουν να νιώθουν αυτό το έντονο αίσθημα κατωτερότητας και ατέλειας. Με τον τρόπο αυτό ενισχύουν την αίσθηση μεγαλείου που έχουν για τον εαυτό τους και υποτιμούν τον εαυτό όλων των υπολοίπων. Ορισμένες φορές, ωστόσο, μπορεί να παρατηρηθεί και το εντελώς αντίστροφο: ένα ναρκισσιστικό άτομο μπορεί να εξιδανικεύσει κάποιον άλλον, αντλώντας μέσα από αυτόν την αίσθηση της υπεροχής που λείπει από τον ίδιο («είμαι φίλος του Τάδε, ο οποίος είναι ο πιο δημοφιλής/επιτυχημένος/πλούσιος/ταλαντούχος κλπ»).

Η ποιότητα των προσωπικών σχέσεων που συνάπτουν οι νάρκισσοι, περιγράφεται από την υπανάπτυκτη ικανότητά τους να αγαπούν, που είναι και το μεγάλο τίμημα που πληρώνουν για αυτόν τον προσανατολισμό της προσωπικότητάς τους. Οι άνθρωποι αυτοί χαρακτηρίζονται συχνά ως «συναισθηματικά βαμπίρ»: έχουν μία αστείρευτη ανάγκη («ναρκισσιστική πείνα») για επιβεβαίωση της αξίας τους και αυτή ακριβώς την επιβεβαίωση φροντίζουν να αντλούν διαρκώς από τους άλλους. Όμως, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να αγαπήσουν τον εαυτό τους, αδυνατούν να αγαπήσουν και τους άλλους ή τουλάχιστον, να διατηρήσουν μία στενή και βαθιά συναισθηματική σχέση μαζί τους. Αντ’ αυτού, τους χρησιμοποιούν, προκειμένου να απορροφούν συναισθήματα, προσοχή, ενδιαφέρον και ψυχική ενέργεια για να γεμίσουν οι ίδιοι (εξαντλώντας όμως όλους τους υπόλοιπους). Έτσι, καταλήγουν να συνάπτουν επιφανειακές σχέσεις, σε μια διαρκή αναζήτηση αυτοεπιβεβαίωσης. Φυσικά, από ένα σημείο και μετά η συμπεριφορά αυτή δεν γίνεται αποδεκτή από τον περίγυρό τους, ο οποίος απομακρύνεται, κατηγορώντας τους για αναισθησία, αδιαφορία, εγωισμό, ματαιοδοξία, κλπ. Το ναρκισσιστικό άτομο, βαθύτατα πληγωμένο, ταπεινωμένο και με αίσθημα κενότητας από την απόρριψη που έλαβε, φθάνει σε σημείο να αντιδρά με οργή και θυμό απέναντι στα άτομα που το ντρόπιασαν (όπως πιστεύει) με αυτόν τον τρόπο.

Τις τελευταίες δεκαετίες πολυάριθμες έρευνες επισημαίνουν μία σταθερή και σημαντική αύξηση των ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών στους ανθρώπους, φθάνοντας μάλιστα σε σημείο να κάνουν λόγο για «επιδημία ναρκισσισμού». Πολλοί μελετητές αποδίδουν αυτή την αύξηση σε χαρακτηριστικά της σύγχρονης ζωής, που προάγει τον ατομικισμό έναντι της συλλογικότητας. Στις περισσότερες Δυτικές κοινωνίες, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ο εν γένει τρόπος ζωής προάγει τον καταναλωτισμό, τον υλισμό, την ατομική επιτυχία, την φήμη, τον πλούτο, την ανεξαρτησία από τους άλλους, την αυτοεκτίμηση και την δύναμη. Από την άλλη πλευρά, εκτιμώνται λιγότερο χαρακτηριστικά όπως η τιμιότητα, η συνεργασία, η ειλικρίνεια, ο αλτρουισμός, το ενδιαφέρον για τον άλλον και η συλλογικότητα. Μέσα σε ένα ατομικιστικό πλαίσιο, οι άνθρωποι προσπαθούν να διακριθούν στη βάση εξωτερικών γνωρισμάτων όπως η ομορφιά, η επιτυχία, ο πλούτος και η εξωστρέφεια, παραμελώντας τις σημαντικότερες, για την ψυχική υγεία, πτυχές της ταυτότητας και της ακεραιότητας του χαρακτήρα. Πιο πρόσφατα, μία σειρά ερευνών μελέτησε τη σχέση ανάμεσα στην χρήση ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης (π.χ. Facebook, Twitter) και τους χρήστες με ναρκισσιστική οργάνωση της προσωπικότητας, σε μία προσπάθεια να διαπιστωθεί αν τα πρώτα ενισχύουν την εμφάνιση ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών στους ανθρώπους. Μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα από τις έρευνες ποικίλουν. Το βέβαιον φαίνεται να είναι πως τα κοινωνικά δίκτυα επιτρέπουν στους ναρκισσιστές χρήστες να χρησιμοποιούν τους «φίλους» τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που χρησιμοποιούν τους φίλους και τους γνωστούς τους στην πραγματική ζωή: για να τονώσουν το Εγώ τους.

Επειδή ζούμε σε μία εποχή που πριμοδοτεί την εύκολη παθολογικοποίηση παράξενων, ενοχλητικών, ή «δύσκολων» συμπεριφορών, θα πρέπει να τονιστεί πως όλοι οι άνθρωποι φέρουμε ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά. Από την παιδική μας ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής μας επιδιώκουμε (και χρειαζόμαστε) την αναγνώριση και την αποδοχή των οικείων μας, καθώς και την επιβεβαίωση της αξίας και των ικανοτήτων μας. Αναζητούμε δηλαδή το «μπράβο» του γονιού ή του αγαπημένου προσώπου, έχουμε ανάγκη την αγάπη και την προσοχή των άλλων και απολαμβάνουμε ένα θετικό σχόλιο για το πρόσωπό μας. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα χαρακτηριστικά και τη διαταραχή ναρκισσιστικής προσωπικότητας είναι μεγάλη και διαφορετικοί άνθρωποι τοποθετούνται σε διαφορετικά σημεία αυτού του φάσματος. Όπως πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει η Nancy McWilliams «άτομα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, όπως η Janis Joplin και ο προβληματικός μαθητής του Σωκράτη, Αλκιβιάδης, εύλογα μπορεί να θεωρηθούν άτομα με ναρκισσιστική οργάνωση της προσωπικότητας».

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

J. M. Twenge, S. Konrath, J. D. Foster, W. K. Campbell, and B. J. Bushman (2008) Egos Inflating Over Time: A Cross-Temporal Meta-Analysis of the Narcissistic Personality Inventory, Journal of Personality 76:4, August 2008.

Hui, C.H. & Triandis, H.C. (1986). Individualism-collectivism: A study of cross-cultural researchers. Journal of Cross-Cultural Psychology, 20.

Triandis, H.C., McCusker & Hui, C.H. (1990). Multimethod probes of individualism and collectivism. Journal of Personality and Social Psychology, 59.

L.E. Buffardi & W.K. Campbell (2008). Narcissism and Social Networking Web Sites, Personality and Social Psychology Bulletin, vol. 34, no.10.

Nancy McWilliams, Ψυχαναλυτική Διάγνωση, Εκδόσεις ΙΨΥ, 2012

Το γλωσσάριο των ανθέων

Image

την ποίησιν ή την δόξα;

την ποίηση

το βαλάντιον ή την ζωή;

τη ζωή

Χριστόν ή Βαραββάν;

Χριστόν

την Γαλάτεια ή μιαν καλύβην;

την Γαλάτεια

την Τέχνη ή τον θάνατο;

την Τέχνη

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;

την Ηρώ

την σάρκα ή τα οστά;

την σάρκα

τη γυναίκα ή τον άνδρα;

τη γυναίκα

το σχέδιον ή το χρώμα;

το χρώμα

την αγάπη ή την αδιαφορία;

την αγάπη

το μίσος ή την αδιαφορία;

το μίσος

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

τον πόλεμο

νυν ή αεί;

αεί

αυτόν ή άλλον;

αυτόν

εσένα ή άλλον;

εσένα

το άλφα ή το ωμέγα;

το άλφα

την εκκίνηση ή την άφιξη;

την εκκίνηση

την χαράν ή την λύπην;

την χαρά

την λύπην ή την ανίαν;

την λύπη

τον άνθρωπο ή τον πόθο;

τον πόθο

τον πόλεμο ή την ειρήνη;

την ειρήνη

ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς;

ν’ αγαπώ

Ν. Εγγονόπουλος || Πίνακας «Μούσες στη Στέγη», του ιδίου

[Ευχαριστώ: http://dornac.over-blog.com/article-nikos-engonopoulos-le-vocabulaire-des-fleurs-53335504.html ]

The Diary of Anaïs Nin

Image

You live like this, sheltered, in a delicate world, and you believe you are living. Then you read a book… or you take a trip… and you discover that you are not living, that you are hibernating. The symptoms of hibernating are easily detectable: first, restlessness. The second symptom (when hibernating becomes dangerous and might degenerate into death): absence of pleasure. That is all. It appears like an innocuous illness. Monotony, boredom, death. Millions live like this (or die like this) without knowing it. They work in offices. They drive a car. They picnic with their families. They raise children. And then some shock treatment takes place, a person, a book, a song, and it awakens them and saves them from death. Some never awaken.

Anaïs Nin, The Diary of Anaïs Nin, Vol. 1: 1931-1934.

[ Ευχαριστώ: https://www.goodreads.com/author/show/7190.Ana_s_Nin ]

Μυρίσαι το Άριστον [XXVII]

Image

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

Ο. Ελύτης, Μυρίσαι το Άριστον [XXVII] – «Ο Μικρός Ναυτίλος», Εκδ. Ίκαρος

Ο μη-ολοκληρωμένος άνθρωπος

Image

Ο καθένας μαθαίνει πολύ νωρίς στη ζωή του, ότι θα τον αγαπήσουν πιο εύκολα αν συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Έτσι αρχίζει να ζει σαν σε κοχύλι. Αυτό το κοχύλι μπορεί να είναι ακριβώς ένας ρόλος τον οποίο παίζει συνειδητά, γνωρίζοντας πολύ καλά – τουλάχιστον κατά βάθος – ότι ο ίδιος είναι εντελώς διαφορετικός σε αυτόν τον ρόλο. Μπορεί να γίνει είτε ένα σκληρό κέλυφος, είτε μια ασπίδα που αυτός θεωρεί πως είναι ο εαυτός του.

[Carl Rogers || Gilbert Garcin, «Precautionary Measures» ]

[Ευχαριστώ: http://stories4human.wordpress.com/ ]

Ο Μέγας Ανατολικός

Image

«Τι συμβαίνει, διηρωτάτο με σπαραγμόν η νεανίς, και δεν ημπορεί κανείς να απολαμβάνη πάντοτε τον έρωτα σαν μίαν ωραίαν οπώραν, σαν ένα ωραίο τοπίο, σαν ένα ωραίο ξένοιαστο πρωί, πασίχαρο, αυροφίλητο, γιομάτο ευφροσύνη, σαν ένα μυροβόλο περιβόλι ή σαν μια καθαρή αμμουδιά, λουσμένη από γαλάζιο πέλαγος ευδαιμονίας;

Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως -εξηκολούθησε να σκέπτεται μ’ αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» κι η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος κι απολύτως παντοδύναμος -όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» κι άλλα αηδή κι ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης κι όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;»

[Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός – απόσπασμα, 6ο Κεφάλαιο, Α’ Μέρος, Α’ Τόμος, εκδ. ΑΓΡΑ || Φωτογραφία του ιδίου ]