Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας – Alice Miller

Image

[…] Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη. Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο αναγκαία, που η άγνοιά της έχει υψηλό κόστος, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί με την μορφή σοβαρών ασθενειών. Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε, ακολουθώντας μια μακροχρόνια διαδικασία, να ανακαλύψουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια, μια αλήθεια που μπορεί να μας προκαλέσει πόνο πριν μας προσφέρει μια νέα αίσθηση ελευθερίας. Αν, αντίθετα, επιλέξουμε να αρκεστούμε σε μια διανοητική γνώση,  θα παραμείνουμε στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων και της εξαπάτησης του εαυτού μας.

Δεν μπορούμε να σβήσουμε τις ζημιές που έγιναν μέσα μας κατά την παιδική μας ηλικία, αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε στο παραμικρό το παρελθόν μας. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε και να αναδιοργανώσουμε τον εαυτό μας και έτσι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ενότητα, αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε από πολύ κοντά και να συνειδητοποιήσουμε τη γνώση που έχουμε αποθηκεύσει στο σώμα μας για αυτά που έγιναν στο παρελθόν.

Αυτός ο δρόμος σίγουρα δεν είναι εύκολος, σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας την αόρατη και απάνθρωπη φυλακή της παιδικής μας ηλικίας.

Μόνο έτσι μπορούμε να μετατρέψουμε τον εαυτό μας από το ανίδεο θύμα που ήταν στο παρελθόν σε υπεύθυνο άτομο, που γνωρίζει τη δική του ιστορία και μπορεί να ζήσει μαζί της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δεν θέλουν να γνωρίζουν τίποτα από την προσωπική τους ιστορία και έτσι δεν συνειδητοποιούν ότι, στην ουσία, η ιστορία τους τους καθορίζει συνεχώς στο παρόν. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στην απωθημένη και ανεπίλυτη κατάσταση που παγιώθηκε στην παιδική τους ηλικία. Δεν συνειδητοποιούν ότι φοβούνται και αποφεύγουν κινδύνους οι οποίοι, παρ’ όλο που κάποτε ήταν πραγματικοί, εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει να είναι. Καθοδηγούνται από ασυνείδητες αναμνήσεις και απωθημένα συναισθήματα και ανάγκες, τα οποία, όσο παραμένουν ασυνείδητα και αξεδιάλυτα, συχνά καθορίζουν, με σχεδόν διαστροφικό τρόπο, καθετί που κάνουν ή δεν κάνουν.

Απόσπασμα από το βιβλίο της ψυχολόγου- ψυχαναλύτριας Alice Miller, «Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας».

Το νησί των συναισθημάτων

Image

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα. Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.

Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος. «Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη. «Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια. «Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου». «Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!». Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν νώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.

Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση: «Γνώση, ποιος με βοήθησε»; «Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση. «Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε η Χρόνος;»

Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:

«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο  μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Μάνος Χατζιδάκις

[Ευχαριστώ: http://www.poiein.gr/archives/18160 ]

Ένα δέντρο, μια φορά

1or22b

Το δέντρο

Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.

Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν…

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη.
Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.

Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε πού να μείνει.

Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…

Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί…

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.

Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.

Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.

– Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.

Ήταν το δέντρο του δρόμου.

– Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.

– Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!

– Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.

– Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.

– Γιατί το λες αυτό;

– Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.

Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε ‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;

– Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.

– Με τι; Απόρησε.

– Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.

– Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…

Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός, έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου.
Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.

– Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.

– Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.

Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.

– Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.

– Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…

– Κοίτα! Έρχονται!

Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.

– Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.

Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.

Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.

Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.

– M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο…

– Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…

– Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.

– Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.

Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.

Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες…

Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!

H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.

– Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;

– Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.

– Αλήθεια;

– Ναι.

– Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.

– Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.

H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.

Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.

Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!

Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.

Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί…

Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.

Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.

Έτσι λένε…

Ποιος ξέρει;

Ευγένιος Τριβιζάς, «Ένα δέντρο, μια φορά». Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 7/2007

[Ευχαριστώ: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/eygenios_tribizas_ena_dentro.htm ]

Ντέλια Έλενα Σαν Μάρκο

Image

Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνία της Πλατείας Όνσε.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο, ξανακοίταξα. Στραφήκατε και με αποχαιρετήσατε με το χέρι.
Ένα ποτάμι οχήματα κι ο κόσμος έτρεχε ανάμεσά μας. Ήταν μία μέρα οποιαδήποτε, πέντε το απόγευμα. Πώς να ήξερα πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητος;
Δεν ιδωθήκαμε πια κι ένα χρόνο μετά είχατε πεθάνει.
Κι έτσι ψάχνω αυτή την ανάμνηση, την κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήταν φενάκη, πως πίσω απ’ τον κοινότοπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο απέραντος χωρισμός.
Χθες τη νύχτα, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό, και ξαναδιάβασα, μήπως και  καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλό του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει όταν η σάρκα πεθαίνει.
Και τώρα δεν ξέρω αν η αλήθεια είναι με το μέρος της μεταγενέστερης καταχθόνιας ερμηνείας ή με τον αθώο αποχαιρετισμό.
Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πρέπει να δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς τους.
Όταν οι άνθρωποι αποχαιρετιούνται, είναι σαν να αρνιούνται τον αποχωρισμό, είναι σαν να λένε, Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αλλά τα ξαναλέμε αύριο.
Επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί κατά κάποιον τρόπο ξέρουν πως είναι αθάνατοι παρόλο που θεωρούν τον εαυτό τους τυχαίο και εφήμερο.
Ντέλια: κάποτε θα ξαναπιάσουμε (πλάι σε ποιο ποτάμι;) αυτόν τον αβέβαιο διάλογο και θα αναρωτηθούμε αν ποτέ, σε κάποια πόλη που χανόταν μέσα σε μία πεδιάδα, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια.

J. L. Borges,  από τη συλλογή «Ο Ποιητής»:  Άπαντα τα Πεζά ΙΙ, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗΣ.

Οι Πέντε Ελευθερίες

Image

Η Virginia Satir, Αμερικανίδα συγγραφέας και ψυχοθεραπεύτρια, που δούλεψε εκτενώς με οικογένειες, παρατήρησε ότι πολλοί ενήλικες μαθαίνουν από την παιδική τους ηλικία να απορρίπτουν τις πληροφορίες που δέχονται από τις αισθήσεις τους κι έτσι να μην δίνουν σημασία στο τι ακούνε, βλέπουνε, μυρίζουν ή νιώθουν κάθε στιγμή. Υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τον εσωτερικό εαυτό του, ανέπτυξε στο βιβλίο της Making Contact τη θέση των Πέντε Ελευθεριών, οι οποίες βοηθούν τον άνθρωπο να συνδεθεί με τον εαυτό του στο «εδώ και τώρα» και να δει καθαρά τις δημιουργικές επιλογές που έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή:

  1. Η ελευθερία να βλέπουμε και να ακούμε αυτό που υπάρχει κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να υπάρχει, αυτό που υπήρχε ή που θα υπάρξει.
  2. Η ελευθερία να λέει κανείς αυτό που αισθάνεται και σκέφτεται, κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται και να σκέφτεται.
  3. Η ελευθερία να αισθάνεται κανείς αυτό που αισθάνεται κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται.
  4. Η ελευθερία να ζητάει κανείς αυτό που θέλει κι όχι να περιμένει πάντα την άδεια να το ζητήσει.
  5. Η ελευθερία να διακινδυνεύει κανείς για λογαριασμό του αντί να προτιμά την ασφάλεια της αδράνειας και να μην «ταράζει τα νερά».

Ασκώντας ενεργά αυτές τις πέντε ελευθερίες, ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται, να κατανοεί και να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του, αντί να τα καταπιέζει, να τα απορρίπτει ή να τα αποκρύβει από τον ίδιο και τον περίγυρό το. Παράλληλα, απελευθερώνεται από πεποιθήσεις και απόψεις της κοινωνίας που για τον ίδιο είναι δυσλειτουργικές και συγκρατούν τον πραγματικό του εαυτό και τις επιθυμίες του, αναγκάζοντάς τον να συμπεριφερθεί με τρόπο μη αυθεντικό.

Virginia Satir, «Making Contact»

Να Έχεις ή να Είσαι;

Image

Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκυντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα “σύμπλεγμα από επιθυμίες”. Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψύχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.

Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από μένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.

Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση […] Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.

Erich Fromm, «Να έχεις ή να είσαι;» Εκδ. Μπουκουμάνης (απόσπασμα)

Αποφάσεις για τη νέα χρονιά – πώς (δεν) τις τηρούμε;

Image

Τελευταίες ημέρες του χρόνου και, εν αναμονή του καινούργιου πολλοί από εμάς παίρνουμε αποφάσεις για την νέα χρονιά. Συνήθως, πρόκειται για στόχους που έχουν να κάνουν με τα οικονομικά μας («θα κάνω περισσότερη οικονομία»), με την φυσική μας κατάσταση («θα ξεκινήσω γυμναστήριο») ή με κακές συνήθειες («θα κόψω το κάπνισμα») και τον τρόπο ζωής μας («θα ξεκουράζομαι περισσότερο»). Μολονότι πρόκειται για κάτι αρκετά συνηθισμένο και μάλλον εθιμοτυπικό, σπανίως κάνουμε μία παύση για να σκεφτούμε για ποιον λόγο θέτουμε τώρα αυτούς τους στόχους ή ποιες είναι οι πραγματικές πιθανότητες να φανούμε συνεπείς σε αυτές τις αποφάσεις μας.

Γιατί θέτουμε Στόχους για τη Νέα Χρονιά;

Η 1η Ιανουαρίου φαντάζει ιδανική για αυτή τη διαδικασία στοχοθέτησης, για διάφορους λόγους. Κατ’ αρχάς σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου και την έναρξη ενός καινούργιου. Είναι ένα χρονικό ορόσημο, που διαιρεί τον χρόνο σε «πριν» και «μετά» και λειτουργεί ως αφετηρία για μία νέα πορεία. Ακόμα και συμβολικά αν το εξετάσουμε, ο Ιανός (από τον οποίο πήρε το όνομά του ο μήνας Ιανουάριος) ήταν ο διπρόσωπος θεός των Ρωμαίων, που κοίταζε ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο μέλλον. Πολιτισμικά και κοινωνικά, λοιπόν, πρόκειται για μία περίοδο ανανέωσης και μετάβασης, όπου κάτι τελειώνει οριστικά και αρχίζει κάτι καινούργιο – και μαζί με αυτό, γιατί όχι και μία καινούργια, διαφορετική ή βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας;

Αξίζει να σημειωθεί πως οι περισσότερες από τις αποφάσεις που λαμβάνουμε για την νέα χρονιά, έχουν σχέση με τον αυτοέλεγχο, με μία διαμάχη που συμβαίνει μέσα μας πάνω σε διάφορα ζητήματα. Διαφορετικές πτυχές του εαυτού μας επιθυμούν διαφορετικά πράγματα. Υπάρχει η πλευρά του εαυτού μας που επιθυμεί να έχει ένα ωραίο ή καλλίγραμμο σώμα και υπάρχει κι εκείνη η πλευρά που θέλει να απολαμβάνει όλες τις πιθανές λιχουδιές, ανά πάσα στιγμή και ώρα. Υπάρχει η πλευρά του εαυτού μας που αρέσκεται να ξοδεύει χρήματα κι εκείνη η πλευρά που ξέρει ότι πρέπει να κάνει οικονομία. Αυτό που συμβαίνει με τους στόχους και τις υποσχέσεις για «τη νέα χρονιά» είναι ότι έχουν μία μακροπρόθεσμη προοπτική (κάτι που θα γίνει στο μέλλον), οραματίζονται μία βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας (άρα μας προσφέρουν άμεση ικανοποίηση την στιγμή που τις σκεφτόμαστε) και ταυτόχρονα επιβάλλονται στην αυθόρμητη πλευρά του εαυτού μας που θέλει να ξοδέψει, να φάει γλυκά ή να μείνει στο σπίτι αντί να πάει στο γυμναστήριο. Υπό μία έννοια, ενόψει της νέας χρονιάς, νιώθουμε πως ο «καλός» εαυτός μας νικάει τον «κακό».

Γιατί όχι τώρα;

Γιατί όμως περιμένουμε την νέα χρονιά για να ξεκινήσουμε την προσπάθεια υλοποίησης των στόχων μας, αφού κάλλιστα θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από σήμερα κιόλας; Μία πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνεται πολύ εύστοχα από τον καθηγητή ψυχολογίας στο Carleton University, Dr. Pychyl: «οι αποφάσεις και οι στόχοι για την νέα χρονιά είναι ουσιαστικά μία πολιτισμικά καθορισμένη μορφή αναβλητικότητας». Με άλλα λόγια, μας αρέσει να βάζουμε στόχους για τη νέα χρονιά διότι αυτό δικαιολογεί την καθυστέρησή μας στην υλοποίησή τους. Νιώθουμε καλά, γιατί έχουμε έναν στόχο για το μέλλον – πράγμα που είναι καλό – αλλά ταυτόχρονα, νιώθουμε επίσης ωραία διότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα απολύτως αυτή τη στιγμή. Το «από τη νέα χρονιά» είναι μακρινό και, μέχρι τότε, μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι κάναμε μέχρι τώρα. Είναι μία μορφή αυτό-εξαπάτησης, ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού στον εαυτό μας θα έλεγε κανείς, όπου απολαμβάνουμε την χρονική απόσταση μεταξύ πρόθεσης και πράξης.

Δηλαδή θα αποτύχω;

Κανείς δεν λέει ότι θα αποτύχουμε στους στόχους που θέτουμε για τη νέα χρονιά. Περισσότερο, θα λέγαμε πως οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται α) από τους λόγους για τους οποίους περιμένουμε την αλλαγή του χρόνου για να κάνουμε τις αλλαγές που επιθυμούμε, και β) από τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύουμε να κινηθούμε προκειμένου να τις επιτύχουμε. Το πρώτο έχει να κάνει με την ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας και με τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν στο να ξεκινήσουμε τώρα μία αλλαγή.  Το δεύτερο, ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να επιτύχουμε τους στόχους μας, αφορά κάποιες εσφαλμένες κινήσεις, που συνήθως κάνουμε.

Πώς θα καταφέρω να επιτύχω τους στόχους μου;

Καλό είναι να αποφεύγουμε τους γενικούς και ασαφείς στόχους (π.χ. «θα ξεκινήσω γυμναστήριο») και παράλληλα να σκεφτόμαστε τα εμπόδια που θα έχουμε σε καθημερινή βάση. Στο ίδιο παράδειγμα, είναι προτιμότερο να πούμε ότι θα ξεκινήσουμε γυμναστήριο 3 φορές την εβδομάδα, να σκεφτούμε ποια ώρα της ημέρας θα ήταν καλύτερη για το πρόγραμμά μας, τι θα μπορούσε να μας εμποδίσει να πάμε και πώς θα αποφύγουμε αυτό το εμπόδιο. Εδώ υπεισέρχεται και ο παράγοντας του ρεαλισμού: Αν, για παράδειγμα, αποφασίσουμε ότι θα πηγαίνουμε στο γυμναστήριο μετά τη δουλειά μας, θα πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι ρεαλιστικό. Διότι, αν τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας αργούμε να τελειώσουμε στη δουλειά ή αν επιστρέφοντας στο σπίτι μάς περιμένει μία σειρά άλλων υποχρεώσεων, τότε ο στόχος του γυμναστηρίου μετά τη δουλειά είναι εξ’ αρχής καταδικασμένος.

Σκόπιμο είναι να αποφύγουμε να βάλουμε πολλούς στόχους ταυτόχρονα, όπως να ξεκινήσουμε γυμναστήριο, να αρχίσουμε να τρώμε πιο υγιεινά και να χάσουμε κάποια κιλά. Σε καθημερινό επίπεδο, κάτι τέτοιο προϋποθέτει να βρούμε χρόνο και διάθεση για το γυμναστήριο, χρόνο για να μαγειρεύουμε στο σπίτι, χρόνο για να ψωνίζουμε φρέσκα φρούτα και λαχανικά ώστε να τα έχουμε πάντα διαθέσιμα στο σπίτι μας, κλπ. Αν δεν καταφέρουμε κάτι από αυτά απογοητευόμαστε, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να τα παρατήσουμε εύκολα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από έναν στόχο και σταδιακά, μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλες, συναφείς με αυτόν, αλλαγές.

Παρ’ ότι συχνά επιθυμούμε κάποια αλλαγή για τον εαυτό μας, πολλές φορές βαθιά μέσα μας δεν θέλουμε να αλλάξουμε – κι αυτό για διάφορους λόγους. Αν επιθυμούμε την αλλαγή επειδή «πρέπει» ή επειδή «θα ήταν καλό να…», ενδεχομένως να μην έχουμε πειστεί απολύτως να δεσμευτούμε στην προσπάθεια επίτευξής της. Αν για παράδειγμα σκεφτόμαστε ότι «πρέπει να κόψω το κάπνισμα» και θέσουμε αυτό ως στόχο για την νέα χρονιά, η πορεία μας προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι καταδικασμένη, αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να πούμε οριστικά «τέλος». Η εσωτερική μας κινητοποίηση θα καμφθεί εύκολα αν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε αποφασισμένοι για μία τέτοια κίνηση. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου πως η διακοπή κάποιων «κακών συνηθειών», όπως το κάπνισμα ή το αλκοόλ, ούτε εύκολη διαδικασία είναι, ούτε μας προσφέρει άμεση ικανοποίηση και απόλαυση. Αν μη τι άλλο λοιπόν, θα πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι ότι θέλουμε να κάνουμε αυτή την αλλαγή στη ζωή μας και να εμμείνουμε στην προσπάθεια, έχοντας κατά νου τα μελλοντικά οφέλη που θα αποκομίσουμε από αυτή.

Προσοχή στην τελειομανία μας: μία αστοχία, ένα ολίσθημα, μία παρορμητική συμπεριφορά που είναι αντίθετη προς τον στόχο μας, και αμέσως σπεύδουμε να φορτώσουμε τον εαυτό μας με ενοχές και τύψεις για το μεγάλο «λάθος» που κάναμε. Η καλύτερη σκέψη σε αυτές τις περιπτώσεις είναι «ε, και;»: «Δεν κατάφερα να πάω γυμναστήριο αυτή την εβδομάδα, γιατί είχα πολλή δουλειά- ε, και;» «Έφαγα γλυκό – ε, και;». Τα ολισθήματα δεν σημαίνουν τίποτα για τον τελικό μας στόχο, ούτε για την αποφασιστικότητά μας ή την αυτοεκτίμησή μας. Σε τελική ανάλυση, ας μην παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο στα σοβαρά – μπορούμε να γελάσουμε με το ολίσθημα, να το χαρούμε και την επόμενη ημέρα να επιστρέψουμε ξανά στο πλάνο μας.

Τέλος, καλό θα είναι να μιλήσουμε με κάποιους δικούς μας ανθρώπους και να τους ζητήσουμε είτε την πρακτική τους βοήθεια σε θέματα καθημερινότητας, είτε την ψυχολογική τους υποστήριξη και ενθάρρυνση. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας πολλές φορές δεν είναι καλός σύμβουλος. Δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε όλα μόνοι μας και για αυτό είναι σκόπιμο να έχουμε ανθρώπους γύρω μας που θα μας στηρίξουν στην προσπάθειά μας.

Εν κατακλείδι

Είναι θετικό και απαραίτητο να βάζουμε στόχους για την πορεία της ζωής μας και να προσπαθούμε να τους επιτύχουμε. Αυτό άλλωστε συνεπάγεται προσωπική ανάπτυξη και βελτίωση. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι απαραίτητο να περιμένουμε την νέα χρονιά ή τον επόμενο μήνα, ή την καινούργια εβδομάδα για να ξεκινήσουμε μία πορεία δράσης. Μπορούμε κάλλιστα να ξεκινήσουμε άμεσα. Σε κάθε περίπτωση, καλό θα είναι να έχουμε στόχους ρεαλιστικούς, προσιτούς και ικανούς να μας πάνε ένα βήμα πιο πέρα: να βελτιώνουν κάτι ουσιαστικό στη ζωή μας, είτε αυτό αφορά τις σχέσεις μας με τους άλλους, είτε την υγεία μας, είτε το επάγγελμα και τις σπουδές μας. Τέλος, θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως η πορεία προς μία αλλαγή δεν είναι ποτέ εύκολη. Απογοητεύσεις και πισωγυρίσματα υπάρχουν πάντα, σε οτιδήποτε ξεκινάμε στη ζωή μας – το μυστικό είναι να δούμε αυτά τα εμπόδια ως τρόπους ενίσχυσης της κινητοποίησής μας και του πείσματός μας να καταφέρουμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος