Οι Έξι Τυφλοί Άνδρες και ο Ελέφαντας

Εικόνα

 

Μια φορά και έναν καιρό ήταν 6 τυφλοί άντρες που κάθονταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και συζητούσαν. ‘Έλεγαν πως ενώ η φύση τους είχε αδικήσει και δεν τους είχε δώσει την δυνατότητα να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους, όπως οι άλλοι άνθρωποι, εν τούτοις, τους είχε δώσει την δυνατότητα να αναπτύξουν περισσότερο τις υπόλοιπες αισθήσεις τους, και κυρίως την αφή, ώστε να μπορούν να καταλαβαίνουν με τα χέρια τους τι είναι το κάθε τι που βρίσκεται μπροστά τους. Όλοι συμφωνούσαν ότι μπορούσαν να ψηλαφίσουν
κάτι με τα χέρια τους και να καταλάβουν αμέσως τι είναι αυτό που πιάνουν.

Παρακάτω, καθόταν ένας γέρος. Δεν μίλαγε, αλλά άκουγε με ενδιαφέρον και περιέργεια αυτά που έλεγαν οι 6 τυφλοί άντρες. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και η μεγάλη εμπειρία του από τη ζωή τον είχε κάνει σοφό. Είχε μάθει να μην βιάζεται να κρίνει ή να απορρίψει κάτι και να δέχεται πως κάθε πράγμα, κάθε θέμα, μπορεί να έχει πολλές όψεις. «Ένα πράγμα μπορεί να
είναι έτσι αλλά και αλλιώς», συνήθιζε να λέει. Μετά από αρκετή ώρα και αφού είχε ακούσει προσεκτικά όσα έλεγαν οι τυφλοί άντρες δίπλα του, τους πλησίασε και τους ρώτησε: «Πώς είστε τόσο σίγουροι πως ό,τι ακουμπάτε, ό,τι ψηλαφίζετε με τα χέρια σας, μπορείτε να καταλάβετε αμέσως τι είναι και να είστε σίγουροι για αυτό; Πώς ξέρετε ότι δεν κάνετε λάθος;»

Οι 6 τυφλοί άντρες του απάντησαν ότι δεν κάνουν ποτέ λάθος και ότι αν ήθελε να το διαπιστώσει και ο ίδιος, μπορούσε να τους βάλει μία δοκιμασία. Ο γέρος δέχτηκε και την επόμενη μέρα τους συνάντησε πάλι στο πάρκο για τη μεγάλη δοκιμασία. Ο γέρος έφερε μαζί του έναν ελέφαντα και έβαλε τους 6 άντρες να τον πλησιάσουν και ένας ένας να τον ακουμπήσουν με τα χέρια τους και να του πουν τι είναι.

Ο πρώτος τυφλός άντρας, πλησιάζοντας τον ελέφαντα από το πλάι, έπεσε πάνω στο σκληρό και σταθερό του σώμα. Ψηλαφίζοντας με τα χέρια του την τεράστια και σκληρή πλευρά του ελέφαντα, κατέληξε με στόμφο: « Μα αυτό είναι, φυσικά, ένας τοίχος!». Ο δεύτερος τυφλός άντρας, από εκεί που στεκόταν, πλησίασε τον ελέφαντα από μπροστά και έπιασε την προβοσκίδα του. Αφού περιεργάστηκε με τα χέρια του την μακριά, κυλινδρική προβοσκίδα του ελέφαντα, είπε με σιγουριά: «Μου έχεις φέρει ένα φίδι,
αυτό είναι ένα φίδι!». Ο τρίτος άντρας, που στεκόταν λίγο πιο πέρα, έπιασε τους χαυλιόδοντες του ελέφαντα. Ήταν λείοι και μυτεροί σαν βέλη και ο τυφλός άντρας αμέσως αναφώνησε: «Αυτά που πιάνω είναι ακόντια, είναι σίγουρα ακόντια!».

Ο τέταρτος τυφλός άντρας, που είχε μακριά χέρια, έπιασε τα αφτιά του ελέφαντα που κουνιούνταν πέρα δώθε και όπως τα περιεργάστηκε, κατέληξε: «Είναι τα σκληρά φύλλα από έναν ανεμιστήρα που κουνιέται!». Ο πέμπτος άντρας, που ήταν πιο κοντός, έπιασε τα πόδια του ελέφαντα. Τα χάιδεψε με τα χέρια του μέχρι κάτω, τα έτριψε, και γυρνώντας προς τον γέρο-σοφό, είπε με μεγάλη βεβαιότητα: «Είναι ένας χοντρός, τραχύς κορμός δέντρου, είμαι βέβαιος!». Ο γέρος είπε και στον τελευταίο τυφλό άντρα να πλησιάσει και εκείνος, ψάχνοντας με τα χέρια του, έπιασε την ουρά του ελέφαντα. Ήταν μακριά, κυλινδρική και τραχιά σαν χοντρό σχοινί. «Είναι σχοινί. Είναι σίγουρα ένα χοντρό, δυνατό σχοινί!» αναφώνησε.

Αφού τελείωσαν και οι έξι, ο σοφός γέρος τους φώναξε κοντά του και τους είπε: «Κάνατε όλοι λάθος. Κανένας σας δεν βρήκε τι ήταν αυτό που είχε μπροστά του, που άγγιζε με τα χέρια του. Και όμως ήσασταν και οι έξι τόσο σίγουροι για τις απαντήσεις σας! Αυτό που πιάσατε όλοι σας ήταν ένας ελέφαντας. Ανάλογα όμως με την θέση όπου στεκόταν ο καθένας σας, ανάλογα με το ύψος του και το μάκρος των χεριών του, έπιανε με τα χέρια του ένα διαφορετικό σημείο του ελέφαντα. Έτσι, ένας νόμιζε ότι πιάνει έναν τοίχο, ο άλλος ένα φίδι, ο τρίτος ένα ακόντιο, ο τέταρτος τα φύλλα ενός ανεμιστήρα, ο πέμπτος έναν κορμό δέντρου και ο τελευταίος ένα δυνατό
σχοινί. Κανένας σας όμως δεν κατάλαβε ότι αυτό που αγγίζατε, αυτό που περιεργαζόσασταν και ψηλαφίζατε ήταν πολύ μεγαλύτερο και είχε και άλλα μέρη, και άλλες πλευρές και άλλα σημεία που θα μπορούσατε να πιάσετε για να καταλάβετε τι πραγματικά είναι. Έτσι, κανένας σας δεν προχώρησε πιο πέρα για να αγγίξει και τα άλλα μέρη του ελέφαντα, κανένας δεν είχε ολοκληρωμένη αίσθηση του σώματος του ελέφαντα, ώστε, από τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του, να μπορέσει να καταλάβει ότι αυτό που
αγγίζει είναι ένας ελέφαντας!».

Οι έξι τυφλοί άντρες είχαν χάσει τη μιλιά τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πόσο λάθος είχαν κάνει όλοι τους. Έτσι, με σεβασμό ζήτησαν, πλέον, από τον σοφό γέρο να τους εξηγήσει το λάθος τους, ώστε να μπορέσουν να γίνουν καλύτεροι. Και ο γέρος τους είπε: «Ο κάθε άνθρωπος, και αυτός που τα μάτια του βλέπουν καλά και καθαρά, ανάλογα με το ποιος είναι και με τη θέση που
βρίσκεται, μπορεί να βλέπει ή να νιώθει διαφορετικά το ίδιο πράγμα. Για να είμαστε σίγουροι για κάτι, πρέπει να το επιβεβαιώσουμε πολύ καλά και πολλές φορές και κυρίως, πρέπει να το πλησιάσουμε, να το «δούμε» ολόκληρο. Εσείς δεν ψηλαφίσατε τον ελέφαντα ολόκληρο. Ο καθένας σας άγγιξε το σημείο από το σώμα του ελέφαντα που ήταν πιο κοντά του και από εκεί έβγαλε το συμπέρασμα του, το οποίο βέβαια, ήταν λάθος γιατί αφορούσε μόνο ένα κομμάτι και όχι το σύνολο. Δεν μπορούμε να κρίνουμε κάτι και να βγάλουμε συμπέρασμα, ότι και να είναι αυτό, εάν δεν το δούμε, δεν το «αγγίξουμε» από παντού, από όλες τις πλευρές του, ώστε να έχουμε
μια ολοκληρωμένη εικόνα και να μπορούμε να εκφράσουμε μία σωστή άποψη.»

«Ένας ακόμα λόγος που δεν μπορέσατε να βρείτε τι είναι αυτό που όλοι σας αγγίζατε, είναι ότι δεν συνεργαστήκατε μεταξύ σας. Ακόμα και χωρίς να ξέρετε ότι σε όλους σας έχω δώσει τον ίδιο ελέφαντα να πιάσετε, αν μιλούσατε μεταξύ σας και λέγατε ο ένας στον άλλον τι πιάνετε με τα χέρια σας και τι καταλαβαίνετε από αυτό, τότε συνδυάζοντας τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις σας από το άγγιγμα του ελέφαντα, θα μπορούσατε να βρείτε τι είναι. Πάντοτε έχουμε να κερδίσουμε από τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους ακόμα και αν θεωρούμε ότι αυτά που κάνει ο καθένας μας είναι διαφορετικά και δεν έχουν σχέση με αυτά που κάνει ο άλλος. Αν λέγατε όλοι τη γνώμη σας για το τι είναι αυτό που αγγίζατε, αν ανταλλάσατε απόψεις, στο τέλος θα καταφέρνατε συνδυάζοντας τις γνώμες σας και τα ευρήματα σας να βρείτε την αλήθεια. Πριν καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, είναι καλό να μιλάμε και με άλλους ανθρώπους, να ακούμε και να προσπαθούμε να καταλάβουμε και την δική τους άποψη, πριν βεβαιωθούμε για τα δικά μας
συμπεράσματα.»

[Δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια. Κάθε άνθρωπος βιώνει τη δική του, εντελώς υποκειμενική πραγματικότητα και αν θέλουμε να δούμε κάτι καλύτερα, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να το κοιτάξουμε και από την οπτική πλευρά των άλλων ανθρώπων..]

 

Ινδικό παραμύθι, σε προσαρμογή από το ποίημα του J.G. Saxe, «Six blind men and an elephant».

[ Ευχαριστώ: http://www.letsfamily.gr/ ]

Advertisements

Μαθήματα Ζωής

Live

 

Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε τη θάλασσα; ή που μυρίσατε το άρωμα του πρωινού; που αγγίξατε τα μαλλιά ενός μωρού; που γευτήκατε βαθιά και απολαύσατε ένα νόστιμο φαγητό; που περπατήσατε με γυμνά πόδια πάνω στο γρασίδι; που χαθήκατε στο μπλε του ουρανού;

Όλες αυτές είναι εμπειρίες που όσο μπορούμε να ξέρουμε, ίσως να μην ξαναζήσουμε ποτέ. Πολλοί από μας ζουν κοντά στη θάλασσα , ποτέ όμως δεν βρίσκουν το χρόνο να την κοιτάξουν. Όλοι ζούμε κάτω από τα αστέρια, πότε όμως κοιτάμε ψηλά; Πότε αγγίζουμε και γευόμαστε τη ζωή και πότε βλέπουμε ή αισθανόμαστε το σπάνιο και ασυνήθιστο μέσα στα κοινά και στα τετριμμένα; Κάπου λένε ότι η γέννηση του κάθε παιδιού σημαίνει πώς ο Θεός αποφάσισε ότι ο κόσμος θα συνεχίσει.

Με τον ίδιο τρόπο, η κάθε μέρα που ξυπνάμε είναι ένα ακόμη δώρο ζωής και εμπειρίας .

Πότε ήταν η τελευταία φορά που βιώσατε την εμπειρία μιας ημέρας μέχρι το μεδούλι; Δεν θα έχετε άλλη ζωή σαν κι αυτή. Δε θα παίξετε ποτέ ξανά το ρόλο που παίζετε τώρα, ούτε θα βιώσετε άλλη φορά τη ζωή έτσι όπως σας έχει δοθεί τώρα. Δε θα βιώσετε ποτέ ξανά τον κόσμο όπως τον βιώνετε σε αυτή τη ζωή, με αυτούς τους γονείς, τα παιδιά και τις οικογένειες. Δε θα έχετε ποτέ ξανά αυτούς τους φίλους που έχετε τώρα. Δε θα έχετε ποτέ ξανά την εμπειρία αυτής της γης και των θαυμάτων της. Μην περιμένετε τη στιγμή που θα στραφεί για τελευταία φορά το βλέμμα σας στη θάλασσα, στα αστέρια ή στην αγαπημένη σας.

Πηγαίνετε και δείτε τα τώρα.

 

Μαθήματα Ζωής, Elisabeth Kübler-Ross, David Kessler (αποσπάσματα)

Το Ηλιοτρόπιο

Εικόνα

Ήταν κάποτε ένα λιβάδι, γεμάτο ηλιοτρόπια.

Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο.

Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γυρίζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω.

Εκτός από ένα.

Ένα μόνο ηλιοτρόπιο, απ όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου, δεν κοίταζε τον ήλιο.

Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει

Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω.

 

«Μα, γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο, όπως εμείς;»

ρωτούσαν τα άλλα ηλιοτρόπια , απορημένα

«Και γιατί να τον κοιτώ;»

«Επειδή είναι χρυσός, επειδή λάμπει, κι ανασαίνει φως»

«Ε, και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε»

«Τι θες να πεις, δε σ αρέσει δηλαδή;»

«Καλός είναι, δε λέω. Αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς από το πρωί ίσαμε το βράδυ.

Αλήθεια, δε μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σα χαζά μέρα μπαίνει – μέρα βγαίνει»

 

«Δεν είναι στα καλά του», σκέφτονταν τα άλλα ηλιοτρόπια. «Ακούς εκεί να μη θέλει να κοιτάξει τον ήλιο.»

 

Και περνούσαν οι μέρες,

Κι όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο, εκτός από κείνο το ένα που κοιτούσε πάντα απ την αντίθετη πλευρά

 

– «Δε μου λες; Γιατί δε με κοιτάς;»

– «Άσε με ήσυχο» είπε το ηλιοτρόπιο

– «Πες μου, γιατί δε με κοιτάς ;»

– «Θέλεις αλήθεια να σου πω ;»

– «Ναι»

– «Επειδή θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα,

Μόνο για μένα να γελάς

Να λάμπεις μόνο για μένα

Εμένα μόνο να ζεσταίνεις.» είπε το ηλιοτρόπιο.

«Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι, θα σε κοιτούσα.»

– «Μα, δε γίνεται αυτό.» αποκρίθηκε ο ήλιος

«Δε γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελώ μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω; Δε γίνεται.»

– «Τότε κι εγώ δε θα σε κοιτώ»

– «Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς αν δε με κοιτάς.»

– «Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ; Παράτα με.» Είπε το ηλιοτρόπιο.

Δε μίλησε ο ήλιος. Και το μικρό ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη μεριά.

Και περνούσαν οι μέρες κι άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.

«Είδατε;», ψιθύριζαν τα άλλα μεταξύ τους.

«Δεν κοιτάζει τον ήλιο, και ορίστε, ιδού τα αποτελέσματα.

Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να μου το θυμηθείτε. έτσι όπως πάει, αργά ή γρήγορα θα μαραθεί»

 

Είχαν δίκιο.

Κάθε μέρα που περνούσε, το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό.

Ο μίσχος, τα πέταλά του, μαραινόταν αλλά ούτε που γυρνούσε να κοιτάξει το βασιλιά ήλιο. Παραξενεμένα τα άλλα, το άκουγαν να μιλά μονάχο του. «Φύγε,» έλεγε, «δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε.»

 

Ώσπου ένα βράδυ,

Το τελευταίο εκείνο βράδυ,

Όταν όλα τα άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί,

Μέσα στη νύχτα,

Μέσα στη σιωπή,

Πρόβαλε ο ήλιος.

Πρώτη φορά έβγαινε βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ’ ένα χρυσαφένιο, μαγευτικό φως τα όνειρό του.

 

«Ήρθες;» είπε το ηλιοτρόπιο.

«Ήρθα» είπε ο ήλιος.

«Μόνο για μένα;»

«Μόνο για σένα», αποκρίθηκε ο ήλιος. «Έλα».

Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο.

Τόσο ανάλαφρο, σα να μην το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν ανεβαίνει Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε. Κι ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, δε γίνεται πιο φωτεινός. Κι έφτασε κοντά στον ήλιο.

Κι από κει ψηλά, είδε όλες τις θάλασσες κι όλα τα λιβάδια.

Είδε λίμνες, είδε λειμώνες, είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξίδευαν στο κύμα, και πράσινα ποτάμια που στραφτάλιζαν, κι ολόλευκα πουλιά πάνω από βουνά ασημένια.

 

– «Έλα κοντά μου», είπε ο ήλιος

Κι εκείνο πήγε κοντά.

– «Πιο κοντά», είπε ο ήλιος

Κι εκείνο πήγε πιο κοντά.

«Κοίτα με» είπε ο ήλιος, «κοίτα με ηλιοτρόπιο. Για εσένα μόνο.», είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του.

 

Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη, να το καίει σαν πυρετός. Σα φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός, απ’ άκρη σ’ άκρη.

Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν ανοίγουν, να γλιστράν, να σκορπάν τα σπόρια, να πέφτουν δάκρυα και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως άγγιζαν το κύμα, σπίθες χρυσές ν’ αναπηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα, κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά.

Ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάλιζαν ονειρικά. Θάλασσες απέραντες, δίχως αρχή και δίχως τέλος.

Είχε συννεφιά το άλλο πρωί.

Δε βγήκε κείνη τη μέρα ο ήλιος.

Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος.

Το ηλιοτρόπιο έγειρε στον ίσκιο του, ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, δίχως πνοή, ανάμεσα στα δροσάτα ηλιοτρόπια του κάμπου.

 

«Τα ‘θελε και τα ‘παθε», είπε ένα

«Πήγαινε γυρεύοντας», είπε ένα άλλο.

Έτσι είπαν.

Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν.

Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε.

Πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του.

Κανένα δεν έμαθε ποτέ, το τελευταίο όνειρό του.

 

Ευγένιος Τριβιζάς – Το Ηλιοτρόπιο

[Ευχαριστώ: http://www.youtube.com/watch?v=pJVGd9YK0bU]

«Το δώρο της ψυχοθεραπείας»

Εικόνα

Σπανίως ακούω τους συναδέλφους μου θεραπευτές να παραπονιούνται πως η ζωή τους δεν έχει νόημα.

Η ζωή του θεραπευτή είναι μια ζωή προσφοράς, στην οποία καθημερινά υπερβαίνουμε τις προσωπικές μας επιθυμίες και στρέφουμε το βλέμμα προς τις ανάγκες και την ωρίμανση του άλλου. Μας προκαλεί απόλαυση όχι μόνο η ωρίμανση του ασθενούς μας αλλά και το φαινόμενο των ομόκεντρων κύκλων – η σωτήρια επίδραση που έχουν οι ασθενείς μας πάνω στους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζονται στη ζωή τους.

Αυτό είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο. Και μια εξαιρετική ικανοποίηση.

Μιλώντας προηγουμένως για τους κινδύνους του επαγγέλματος περιέγραψα την επίμονη, ατέρμονη αυτοπαρατήρηση και την εσωτερική δουλειά που απαιτεί το επάγγελμά μας. Αυτή η ίδια απαίτηση όμως είναι περισσότερο προνόμιο παρά βάρος, γιατί αποτελεί εγγενή προστασία ενάντια στη στασιμότητα. Ο ενεργός θεραπευτής εξελίσσεται συνεχώς, μεγαλώνει αενάως από άποψη αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης. Πώς μπορεί να καθοδηγεί κάποιος τους άλλους ανθρώπους σε μια εξέταση των βαθιών δομών του νου και της ύπαρξης χωρίς να εξετάζει ταυτόχρονα τον εαυτό του; Ούτε είναι δυνατόν να ζητάς από ένα ασθενή να εστιάσει την προσοχή του στον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με άλλους χωρίς να εξετάσεις τους δικούς σου αντίστοιχους τρόπους.

Η δουλειά μας μάς δίνει όχι μόνο την ευκαιρία να υπερβούμε τον εαυτό μας, να εξελιχθούμε και να ωριμάσουμε, όχι μόνο το προνόμιο μιας καθαρής ματιάς που μας οδηγεί προς την αληθινή και τραγική επίγνωση της ανθρώπινης μοίρας, αλλά μας προσφέρει ακόμα περισσότερα.

Παρακολουθούμε τους ασθενείς μας να εγκαταλείπουν παλιά αυτοκαταστροφικά μοτίβα συμπεριφοράς, ν ’αποστασιοποιούνται από πράγματα για τα οποία παραπονιόνταν ανέκαθεν, ν’ αναπτύσσουν ζήλο για τη ζωή, να μαθαίνουν να μας αγαπούν, και μέσα απ’ αυτό, να στρέφονται με αγάπη σε άλλους.

Είναι χαρά να βλέπεις άλλους ανθρώπους να απελευθερώνουν τις  πηγές της σοφίας που έχουν μέσα τους. Μερικές φορές νοιώθω σαν κάποιος που ξεναγεί τους ασθενείς του στο ίδιο τους το σπίτι, από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τι καταπληκτικό δώρο να τους βλέπεις ν’ ανοίγουν τις πόρτες δωματίων όπου δεν είχαν ξαναμπεί ποτέ, ν’ ανακαλύπτουν νέες πτέρυγες του σπιτιού τους όπου βρίσκονται δικά τους εξόριστα κομμάτια – σοφά, όμορφα και δημιουργικά συστατικά της ταυτότητας τους.

Irvin Yalom, Το δώρο της ψυχοθεραπείας-απόσπασμα