Ο μύθος του Σισύφου

Εικόνα
Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις κι οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ’ αυτή την άθλια γέννηση. Όταν μερικές φορές, σε μια ερώτηση που αφορά τις σκέψεις σου απαντάς: «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως η απάντηση αυτή είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.
Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ’ αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον. Στο τέλος μιας μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ’ τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμιά πρωτοτυπία. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.
Albert Camus, Ο Μύθος του Σισύφου – απόσπασμα
Φωτογραφία: Gilbert Garcin,  La perplexité de Sisyphe (Sisyphus’ Perplexity)
l
Advertisements

Λαχταρώ

Εικόνα

 

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μʼ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σʼ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σʼ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σʼ ήξερα μια ζωή.
Και νʼ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σʼ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και νʼ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απʼ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και νʼ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σʼ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σʼ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σʼ αφήνω να σηκωθείς απʼ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απʼ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,

Έρωτά μου για σένα.

Sarah Kane, «Λαχταρώ», Εκδ. Η νέα ΣΚΗΝΗ (απόσπασμα)

[ «Η Σάρα Κέιν πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσος βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε, ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά.» -Harold Pinter ]

Η Μοναξιά

Εικόνα

Η «συμβατική σχέση» δεν είναι υποκατάσταστο αλλά το ακριβώς αντίθετο της γνήσιας σχέσης. Σ’ αυτήν τα λόγια είναι κυριολεκτικά κούφια, δεν έχουν καμιά εκφραστική δύναμη, αφού η αληθινή επικοινωνία περνάει μέσα από ένα βαθύ αίσθημα που δεν μπορεί να υπάρξει κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Τέτοιες σχέσεις αποτελούν κανόνα στη ζωή όλων μας και γι’ αυτό ζούμε γενικά σε καταστάσεις υποκρισίας, σε μια αδιάκοπη σχεδόν αλληλουχία ανταλλαγών που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ασήμαντες αν δεν καταβάλαμε τόσο κόπο στην απελπισμένη προσπάθεια να σώσουμε τουλάχιστον τα προσχήματα, το φάντασμα της αληθινής σχέσης.

Η οδύνη όμως καιροφυλακτεί πάντα. Ακόμη κι όταν μας παρουσιάζεται η ευκαιρία να ζήσουμε μια αυθεντική σχέση, είμαστε τόσο ασυνήθιστοι σε κάτι τέτοιο, τόσο ανέτοιμοι, που από φόβο μήπως δεν μπορέσουμε να ανταποκριθούμε, υιοθετούμε ψεύτικη συμπεριφορά.

Έτσι όμως φτάνουμε σε αδιέξοδο. Από τη μια οι σχέσεις μας είναι συμβατικές, ψεύτικες και οδυνηρές κι από την άλλη οι γνήσιοι δεσμοί μάς κάνουν να πονούμε, γιατί απαιτούν μια συμπεριφορά βασισμένη στην αλήθεια που είναι δύσκολο να υποστηρίξουμε. Σε μια «αληθινή σχέση» αυτό που φοβόμαστε να εκφράσουμε δεν είναι οι σκέψεις μας, γιατί αυτές, σαν κοινωνική «φλυαρία», δεν μας αγγίζουν, δεν μας εμπλέκουν στην απόκρυφη διάσταση της συνάντησης. Φοβόμαστε για τα αισθήματά μας που η πείρα μας έδειξε ότι συνήθως ποδοπατούνται.

Αυτά ωστόσο αντιπροσωπεύουν την πιο αληθινή έκφραση της ύπαρξής μας. Είμαστε αυθεντικοί μόνο στις παρορμήσεις της ψυχής που είναι πάντοτε ο καρπός, το αποτέλεσμα ενός απόλυτα προσωπικού βιώματος. Επομένως είμαστε εξαιρετικά τρωτοί στην περιοχή των αισθημάτων, που γι’ αυτό φυλάμε τόσο ζηλότυπα.

Όταν βρεθούμε μέσα σε μια αληθινή σχέση στην οποία καλούμαστε να αφήσουμε χώρο για τα πλέον απόκρυφα συναισθήματα, η συμπεριφορά μας καθορίζεται από το παρελθόν μας κι από το φόβο μήπως οι ευαισθησίες μας γίνουν αντικείμενο χλευασμού. Θα θέλαμε να μοιραστούμε με τον άλλο τις βαθύτερες αλήθειες μας, αλλά φοβόμαστε να τις εκθέσουμε σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον δικό μας, που μπορεί να μην τις κατανοήσει. Έτσι λοιπόν, αυτό που συνήθως γίνεται, είναι να βιώνουμε τη μοναξιά ακριβώς επειδή προεξοφλούμε ότι η πλέον προσωπική έκφραση της ύπαρξής μας θα παρανοηθεί ή πάντως δεν θα κατανοηθεί από τον άλλο. Η αληθινή επικοινωνία είναι αδύνατη, όχι επειδή μας λείπουν οι λέξεις, αλλά επειδή έχουμε αναπτύξει έναν ψυχικό κόσμο με απόλυτα ατομικές αξίες που δεν έχουν εξωτερικά σημεία αναφοράς.

[…] Να γιατί δίνουμε τόσο μεγάλη αξία στην ψυχική μας ανεξαρτησία. Μπορεί να περιγραφεί με πολλούς τρόπους, αλλά η ουσία είναι πάντα η ίδια. Να καταφέρουμε να είμαστε «αδιάφοροι» απέναντι στη συμπεριφορά των άλλων, αλλά και άκρως ευαίσθητοι στις εσωτερικές μας εξεγέρσεις. Η ανάγκη αποδοχής και συναισθηματικής στήριξης από τα έξω παύει να υπάρχει όταν αποκτούμε την ικανότητα να «τρεφόμαστε» από τον εαυτό μας.

Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν αναφέρομαι στην συναισθηματική στειρότητα, δηλαδή στην έλλειψη συναισθηματικής κατανόησης του άλλου ή στην έλλειψη επαφής με την ανθρώπινη ύπαρξη κατά την ευρύτερη έννοια του όρου. Πρόκειται για ένα άλλο είδος ελευθερίας που μας επιτρέπει να αντλούμε μέσα από μας τη δύναμη που χρειαζόμαστε για να έχουμε ψυχική ευεξία και να είμαστε ανοιχτοί προς τους ομοίους μας.

 

Aldo Carotenuto, Έρως και Πάθος – Τα όρια της αγάπης και του πόνου (απόσπασμα)

«Τρία πάθη, απλά αλλά εξαιρετικά δυνατά, έχουν εξουσιάσει τη ζωή μου»

russell«Τρία πάθη, απλά αλλά εξαιρετικά δυνατά, έχουν εξουσιάσει τη ζωή μου: η λαχτάρα για έρωτα, η αναζήτηση για γνώση και η αβάσταχτη λύπη για τα δεινά του κόσμου.

Με στριφογυρίζουν αυτά τα πάθη όπως ένας σίφουνας, μια από ‘δω, μια από ‘κει, σε μια απρόβλεπτη διαδρομή μέσα σ’ ένα ωκεανό μαρτυρίου, συχνά μέχρι τα τελευταία όρια της απελπισίας.

Καταρχήν αναζήτησα την αγάπη γιατί φέρνει την έκσταση, έκσταση τόσο μεγάλη ώστε κάποιες φορές αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να θυσιάσω το υπόλοιπο της ζωής μου για λίγες μόνο ώρες αυτής της χαράς. Επιπλέον την αναζήτησα γιατί ανακουφίζει από τη μοναξιά, αυτή τη τρομερή μοναξιά κατά την οποία μια τρεμάμενη συνείδηση ​​διακρίνεται στο χείλος του κόσμου μέσα σε μία κρύα αβυσσαλέα άψυχη άβυσσο. Τέλος την αναζήτησα, γιατί στoν έρωτα είδα , σε μια μυστικιστική μικρογραφία, την προεικόνιση του οράματος του παραδείσου, αυτό που φαντάστηκαν οι άγιοι και οι ποιητές. Αυτό είναι που αναζήτησα, και παρόλο που φαίνεται πολύ καλό για την ανθρώπινη ζωή, αυτό είναι – τελικά – που βρήκα.

Με το ίδιo πάθος αναζήτησα και τη γνώση. Επιθυμούσα να κατανοήσω τις καρδιές των ανθρώπων. ‘Ήθελα να μάθω γιατί λάμπουν τα αστέρια. Και προσπάθησα να κατανοήσω τη Πυθαγόρεια φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία κυριαρχούν οι φυσικοί αριθμοί. Λίγα από αυτά, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό, τα έχω επιτύχει.

Ο έρωτας και η γνώση, στο μέτρο του δυνατού, μας ωθούν προς τα πάνω, στους ουρανούς. Αλλά πάντα η πίκρα με γυρνούσε πίσω στη γη. Αντίλαλοι κραυγών πόνου αντηχούν στην καρδιά μου. Τα παιδιά που πεινάνε, τα θύματα που βασανίζονται από τους καταπιεστές, ανήμποροι ηλικιωμένοι, και όλος ο κόσμος που είναι γεμάτος με μοναξιά, φτώχεια και πόνο, κάνουν παρωδία αυτό που θα έπρεπε να είναι η ανθρώπινη ζωή. Λαχταρώ να προσφέρω ανακούφιση από το κακό, αλλά δεν μπορώ και υποφέρω. Αυτή είναι η ζωή μου. Διαπίστωσα ότι αξίζει να ζεις, και εφόσον μου προσφερόταν αυτή η δυνατότητα, θα ζούσα με χαρά και πάλι.»

 

Bertrand Russell, απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του

[Ευχαριστώ: http://antikleidi.com/2013/06/20/bertrand-russell-what-i-have-lived-for/ ]

Η εργασία ως χαρά, ανέφικτη για τους ψυχολόγους

Magritte.png

Η εργασία ως χαρά, ανέφικτη για τους ψυχολόγους.

Ναυτία από την πολλή ψυχολογία. Αν κάποιος έχει γερά πόδια και περάσει στην ψυχολογία, μπορεί, μέσα σε λίγο χρόνο και με όποια ζιγκ-ζαγκ του αρέσει, να καλύψει αποστάσεις που δεν μπορεί να καλύψει σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο. Ξεχειλίζουν τα μάτια του απ’ το θέαμα.

[F. Kafka, «Τα οχτώ μπλε τετράδια», Εκδ. ΑΡΧΕΤΥΠΟ (απόσπασμα) ||R. Magritte, The Psychologist]

Περί Σαγήνης

Εικόνα

 

«Δεν υπάρχει χρόνος της σαγήνης ούτε χρόνος για σαγήνη, όμως η σαγήνη έχει το ρυθμό της, χωρίς τον οποίο δεν συμβαίνει. Δεν επιμερίζεται όπως μία οργανική στρατηγική, η οποία εκτυλίσσεται ακολουθώντας ενδιάμεσες φάσεις. Επενεργεί στιγμιαία, με μία και μόνη κίνηση, και αποτελεί πάντοτε αυτοσκοπό για την ίδια.

Δεν υπάρχει διακοπή στον κύκλο της σαγήνης. Μπορούμε να σαγηνεύσουμε τούτη εδώ για να σαγηνεύσουμε την άλλη. Αλλά και να σαγηνεύσουμε για να βαυκαλιστούμε. Είναι δυσδιάκριτη η αυταπάτη που οδηγεί από το ένα στο άλλο. Τι είναι εντέλει σαγηνευτικό, να σαγηνεύεις ή να σαγηνεύεσαι; Το να σαγηνεύεσαι όμως είναι σαφώς ο καλύτερος τρόπος να σαγηνεύεις. Είναι μία στροφή δίχως τέλος. Όπως ακριβώς δεν υπάρχει ενεργητικό ή παθητικό στη σαγήνη, έτσι δεν υπάρχει υποκείμενο ή αντικείμενο, ούτε εσωτερικό ή εξωτερικό: παίζει και στις δύο πλευρές και δεν τα χωρίζει κανένα όριο. Όποιος δεν έχει σαγηνευτεί δεν μπορεί να σαγηνεύσει τους άλλους.

Επειδή η σαγήνη δεν σταματά ποτέ στην αλήθεια των σημείων, αλλά στην πλάνη και στο μυστικό, εγκαινιάζει έναν τρόπο διακίνησης επίσης μυστικό και τελετουργικό, ένα είδος άμεσης μύησης που υπακούει μόνο στον δικό του κανόνα του παιχνιδιού.

Το να σαγηνεύεσαι σημαίνει να εκτρέπεσαι από την αλήθεια σου. Το να σαγηνεύεις σημαίνει να εκτρέπεις τον άλλο από την αλήθεια του. Η αλήθεια αυτή αποτελεί εφεξής ένα μυστικό που ξεγλιστρά από αυτήν (Βενσάν Ντεκόμπ).

Η σαγήνη είναι αυθωρεί αντιστρέψιμη και η αντιστρεψιμότητά της είναι φτιαγμένη από την πρόκληση που συνεπάγεται και το μυστικό όπου κατακρημνίζεται.

Δύναμη έλξης και περίσπασης, δύναμη απορρόφησης και γοητείας, δύναμη κατάρρευσης, όχι μονάχα του σεξ αλλά και του πραγματικού στο σύνολό του, δύναμη πρόκλησης – ποτέ οικονομία σεξ και λόγου, αλλά υπερθεματισμός χάρης και βίας, ένα στιγμιαίο πάθος όπου το σεξ μπορεί να προκύψει ενώ μπορεί εξίσου να εξαντληθεί στον εαυτό του, μέσα σε αυτή τη διαδικασία πρόκλησης και θανάτου, μέσα στη ριζική αοριστία χάρη στην οποία διαφοροποιείται από την ενόρμηση, η οποία είναι αόριστη ως προς το αντικείμενό της αλλά ορισμένη ως δύναμη και ως απαρχή, ενώ το σαγηνευτικό πάθος δεν έχει ούτε ουσία ούτε απαρχή: δεν αντλεί την έντασή του από κάποια λιβιδινική επένδυση, από κάποια ενέργεια επιθυμίας, αλλά από την καθαρή μορφή του παιχνιδιού και του αμιγώς τυπικού υπερθεματισμού.

[…] Για να υπάρξει πρόκληση ή σαγήνη, πρέπει να εκλείψει κάθε συμβατική σχέση εν όψει μίας σχέσης δυαδικής, πλασμένης από μυστικά σημεία, αποκομμένα από την ανταλλαγή, τα οποία αντλούν όλη τους την ένταση από το διαρκές τους μοίρασμα, την άμεσή τους αντήχηση. Παρόμοια είναι η μαγεία της σαγήνης, η οποία καταλύει κάθε οικονομία της επιθυμίας, κάθε σεξουαλική ή ψυχολογική σύμβαση και την αντικαθιστά με έναν ίλιγγο απόκρισης – ποτέ επένδυση: διακύβευμα∙ ποτέ συμβόλαιο: συμφωνία∙ ποτέ ατομική: δυαδική∙ ποτέ ψυχολογική: τελετουργική∙ ποτέ φυσική: τεχνητή. Δεν είναι στρατηγική κανενός: είναι πεπρωμένο.

[…]Τα πάντα είναι σαγήνη, τα πάντα δεν είναι παρά σαγήνη.

 

Jean Baudrillard, «Περί σαγήνης», Εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ (απόσπασμα)

Aldo Carotenuto

Εικόνα

…»Η ζήλια είναι αιτία πόνου και δυστυχίας, γιατί εκείνος που έχει πέσει θύμα της, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ζωή του δεν έχει νόημα χωρίς το αγαπημένο πρόσωπο και ότι μόνο ζώντας μαζί του μπορεί να φθάσει στην ωριμότητα. Αυτό φέρνει τον ερωτευμένο αντιμέτωπο με το αίσθημα πως είναι ημιτελής, κι αυτό τον γεμίζει με τόση αγωνία και άγχος ώστε το φάντασμά του τον αποτρέπει από το να αφεθεί. Φοβόμαστε λοιπόν να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτό το αίσθημα της μηδαμινότητας και της ανεπάρκειάς μας, γιατί τότε θα νιώθουμε σαν να είμαστε ο ένας πόλος της αντιπαράθεσης που υπάρχει εφόσον υπάρχει και ο άλλος. Για να αντιμετωπίσουμε αυτή την εμπειρία, χρειάζεται, όπως είπα, θάρρος.

Εκείνος που κάνοντας τον απολογισμό της ζωής του μπορεί να ισχυριστεί ότι ποτέ δεν παρασύρθηκε, ποτέ δεν δέχθηκε τον έρωτα, με όλους τους κινδύνους που αυτός συνεπάγεται, και με τη ζηλοτυπία του και με τις φωτεινές αλλά και ταπεινές στιγμές του, μπορούμε να πούμε ότι έζησε μία άτολμη ζωή, ότι από δειλία δήλωσε άρνηση σε κάτι μεγάλο, σε μία γνήσια ζωή. Η αποδοχή της μικρότητας και της ανεπάρκειάς μας είναι σημάδι ωριμότητας. Αποδεχόμενοι την πιθανότητα να ζηλέψουμε, δεχόμαστε και τον κίνδυνο να δούμε τη ζωή μας να εξελίσσεται μόνο υπό τον όρο ότι το αγαπημένο πρόσωπο θα είναι κοντά μας. Ο Μπαρτ (1977, σελ. 98) γράφει: «Ως ζηλότυπος υποφέρω τετραπλάσια. Υποφέρω επειδή ζηλεύω, υποφέρω επειδή κατηγορώ τον εαυτό μου που ζηλεύω, υποφέρω επειδή φοβάμαι πως η ζήλεια μου μπορεί να πληγώσει τον άλλο, υποφέρω επειδή αφήνω να με εξουσιάζει κάτι πολύ πεζό κι ασήμαντο: υποφέρω επειδή φοβάμαι μην παραγκωνιστώ, υποφέρω επειδή φοβάμαι μη γίνω επιθετικός, υποφέρω επειδή φοβάμαι μην είμαι τρελός κι υποφέρω επειδή φοβάμαι μην είμαι σαν όλους τους άλλους».

Πιστεύω ότι πρέπει να αφήνουμε περιθώρια στην πιθανότητα να νιώσουμε ζήλια και να επιτρέπουμε τον εαυτό μας να το ζήσει μέχρι τέλους. Αυτό σημαίνει να συνειδητοποιήσουμε τις σκοτεινές του πλευρές, τα παθολογικά του σημεία. Και πρέπει να είμαστε σε θέση να αποδεχτούμε την παθολογία μας, γιατί μόνο έτσι θ’ αποκτήσουμε αυτογνωσία. Όπως είναι λάθος να προσπαθούμε να γιατρέψουμε τις παραισθήσεις μας με φάρμακα, είναι και λάθος να θέλουμε να νικήσουμε τη ζήλια με τη δύναμη της θέλησής μας, γιατί αυτή μας βοηθά να γνωρίζουμε τις πιο απόκρυφες πλευρές του έρωτά μας.»

 

Aldo Carotenuto, «Έρως και Πάθος – Τα όρια της αγάπης και του πόνου», Εκδ. ίταμος (απόσπασμα)

*Πίνακας του Α. Αλεξανδράκη, «Καθισμένη γυναίκα με το χέρι στο κεφάλι της»