«Εγώ λέω πάντα αυτό που σκέφτομαι!»

before-think-speak-large

 

Εκ πρώτης όψεως, το να λες πάντα αυτό που σκέφτεσαι φαντάζει προτέρημα. Πόσο είναι όμως βάσιμο κάτι τέτοιο; Πόσο, στην έμπρακτη επαφή μ’ έναν συγκεκριμένο άνθρωπο σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, συμβαδίζει με το βασικό θεώρημα [«δεν παίζεις μόνο εσύ, υπάρχουν κι άλλοι»]  το να ανοίγεις πάντα το στόμα σου και να λες πάντα αυτό που σκέφτεσαι;

Να πούμε δύο παραδείγματα πρώτα – και τα δύο απ’ την πραγματική ζωή παρμένα:

«Χτες πήγα με την [πιο καλή σου φίλη]», λέει ο σύζυγος στην έγκυο σύζυγο, δύο εβδομάδες πριν από τον τοκετό, χωρίς να υφίσταται μεταξύ τους καμιά συμφωνία για τέτοιου είδους «ελεύθερη σχέση κι ενημέρωση».

«Παιδί μου, σκεφτόμαστε να χωρίσουμε με τον πατέρα σου» (παραμονή πανελληνίων εξετάσεων για εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο).

Και τα δύο αυτά παραδείγματα (μπορούν να γίνουν εκατοντάδες) μιλούν και λένε πράγματα για την έντεχνη ανθρώπινη σχέση. Με δεδομένο μάλιστα ότι ο άνθρωπος είναι μία πολύ μυστήρια μηχανή αυταπάτης, επιβολής και μετακύλισης των δικών του προς τους άλλους, μας θυμίζουν στοιχειώδεις κανόνες ως προς το τι σημαίνει «ανοίγω το στόμα μου» στο πλαίσιο της σχέσης μ’ έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.

– Πρώτο: Κανείς δεν αντέχει γυμνή όλη την αλήθεια (μόνο στο τέλος μακρότατης διαδρομής και άσκησης μπορεί ίσως να κατακτηθεί κάτι τέτοιο). Συνεπώς, με όρους συναισθηματικής ευθύνης, δεν έχεις κανένα δικαίωμα να τρίβεις στη μούρη του άλλου το καθετί που σκέφτεσαι, αν αυτό θα τον φέρει σε δύσκολη θέση, και μάλιστα σε συνθήκες που δεν του επιτρέπουν να επεξεργαστεί μια τέτοια «υπερβολική δόση» πληροφορίας. Σε τέτοιες περιστάσεις, ανοίγω το στόμα μου και αφήνω να πέσουν πάνω στον άλλο αδιακρίτως γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα που τον αφορούν, ενώ δεν είναι έτοιμος να τα αφομοιώσει – κάτι τέτοιο δεν λέγεται «αλήθεια». Είναι σαδισμός, που ισοδυναμεί με τραύμα για τον άλλον.

– Δεύτερο: Στην προοπτική καλλιέργειας μίας ανθρώπινης σχέσης, η αλήθεια που είναι να ειπωθεί οφείλει να λέγεται με μέτρο και με τρόπο. Δηλαδή, με τρόπο που να πιάνει τόπο μέσα στο μυαλό, στην καρδιά και στην ψυχή του άλλου. Και, αν δεν ωφελεί, τουλάχιστον να μην βλάπτει τον άλλον και τη σχέση. Και με μέτρο, δηλαδή σε ποσότητες και σε περιστάσεις που σέβονται τις χωρητικότητες, τις αντοχές και τις δυνατότητες αφομοίωσής της από τον άλλον. Κι οπωσδήποτε, να μην τον τραυματίζουν αδιακρίτως και να μην του μπλοκάρουν τους διανοητικούς και συναισθηματικούς μηχανισμούς πρόσληψης κι επεξεργασίας της όποιας πικρής αλήθειας (όπως στα δύο παραδείγματα που προαναφέραμε). Με απλά λόγια: Αν το να πεις τι νιώθεις και τι σκέφτεσαι θ’ αποσταθεροποιήσει τον άλλον πέραν του δέοντος, τότε καλύτερα να το σκεφτείς δυο φορές πριν ανοίξεις το στόμα σου. Να αναλογιστείς μήπως είναι καλύτερα ν’ αφήσεις για άλλη στιγμή και περίσταση τη δοκιμασία. Μήπως, ακόμη, είναι αναπόφευκτο κάποια πράγματα να τα κρατήσεις μόνο για εσένα, τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας, όπως λέμε. Γιατί καλό είναι να ‘χει ο καθένας επίγνωση μίας μέγιστης αλήθειας: Μεγαλώνω σημαίνει (μεταξύ άλλων) μπορώ να ζήσω με κάποια μυστικά μου, χωρίς αυτό να με καταβάλλει (όπως συμβαίνει στο μικρό παιδί ή σε ενήλικα με ασταθείς εσωτερικές ισορροπίες). Κι ακόμη πιο βαθιά: Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, πάντα πεθαίνουν μαζί του και κάποια μυστικά που καλώς παρέμειναν μυστικά μέχρι το τέλος. (Ας διαλογιστεί όποιος θέλει λιγάκι πάνω σ’ αυτή την υπαρξιακή διάσταση του να «λέω πάντα αυτό που σκέφτομαι».)

Η πρόσφορη στάση λοιπόν, δεν είναι «Εγώ πάντα ανοίγω το στόμα μου κι όποιον πάρει ο Χάρος». Είναι μία στάση συναισθηματικής ευθύνης (μέχρι και υπαρξιακής επίγνωσης): Όταν ανοίγω το στόμα μου, λέω την αλήθεια με μέτρο και με τρόπο, έτσι που να πιάνει τόπο. Κάθε άλλη εγωκεντρική έλλειψη μέτρου και τρόπου, σε τέτοια θέματα, είναι εκ του πονηρού ή ένδειξη απάνθρωπης αφέλειας.

 

Νίκος Σιδέρης, «Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι! – Ήθος και τέχνη της ανθρώπινης σχέσης», Εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (απόσπασμα)

Advertisements

Επιθυμία

 

wantall

 

Η επιθυμία είναι ένα κομβικό σημείο. Δεν είμαστε τίποτα χωρίς αυτήν. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές μορφές επιθυμίας, πέρα από τη σεξουαλική. Οι επιθυμίες μάς αποκαλύπτουν τι θέλουμε και τι επιδιώκουμε περισσότερο. Μας οδηγούν στην κατεύθυνση αυτού που ποθούμε αλλά που ακόμα δεν έχουμε αποκτήσει. Μπορούν να οδηγήσουν σε συνεχή δυσαρέσκεια και απογοήτευση ή να μας παρακινήσουν σε εποικοδομητική δράση. Το να αποκτήσει κάποιος αυτό που επιθυμεί και να εθιστεί σε αυτό είναι εξίσου επικίνδυνο με το να μην αποκτήσει αυτό που επιθυμεί και να του καταστεί εμμονή. Η διαδικασία του πόθου και της συνεχούς δυσαρέσκειας είναι πολύ οικεία στο βουδισμό: στην πραγματικότητα, θεωρείται το θεμέλιο για όλο μας τον πόνο. Η βουδιστική λύση στο πρόβλημα είναι να απαλλαχθούμε από την επιθυμία, κάτι που δε διαφέρει και πολύ από τη λύση που πρότειναν πολλοί φιλόσοφοι της ελληνιστικής περιόδου, οι οποίοι συχνά αναζητούσαν τρόπους να καταπνίξουν ή να ελαχιστοποιήσουν τις επιθυμίες τους (Nussbaum, 1994). Η επιθυμία, αν τιθασευτεί, μπορεί να αποτελέσει μία θετική δύναμη. Η επιθυμία για εξουσία, κατά τον Nietzsche, σχετίζεται κυρίως με την επιθυμία και την πρόθεση κάποιου να την ασκήσει. Ο Sartre είδε την επιθυμία ως το αντιστάθμισμα στη θεμελιώδη μηδαμινότητα των ανθρώπων.

Η ύπαρξη της επιθυμίας ως ανθρώπινου δεδομένου αρκεί για να αποδείξει ότι η ανθρώπινη πραγματικότητα αποτελεί μία έλλειψη. (Sartre, 1943/1956:87)

Το να δουλεύει κανείς με την επιθυμία δε σημαίνει ότι προσπαθεί να την εξαλείψει ή να την ελέγξει, αλλά περισσότερο να την αντιμετωπίσει ως μία προτροπή για δράση. Το να καθοδηγούμαστε από τις επιθυμίες μας είναι σα να οδεύουμε προς το πουθενά. Το να εξαλείφουμε τις επιθυμίες μας είναι σα να αποθαρρύνουμε το πνεύμα μας. Το να μαθαίνουμε να κυριαρχούμε στη δύναμη των επιθυμιών μας σημαίνει να εναρμονιζόμαστε με τη ζωή.

Emmy van Deurzen, «Η Ψυχοθεραπεία και η Αναζήτηση της Ευτυχίας» (Κεφάλαιο 4, Προβλέψιμες δυσκολίες: Καθημερινές προκλήσεις- απόσπασμα), Εκδ. Κοντύλι

 

Μία ιστορία με δύο άλογα στη νήσο Αντιγόνη

Μηπως

Φ: Πάνε πολλά χρόνια. Βρίσκομαι στην Τουρκία, στα Πριγκιπόννησα, στη νήσο Αντιγόνη. Κι είμαι με τον Κωνσταντίνο, στην αρχή της γνωριμίας μας. Έχει σημασία αυτό. Φτάνουμε με το βαποράκι σ’ αυτό το υπέροχο νησί, ακούμε μουσικές, όλα είναι θαυμάσια. Ένας αμαξάς με δυο άλογα μας περιμένει. Θα κάνουμε τον γύρο του νησιού. Ανεβαίνουμε. Τα άλογα ξεκινούν. Νιώθω ότι μετέχω σε μια ανεπανάληπτη σκηνή. Και ξαφνικά, καθώς τρέχουν τα άλογα και περιδιαβαίνουμε το νησί, γίνεται αυτό που δεν έπρεπε να γίνει. Αφηνιάζουν. Αρχίζουν να τρέχουν σαν τρελά. Με κυριεύει ένας τρόμος απερίγραπτος καθώς αντιλαμβάνομαι ότι η άμαξα είναι ετοιμόρροπη – μπορεί να ‘ταν και του περασμένου αιώνα – και ακόμα ότι ο αμαξάς είναι ένας εξαθλιωμένος γέροντας. Και το κυριότερο που αντιλαμβάνομαι είναι τον Κωνσταντίνο δίπλα μου με τη γνωστή του αταραξία να μου λέει, «ψυχραιμία», ενώ εγώ είμαι έτοιμη να λιποθυμήσω από τον φόβο μου. Ξαφνικά, μ’ έναν εκκωφαντικό θόρυβο αποσυνδέονται τα άλογα απ’ την άμαξα και το πίσω μέρος όπου καθόμασταν γέρνει μαζί μας στο έδαφος…Πέφτουμε κάτω. Δεν χτυπάμε. Ο αμαξάς φέρνει πίσω τα άλογα και αρχίζει με τα χέρια του να ανασυναρμολογεί την άμαξα.

Μ: Είναι σαν να βλέπω τη σκηνή.

Φ: Εγώ να θέλω να γυρίσω πίσω, αλλά να ντρέπομαι τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σαν να μην συμβαίνει τίποτα μου λέει: «Εντάξει, τώρα φτιάχτηκε η άμαξα, θα συνεχίσουμε τη βόλτα». Μη θέλοντας να δείξω έναν έμφοβο εαυτό, τρέμοντας όμως μέσα μου, ξανανεβαίνω στην ανασυναρμολογημένη εκ του προχείρου άμαξα και συνεχίζουμε κανονικά τη βόλτα. Δίχως άλλο απρόοπτο, ο περίπατος κάποτε τελειώνει. Όπως καταλαβαίνεις, όλο αυτό το διάστημα μέσα σ’ ένα πραγματικά μαγικό τοπίο ήμουνα τόσο έντρομη, τόσο είχα στη μνήμη το αφήνιασμα και την καταστροφή, ώστε δεν μπόρεσα να απολαύσω τίποτα. Αντίθετα, ο Κωνσταντίνος δίπλα μου δεν σταμάτησε να χαίρεται με όσα αντίκριζαν τα μάτια του εκστατικά.

Θέλω κάτι να πω σε σένα και σε μένα, Μαργαρίτα, μέσα απ’ αυτή την ιστορία. Με τον τρόμο της επανάληψης μίας καταστροφής δεν απολαμβάνεις τίποτα. Χάνεις το ταξίδι. Χάνεις την εξοχή. Χάνεις τον περίπατο. Δεν είμαστε δέσμιοι μίας προηγούμενης καταστροφής. Το κακό που έγινε δεν πρόκειται σώνει και καλά να επαναληφθεί. Αν ζούμε ωστόσο σαν να επίκειται η επανάληψή του, χάσαμε. Σαν τα ποντίκια μένουμε παγιδευμένοι στην επανάληψη του κακού. Κι όμως το κακό δεν είναι μία σκιά που μας ακολουθεί. Η ανασυναρμολόγηση δεν είναι ψεύτικη. Αντέχει το άλογο και η άμαξα αντέχει.

Με άλλα λόγια, για να γράψει αλλά και για να ζήσει κανείς, Μαργαρίτα, δεν πρέπει να είναι κυκλωμένος από τρόμους αφηνιασμένων αλόγων και ετοιμόρροπων αμαξών. Πρέπει και να φοβηθείς και να ξεφοβηθείς, και να κινδυνέψεις και να ρισκάρεις την ανασυναρμολόγηση και να πιστέψεις σ’ αυτήν.

 

Μ. Καραπάνου-Φ. Τσαλίκογλου, «Μήπως;» – απόσπασμα

Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας

ee-cummings-quote

Η σκέψη που θα ήθελα να αναφέρω, και ως ψυχολόγος δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά, είναι ότι, παρά τα εμπόδια, μέσα στον καθένα μας υπάρχει μια δύναμη που τον ωθεί προς μια αποκλειστική και μοναδική ατομικότητα, εκείνη που οι Γνωστικιστές περιέγραψαν ως «αναλαμπή» και που, σύμφωνα με τον Mester Eckhart, κατοικεί οριστικά και αμετάκλητα μέσα στην ψυχή. Παρόλο που ο δρόμος προς την ατομική προσωπικότητα δεν είναι χωρίς κινδύνους (και μόνο η επιλογή έχει το τίμημά της), «η ανάπτυξη της προσωπικότητας θεωρείται ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά» (Γιουνγκ 1929-57, σελ. 29).

Κατά τη γνώμη μου, το πολυτιμότερο.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο Γιουνγκ (ως επακόλουθο της κατανόησης από τη μεριά του Νίτσε), αυτό το αγαθό συνεπάγεται: Να πούμε «ναι» στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας. (ό.α. σελ. 30)

Αυτό είναι και το σπουδαιότερο έργο τέχνης του ανθρώπου. Μπορεί να εργάζεται και να έχει πολλές επιδόσεις, ο χώρος, όμως, μέσα στον οποίο γίνεται πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης, αληθινός δάσκαλος, είναι η ατομικότητά του και για να την αποκτήσει πρέπει να εισχωρήσει στη βαθύτατη διάστασή του.

Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας δεν ενθαρρύνεται από τη συλλογική λογική που, στραμμένη καθώς είναι στη διατήρηση της ομοιομορφίας, βλέπει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση ως απειλή. Γι’ αυτό, από τη γέννησή μας μπορεί να νιώσουμε παράξενα ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα.

Στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι σχέσεις πληθαίνουν, αυτή η εντύπωση ότι δεν έχουμε δικαίωμα σε ένα χώρο, το δικό μας χώρο, μπορεί να γίνει σταδιακά εντονότερη, να εμπνεύσει το καφκικό αίσθημα του ανθρώπου που «τα πιστοποιητικά του δεν είναι εν τάξει».

Ακριβώς, όμως, η επίγνωση της αποξένωσης, η διεκδίκηση της «θέσης μας στον ήλιο», η γνώση της μοναδικότητας και της διαφορετικότητάς μας είναι αυτά που ανοίγουν το δρόμο για την εξατομίκευση. Η αναγνώριση του ότι κάτι έχει κλαπεί από την ταυτότητά μας είναι απολύτως αναγκαία, γιατί αυτή η κλοπή είναι η πρωτογενής προδοσία, η πιο επίπονη στην αντιμετώπισή της, κι ατή από την οποία κανείς δεν γλυτώνει.

Αυτό που επίσης πρέπει να ξέρουμε είναι ότι συνειδητοποιώντας πόσο «διαφορετικούς» μας περίμεναν απ’ αυτό που είμαστε, νιώθουμε αποκαρδιωμένοι και έκπληκτοι γι’ αυτό που στην ουσία είναι η απόρριψή μας. Αυτή η πρώτη αποκήρυξη είναι η πηγή της προληπτικής θεώρησης της ύπαρξής μας, σύμφωνα με την οποία νιώθουμε τυχεροί ή άτυχοι, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις επιτυχίες μας στον έξω κόσμο.

Πολύ πιο δύσκολο είναι να στηρίξουμε την αυτοεκτίμησή μας σ’ αυτό που πραγματικά είμαστε και νιώθουμε. Πρέπει να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι, κάτω από το ψυχολογικό καθεστώς αυτής της πρόληψης, η αληθινή αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι μύθος. Και καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων συχνά βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη σύγκριση, τον ανταγωνισμό και το μαραθώνιο επιδόσεων, πρόκειται λιγότερο για αλληλεγγύη και περισσότερο για ασυνείδητη συνενοχή στη διαιώνιση ενός τρόπου ζωής που υποβιβάζει τη μοναδική ατομικότητα του ανθρώπου. Αρκεί να σκεφτούμε όλους αυτούς που, ενώ χύνουν ποταμούς δακρύων για τις καταστροφές των σεισμών στην άλλη άκρη της γης, δεν μπορούν να απλώσουν το χέρι για να βοηθήσουν το γείτονα.

Όποιος θελήσει να αμφισβητήσει αυτό το σύστημα συμπεριφορών αναπόφευκτα θα καταδικαστεί από το μέσο όρο των ανθρώπων, γιατί αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο να έρθει οριστικά και αμετάκλητα στο φως η ανυπαρξία του μέσου ανθρώπου, αυτού που ζει μόνο για να παραδίδεται στις ισχύουσες αξίες, χωρίς ενστάσεις, χωρίς κριτική, χωρίς καν να εξετάζει την προσωπική του ηθική ή τη συνείδησή του με βάση την εσωτερική του εμπειρία, δηλαδή ακούγοντας τις εσωτερικές του φωνές.

Όταν η αρχαία σοφία και η σύγχρονη ψυχολογία του ασυνείδητου, με διαφορετικές αποχρώσεις αλλά και βασικές αναλογίες, μας λένε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε «άτομα», δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι άλλοι κατέχουν κάτι που δεν κατέχουμε εμείς. Είναι μοιραίο λάθος, στο οποίο πέφτουν πολλοί, αφού η παρότρυνση είναι απλούστατα να γίνουμε ο εαυτός μας και όχι κάποιος άλλος.

Κατά τον Γιουνγκ, «υγεία είναι μόνον αυτό που είναι κανείς στην πραγματικότητα«.

Aldo Carotenuto, Αγάπη και Προδοσία – εγκώμιο σχεδόν της προδοσίας – απόσπασμα

Το Ήξερα Εγώ!

dystyhia

 

Στην εφημερίδα, το ωροσκόπιό σας σάς προειδοποιεί (μαζί με άλλα τριακόσια εκατομμύρια πρόσωπα που γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο αστερισμό), για την πιθανότητα ενός ατυχήματος. Και πράγματι, γλιστράτε και χτυπάτε. Ήταν να το περιμένετε! Σε τελευταία ανάλυση, η αστρολογία δεν λέει μπούρδες…

Αλλά είναι όντως έτσι; Παίρνετε όρκο ότι θα πέφτατε ακόμα κι αν δεν είχατε διαβάσει αυτή την πρόβλεψη; Ή αν δεν πιστεύατε καθόλου στην αστρολογία; Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση εκ των υστέρων.

Ο φιλόσοφος Καρλ Πόππερ έχει αναπτύξει την ενδιαφέρουσα ιδέα ότι – για να απλοποιήσουμε λιγάκι- οι ενέργειες του Οιδίποδα για να αποφύγει την πραγματοποίηση της φρικτής προφητείας, είναι αυτές ακριβώς που οδήγησαν στην μοιραία επιβεβαίωση του χρησμού. Βλέπουμε εδώ μια άλλη δυνατή εφαρμογή της συμπεριφοράς αποφυγής: κάτω από κάποιες συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει εκεί ακριβώς απ’ όπου είχε σκοπό να ξεφύγει. Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες;

Πρώτον, χρειάζεται μία πρόβλεψη, με την πλατειά έννοια του όρου, δηλαδή: αναμονή, ανησυχία και πίστη ή έστω υποψία ότι τα γεγονότα θα ακολουθήσουν μία συγκεκριμένη ροή. Δεν έχει καμία σημασία αν αυτή η προσμονή θα δημιουργηθεί μέσα μας από πεποιθήσεις που μας μεταδόθηκαν από άλλους, ή εάν θα είναι προϊόν αυθυποβολής.

Δεύτερον, η προσμονή αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μία απλή πιθανότητα, αλλά σαν μία έγκυρη αναγγελία ενός σίγουρου γεγονότος που απαιτεί μια άμεση συμπεριφορά αποφυγής.

Τρίτον, αυτή η τελευταία υπόθεση θα είναι τόσο πιο προφανής όσο θα την συμμερίζεται ο πολύς κόσμος και θα είναι τόσο πιο πιστευτή όσο περισσότερο θα είναι σε αρμονία με την κοινή λογική, τους κοινωνικούς κανόνες και τις εμπειρίες του παρελθόντος. Π.χ., αρκεί να εδραιώσουμε μέσα μας την πεποίθηση – άσχετα αν είναι δικαιολογημένη ή παράλογη – ότι οι άνθρωποι γύρω μας κουτσομπολεύουν και μας κοροϊδεύουν πίσω απ’ την πλάτη μας. 

Με βάση αυτά τα…»γεγονότα» η κοινή λογική θα μας επιβάλλει να δυσπιστούμε πλέον με τους ανθρώπους. Και, εφ’ όσον καμουφλάρουν τις ενέργειές τους κάτω από ένα λεπτό πέπλο, θα λάβουμε τα μέτρα μας και θα τους παρατηρούμε προσεκτικά, δίνοντας «σημασία στη λεπτομέρεια».

Με τέτοιες αφετηρίες, είναι μόνο ζήτημα χρόνου να τους τσακώσουμε μια μέρα να ψιθυρίζουν, να πνίγουν μικρά γελάκια, να κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλο και να κουνούν συνωμοτικά τα κεφάλια τους. Η προφητεία θα έχει πραγματοποιηθεί και θα μπορούμε να φωνάζουμε θριαμβευτικά όσο και πικρά: «Το ήξερα εγώ»! Η επιτυχία είναι εγγυημένη, στο βαθμό που καταφέρνουμε να αγνοούμε τελείως τη δικιά μας συμβολή στην εξέλιξη της κατάστασης αυτής.[..] Όταν αυτό το παιχνίδι των διαπροσωπικών σχέσεων συνεχιστεί για αρκετό καιρό θα είναι πια αδύνατο (κι άλλωστε χωρίς σημασία), να εντοπίσουμε ποιος το ξεκίνησε: ήταν άραγε η καχύποπτη συμπεριφορά μας, (που έφτανε στα όρια της γελοιότητας), που «τσίγκλισε» τους γύρω μας, ή μήπως ήταν η συμπεριφορά τους που ξύπνησε τις υποψίες μας;

Αυτές οι προβλέψεις που πραγματοποιούνται, διαθέτουν μια αληθινά μαγική δύναμη για να δημιουργούν μια «πραγματικότητα» και, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικές για τον σκοπό μας. Έχουν επίλεκτη θέση στο οπλοστάσιο όλων αυτών που κυνηγούν τη δυστυχία, είτε σε καθαρά ατομικό επίπεδο, είτε σε κοινωνικό – συνολικό. Η ιστορία δείχνει, για παράδειγμα, πως όταν οι εθνικές ή κοινωνικές μειοψηφίες δεν μπορούν, στα πλαίσια μίας απαγορευτικής κοινωνίας, να ασχοληθούν με «νόμιμες» δραστηριότητες (γεωργία, βιοτεχνία, κλπ) επειδή η πλειοψηφία τους θεωρεί πολίτες β’ κατηγορίας, τεμπέληδες, πλεονέκτες, και, προ πάντων, «διαφορετικούς», θα προσαρμοστούν και θα εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους δουλεύοντας σαν ρακοσυλλέκτες, τοκογλύφοι, λαθρέμποροι, κλπ. Μ’ αυτές τις δραστηριότητες, γίνονται τα αποβράσματα της «καλής κοινωνίας», που φυσικά, έχει όλα τα δίκαια όταν τους κρατάει στο περιθώριο!

Όσο περισσότερα απαγορευτικά σήματα βάλει στους δρόμους η τροχαία, τόσες παραβάσεις θα γίνουν κι αυτό θα δικαιολογήσει τη λήψη περισσότερων ακόμα απαγορευτικών μέτρων, αφού οι οδηγοί είναι τόσο κακοί. […]

Όσο θα αυξάνουν οι φόροι για να καλύψουν την φοροδιαφυγή (είτε αυτή είναι αληθινή είτε φανταστική), τόσοι περισσότεροι τίμιοι πολίτες θα γίνονται φοροφυγάδες. Κάθε πρόβλεψη για μελλοντική έλλειψη (σωστή ή όχι) ενός καταναλωτικού αγαθού, παρασύρει τις νοικοκυρές να αγοράσουν τόσα αποθέματα, ώστε στο τέλος να δημιουργηθεί όντως η έλλειψη που είχε προαναγγελθεί. Η πρόβλεψη κάθε γεγονότος έχει ένα τελικό αποτέλεσμα: αυτό ακριβώς που είχε προβλεφθεί.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, να πεισθούμε ή ν’ αφήσουμε να μας πείσουν για ένα αναπόφευκτο μελλοντικό γεγονός και να θεωρήσουμε ότι η πραγματοποίησή του είναι ανεξάρτητη από τη θέλησή μας. (Γι’ αυτό, ίσως, οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις με μέντιουμ αποτυγχάνουν όταν παρευρίσκεται ένας άπιστος.)

Σαν νέοι Οιδίποδες, μπορούμε να πετύχουμε με σιγουριά το αποτέλεσμα που θέλαμε να αποφύγουμε.

 

Paul Watzlawick, Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου – απόσπασμα

Ν’ αλλάξω τον κόσμο σημαίνει ν’ αλλάξω την οικογένεια

satir

 

Ως ερωτικό ον το παιδί που μεγαλώνει, μαθαίνει πολλά στο σπίτι, βλέποντας πώς οι γονείς του συμπεριφέρονται μεταξύ τους και με πόση ελευθερία και ειλικρίνεια ασχολούνται με θέματα του ερωτισμού και των δύο φύλων. Αν εσύ, ως γυναίκα, δεν εκτιμάς και δε βρίσκεις χαρά και ευχαρίστηση στον άντρα σου και στο σώμα του, πώς μπορείς να διδάξεις στην κόρη σου την εκτίμηση για τους άντρες; Το ίδιο συμβαίνει και με τον πατέρα. Με κάποιο τρόπο, αυτό το πέπλο μυστικότητας πρέπει να ανασηκωθεί απ’ όλο το σεξουαλικό ζήτημα, έτσι ώστε οι ενήλικες, που βγαίνουν απ’ τις οικογένειες, να είναι περισσότερο ολοκληρωμένοι.

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει να διδάσκεται είναι, πώς ταιριάζουν μεταξύ τους τ’ αρσενικά και τα θηλυκά, πώς βάζουν ο καθένας το δικό του ξεχωριστό εαυτό για να ενωθούν σ’ έναν καινούργιο δεσμό – ερωτικό, κοινωνικό, πνευματικό και συναισθηματικό. Στο παρελθόν ήταν πολύ εύκολο να βάζουμε να τσακώνονται τ’ αρσενικά και τα θηλυκά μεταξύ τους – η προαιώνια «πάλη των δύο φύλων». Πρόκειται για κάτι περιττό και δυσάρεστο. Πολλές οικογένειες μαθαίνουν τα θηλυκά τους να υποτάσσονται στα αρσεντικά. Λένε στη γυναίκα πως ήρθε στη γη για να υπηρετεί το αρσενικό. Άλλες οικογένειες διδάσκουν στ’ αρσενικά τους ότι θα πρέπει πάντα να είναι υπηρέτες των θηλυκών: ότι πρέπει να τα προστατεύουν, να τα φροντίζουν, να σκέπτονται και να αισθάνονται γι’ αυτά και να μην τα κάνουν ποτέ να υποφέρουν. Μερικά παιδιά διδάσκονται ότι τα αρσενικά και τα θηλυκά είναι ίδια από κάθε άποψη και αρνιούνται τις διαφορές τους. Σ’ άλλα πάλι λένε πως διαφέρουν σεξουαλικά από το άλλο φύλο, μα έχουν πολλά κοινά μ’ αυτό και μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά μαζί του.

[…]

Στα ερωτικά στερεότυπα, που καθορίζουν στις οικογένειες πολλά απ’ όσα διδάσκονται για τα δύο φύλα, το θηλυκό θεωρείται κατά τεκμήριο μαλακό, υποτακτικό και τρυφερό, όχι σκληρό και επιθετικό. Το αρσενικό υποτίθεται ότι πρέπει να είναι σκληρό κι επιθετικό, όχι υποχωρητικό και τρυφερό. Πιστεύω πως η τρυφερότητα και η σκληρότητα είναι ιδιότητες που χρειάζεται ο καθένας μας. Πώς μπορεί ένας άντρας να ταιριάξει με την τρυφερότητα της γυναίκας, αν δεν έχει κι ο ίδιος ανεπτυγμένη τρυφερότητα; Πώς μπορεί μία γυναίκα να ταιριάξει με τη σκληράδα του άνδρα, αν δεν την έχει ποτέ χρησιμοποιήσει στη δική της ζωή; Καθένας το καταλαβαίνει ότι μ’ αυτά τα στερεότυπα σαν μοντέλα, είναι φυσικό οι άντρες να θεωρούν τις γυναίκες αδύνατες και οι γυναίκες τούς άντρες σκληρούς και βίαιους. Πώς μπορείς να ταιριάξεις με κάποιον, αν σκέπετσαι μ’ αυτόν τον τρόπο; 

Γενικά, οι άντρες ζουν λιγότερο απ’ τις γυναίκες κι αυτό νομίζω ότι κατά μέγα μέρος οφείλεται στο γεγονός πως οι άντρες καταπνίγουν τα τρυφερά συναισθήματά τους. Τα τρυφερά συναισθήματά μας είναι οι χυμοί της ύπαρξής μας, αλλά δεν επιτρέπεται ποτέ σ’ έναν άντρα να κλάψει ή να πονέσει. Για να το καταφέρει αυτό, αναγκάζεται να γίνει αναίσθητος. Αν οι κανόνες, που έχει δεχτεί, του απαγορεύουν και να θυμώνει, δε θα μπορεί, ακόμη και με τον πιο κατάλληλο τρόπο να δώσει διέξοξο ούτε στα επιθετικά του συναισθήματα. Τότε αυτά τα καταπιεσμένα συναισθήματα πάνε στο βάθος, κάνουν μεγάλες ζημιές στο σώμα του και τελικά παθαίνει υπέρταση και καρδιακές προσβολές. Έχω εγώ η ίδια δει πόσο δραστικά άλλαξαν άντρες που κατέφεραν να έρθουν σ’ επαφή με τα τρυφερά τους συναισθήματα. Σχεδόν όλοι μου είπαν ότι φοβόντουσαν τη βιαιότητά τους. Αφού όμως έμαθαν να εκτιμούν την τρυφερότητά τους, η επιθετικότητά τους μετατράπηκε σε εποικοδομητική ενέργεια και όχι σε καταστροφική μανία. 

Κατά παρόμοιο τρόπο, όσες γυναίκες αισθάνονται ότι τους επιτρέπεται να δείχνουν μόνον τα τρυφερά συναισθήματά τους, νιώθουν ότι κινδυνεύουν συνέχεια να τσαλαπατηθούν. Παίρνουν λοιπόν άντρες για προστάτες κι αυτό το πληρώνουν μένοντας μέσα σ’ ένα συγκινησιακό ζουρλομανδύα. Για να διατηρήσουν κάποια αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας, καταντάνε ραδιούργες.

Όταν τα ανθρώπινα πλάσματα αποξενώνονται από τα τρυφερά συναισθήματά τους, γίνονται επικίνδυνα ρομπότ. Αν αποξενωθούν από τα σκληρά συναισθήματά τους, γίνονται παράσιτα ή θύματα. Στην οικογένεια μαθαίνονται όλα αυτά.

 

Virginia Satir, «Πλάθοντας Ανθρώπους» – απόσπασμα