Απογοητευμένοι και απογοητευτικές

Pontalis

Μου λέει πως η βραδιά που πέρασε χθες στο σπίτι κάποιων φίλων τον απογοήτευσε. Τον ρωτώ τι ακριβώς προσδοκούσε. Δεν ξέρει ακριβώς, τίποτε ιδιαίτερο, ωστόσο απογοητεύτηκε.

Μπορεί να υπάρξει άραγε απογοήτευση χωρίς προσδοκία, με μια προσδοκία η οποία αγνοεί τι προσδοκά, που προσδοκά περισσότερα ή διαφορετικά πράγματα, μια προσδοκία του απροσδόκητου; Στην πραγματικότητα η βραδιά εκτυλίχθηκε όπως θα την περίμενε: ένα καλό γεύμα, μία ζωηρή συζήτηση, κλπ. Εξαιρετική βραδιά, απογοητευτική. Έλειπε ίσως μια γυναίκα που θα τον είχε αναστατώσει ή κάποιες κουβέντες που θα μπορούσαν να τον εξοργίσουν. Ο άνθρωπος αυτός επιρρίπτει συχνά στον εαυτό του το ότι είναι υπερβολικά γαλήνιος, ότι μεθόδευσε μια ζωή από την οποία τίποτα δεν λείπει. «Επιτυχία, από κάθε άποψη, η ζωή μου».

Συνεχίζει. Θυμάται κάποια κρίση στον σχολικό του έλεγχο, άλλοτε: «Εξαιρετικός μαθητής, με απολύτως ικανοποιητικές επιδόσεις σε όλους τους τομείς». Ήταν τόσο περήφανος τότε. Σήμερα, λέει, αυτά του γυρίζουν τ’ άντερα. Να ικανοποιείς τους καθηγητές, τους γονείς σου… «Πόσο υπάκουος ήμουν, πόσο υποταγμένος! Δεν έχω διάθεση να σας ικανοποιήσω, να δειχθώ καλός αναλυόμενος για να με προστατέψετε». «Προτιμάτε να με απογοητεύσετε;»

Να απογοητεύσει, πώς όμως; Θα ‘ταν δώδεκα ή δεκατριών ετών. Θαύμαζε τον πατέρα του, «ο καλύτερος άνθρωπος, δίκαιος, πάντοτε διαθέσιμος, ποτέ δεν οργιζόταν». Και ιδού – η πρόκληση, τόσο νωρίς – πήγε κοντά στον πατέρα του και, ξαφνικά, τον χαστούκισε. «Έτσι, στα καλά καθούμενα, αλλά έπρεπε να το κάνω». Μετά από αυτό ξέσπασε σε κλάματα υπό το αποβλακωμένο βλέμμα του πατέρα του. Το περιστατικό δεν ξαναναφέρθηκε ποτέ. Ο καλός μαθητής, ο καλός γιος ακολούθησε το δρόμο του: «Επιτυχία, από κάθε άποψη» και, σποραδικά, η αιχμηρή απογοήτευση από το ότι δεν κατόρθωσε να απογοητεύσει.

Στα λατινικά, ο deceptor σημαίνει τον απατηλό (το πονηρό δαιμόνιο του Ντεκάρτ). Στα αγγλικά, to deceive: δελεάζω, εξαπατώ. Διαψεύδω τις προσδοκίες του άλλου. Αυτή η γυναίκα που διατείνεται πως είναι μονίμως απογοητευμένη – στους έρωτες, στη δουλειά της – επιδίδεται στην προσπάθεια να απογοητεύσει. Και τότε οι άντρες – «τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους, μα ποιοι νομίζουν πως είναι;» – είναι εκείνοι που ανησυχούν: «Μα τι μου λείπει και ψάχνει διαρκώς αλλού;»

Θα έπρεπε μήπως, για να μην απογοητευόμαστε, να μην περιμένουμε τίποτα; Να γεννιόμαστε χωρίς αυταπάτες, ώστε να είμαστε σίγουροι πως δεν θα τις χάσουμε; Να είμαστε, από το ξεκίνημα κιόλας, ασαγήνευτοι; Τέτοια σκέφτομαι συχνά, με αφορμή τον Ρ. που δεν λησμονεί ποτέ πως όλα είναι θνητά, που παίρνει τα πράγματα όπως έρχονται, που δεν εξανίσταται και δεν παραπονιέται ποτέ. Αυτός ο εκ γενετής ασαγήνευτος, σαγηνεύεται με το παραμικρό: με μια αντανάκλαση ουρανού στα νερά μιας λιμνούλας, μ’ έναν σκύλο που του κάνει χαρές, και κυρίως, κυρίως, με τα ψηλόλιγνα πόδια ή με το διαφαινόμενο στήθος μιας γυναίκας που συνάντησε στο δρόμο.

Αν δεν ήταν οι μητέρες μας απογοητευτικές, δεν θα δεχόμαστε τίποτε από όσα, ανέλπιστα, μας προσφέρει η ζωή.

Jean-Bertrand Pontalis, Παράθυρα (εκδ. Εστία)

Advertisements

Η Αυτοεκτίμηση

aytoektimisi

Η αυτοεκτίμηση είναι ιδέα, στάση, συναίσθημα, εικόνα και εξωτερικεύεται με τη συμπεριφορά. Αυτοεκτίμηση είναι η ικανότητα να δίνεις αξία στον εαυτό σου και να τον μεταχειρίζεσαι με αξιοπρέπεια, με αγάπη και αλήθεια.

«Όταν τον εαυτό μου τον εκτιμώ και μου αρέσει, έχω τις μεγαλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσω τη ζωή με αξιοπρέπεια, ειλικρίνεια, δύναμη, αγάπη και ρεαλισμό». Αυτή είναι η περίπτωση της υψηλής αυτοεκτίμησης. Απ’ την άλλη μεριά, όταν βλέπει κανείς υποτιμητικά τον εαυτό του, με αηδία ή περιφρόνηση ή άλλο αρνητικό συναίσθημα, o εαυτός χάνει τη δύναμή του και γίνεται θύμα, νικημένο από τη ζωή: «Αν δεν μου αρέσει ο εαυτός μου, τον υποτιμάω και τον τιμωρώ. Ξεκινάω για ν’ αντιμετωπίσω τη ζωή από τη βάση του φόβου και της ανημπόριας και δημιουργώ μία κατάσταση στην οποία αισθάνομαι θύμα και φέρομαι σαν θύμα. Τιμωρώ τον εαυτό μου και τους άλλους, χωρίς να βλέπω τι κάνω. Πότε φέρομαι δουλικά και πότε σαν τύρρανος. Θεωρώ τους άλλους υπεύθυνους για τις πράξεις μου». Σ’ αυτήν την ψυχολογική κατάσταση, το άτομο αισθάνεται ότι δεν το λογαριάζουν, ότι συνέχεια απειλείται με απόρριψη και ότι του λείπει η ικανότητα να δει σωστά τον εαυτό του, τους άλλους και τα περιστατικά. Αυτή είναι η περίπτωση της χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Ένας άνθρωπος, που δε δίνει αξία στον εαυτό του, περιμένει από κάποιον άλλον – τη σύζυγο, το σύζυγο, το γιο ή την κόρη – να του δώσει την αξία. Αυτό συχνά οδηγεί σε ατέλειωτη χειραγώγηση, που συνήθως προκαλεί αντίκτυπο ολέθριο και για τους δύο.

Σε πολλούς μπορεί να φανεί ριζοσπαστική ή ακόμα και καταστροφική η άποψη πως είναι ουσιαστικό το να αγαπάει και να δίνει κανείς αξία στον εαυτό του. Για πολλούς ανθρώπους το ν’ αγαπάς τον εαυτό σου σημαίνει εγωισμό και επομένως ενέργεια εναντίον των άλλων – πόλεμο μεταξύ των ανθρώπων.

Για να αποφύγουν να στρέφονται εναντίον των άλλων, οι άνθρωποι διδάσκονται ν’ αγαπάνε τους άλλους αντί ν’ αγαπάνε τον εαυτό τους. Αυτό οδηγεί στην υποτίμηση του εαυτού. Μα γεννιέται και το ερώτημα: αν κανείς δεν έχει μάθει ν’ αγαπάει τον εαυτό του, πώς μπορεί να ξέρει ν’ αγαπάει τους άλλους; Έχουμε πολλές αποδείξεις που μαρτυρούν ότι μόνο αν αγαπάς τον εαυτό σου, θα μπορέσεις ν’ αγαπήσεις και τους άλλους, ότι αυτοεκτίμηση και εγωισμός δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Ο εγωισμός αποτελεί μία μορφή ανωτερότητας, στην οποία το μήνυμα είναι κάποια παραλλαγή του «είμαι καλύτερος από σένα». Το να αγαπάς τον εαυτό σου είναι μία δήλωση, μία θέση αξίας. Όταν δίνω αξία στον εαυτό μου, τότε μπορώ να αγαπώ τους άλλους αναγνωρίζοντας την αξία τους. Όταν ο εαυτός μου δεν μου αρέσει, τότε τα συναισθήματά μου για τους άλλους θα είναι ζήλεια ή φόβος.

Οι καλές ανθρώπινες σχέσεις και η κατάλληλη και τρυφερή συμπεριφορά πηγάζουν από ανθρώπους που έχουν αυξημένη αυτοεκτίμηση. Για να το πούμε απλά, όσοι αγαπάνε και εκτιμούν τον εαυτό τους είναι ικανοί να αγαπήσουν και να εκτιμήσουν τους άλλους και να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα κατάλληλα. Η συναίσθηση της αξίας του εαυτού είναι το κλειδί, ο δρόμος για να γίνεις περισσότερο ανθρώπινος, να αποκτήσεις υγεία και ευτυχία, να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις ικανοποιητικές σχέσεις και να είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος, αποδοτικός και υπεύθυνος.

Όταν νοιάζεται κανείς για τον εαυτό του, δεν πρόκειται ποτέ να κάνει κάτι για να τον πληγώσει, να τον υποτιμήσει, να τον ταπεινώσει ή να τον καταστρέψει, αυτόν ή κάποιον άλλον και ποτέ δεν θα θεωρήσει τους άλλους υπεύθυνους για τις πράξεις του. Για παράδειγμα, όσοι νοιάζονται για τον εαυτό τους, δεν θα τον καταστρέψουν με ναρκωτικά και δεν θα επιτρέψουν ποτέ στους άλλους να τους κακομεταχειριστούν σωματικά ή ψυχικά.

Όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν αξίζουν, είναι σίγουροι πως οι άλλοι θα τους ξεγελάσουν, θα τους παραγκωνίσουν και θα τους υποτιμήσουν. Έτσι προετοιμάζουν τον δρόμο για να γίνουν θύματα. Καθώς περιμένουν το χειρότερο, το προκαλούν και συνήθως το παθαίνουν. Για να προστατευθούν, κρύβονται πίσω από έναν τοίχο δυσπιστίας και βουλιάζουν μέσα σ’ ένα τρομακτικό συναίσθημα μοναξιάς και απομόνωσης. Έτσι, απομονωμένοι από τους άλλους, γίνονται απαθείς, αδιαφορούν για τον εαυτό τους και για τους άλλους γύρω τους. Είναι δύσκολο γι’ αυτούς ν’ ακούσουν, να δουν και να σκεφτούν καθαρά και επομένως έχουν την τάση να παραγκωνίζουν και να υποτιμούν τους άλλους. Όσοι αισθάνονται έτσι, χτίζουν τεράστιους ψυχολογικούς τοίχους και κρύβονται πίσω τους και ύστερα, για να αμυνθούν, αρνιούνται πως αυτό έκαναν. Ο φόβος είναι φυσικό επακόλουθο αυτής της δυσπιστίας και της απομόνωσης. Μας περιορίζει και μας τυφλώνει. Μας εμποδίζει να διακινδυνεύσουμε με νέες λύσεις στα προβλήματά μας. Αντίθετα, μας σπρώχνει πάντα σε τρόπους συμπεριφοράς εκ των προτέρων καταδικασμένους σε αποτυχία.

Όσο πιο δυνατή η αυτοεκτίμηση, τόσο πιο εύκολα παίρνει κανείς κουράγιο για ν’ αλλάξει η συμπεριφορά. Όσο πιο πολύ εκτιμάει κανείς τον εαυτό του, τόσο πιο λίγα απαιτεί από τους άλλους. Όσο λιγότερα απαιτεί, τόσο περισσότερο τους εμπιστεύεται. Όσο πιο πολύ εμπιστεύεται τον εαυτό του και τους άλλους, τόσο πιο πολύ μπορεί ν’ αγαπάει. Όσο πιο πολύ αγαπάει, τόσο πιο λίγο φοβάται τους άλλους. Όσο περισσότερα οικοδομεί μαζί με τους άλλους, τόσο πιο πολύ τους γνωρίζει. Όσο πιο πολύ τους γνωρίζει, τόσο πιο στερεοί είναι οι δεσμοί και οι γέφυρες ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους. Η συμπεριφορά της αυτοεκτίμησης βοηθάει λοιπόν να μπει τέλος στην απομόνωση και την αποξένωση ανάμεσα στους ανθρώπους και τις ομάδες.

Προσαρμογή από το βιβλίο της Virginia Satir, «Πλάθοντας Ανθρώπους» – εκδ. ΚΕΔΡΟΣ

Η αβοήθητη μοναξιά του άνδρα

Vincent_Willem_van_Gogh_002

«Ποτέ γυναίκα δεν κατάλαβε έναν άντρα» – Hamlet

Κι αφού η γυναίκα τον άντρα μονάχα να τον αγαπάει μπορεί και τίποτε άλλο, θα κάνω εγώ, ένας άντρας, το εγκώμιο γι’ αυτό το αυτοδημιούργητο θαύμα που είναι ο άντρας. Χαριστικά θα βάλω πρώτη στη σειρά τη συμβολή της γυναίκας, που σίγουρα βοηθάει να συντελεσθεί, κυρίως με το ανεκτίμητο (και κατ’ εξοχήν γυναικείο) χάρισμά της, που είναι ο αλάθητος ρεαλισμός της. Χωρίς αυτόν ο άντρας θα παράπαιε, ακόμα θα περιπλανιόταν, θα είχε χαθεί μέσα στις ομίχλες των επικών του φαντασιώσεων ­ ένα χάρισμα που η γυναίκα, αν το θελήσει, μπορεί να το μεταποιήσει σε θανάσιμο ανδροκτόνο εργαλείο ­ αν θελήσει να υπονομεύσει, χρησιμοποιώντας το, όλες τις ευσυγκίνητες μυθολογίες, που χάρη σ’ αυτές και αποκλειστικά μ’ αυτές ο άντρας επιβιώνει.

Χειρώνακτας του πολιτισμού αλλά και εγκέφαλός του, έκτισε από την αρχή τον κόσμο με μέτρο τον άνθρωπο. Κι αν αυτός ο κόσμος φαίνεται να είναι ανδροπρεπής, εκεί που χρειάζεται γίνεται θηλυκός, πολύ τελειότερα απ’ ό,τι θα τον έπλαθε η ίδια η γυναίκα: χάρη στον άντρα η τέχνη κατοικήθηκε από εξαίσιες (αν και ανύπαρκτες) γυναίκες και πήραν γυναικείο όνομα οι πιο αυστηρές εξουσίες της ζωής ­ ενώ κράτησε για τον εαυτό του τον δυστυχισμένο ρόλο του ηττημένου, δηλαδή αυτός επωμίστηκε με αυταπάρνηση τη μεταφυσική μοίρα της ήττας που βαραίνει το ανθρώπινο γένος. Δεν δέχθηκε χαρμόσυνους αγγέλους όπως η Θεοτόκος, δεν έπεσε σε ερωτική έκσταση όπως η Αγία Θηρεσία· ταπεινά κι αγόγγυστα υπηρέτησε τη θητεία του στα τάγματα του Θεού. Δεν είχε μεγαλομανιακές ακουστικές ψευδαισθήσεις όπως η Ιωάννα της Λορραίνης ­ ανώνυμος αφανίσθηκε σε ατέλειωτους και άδικους πολέμους (και καμιά δεν έχει σημασία ότι ο ίδιος τους ξεκίνησε), εξοντώθηκε σε ισόβιες δουλείες. Ανιδιοτελής, αθώος αλλά ευφυής, εύπιστος με τη θέλησή του ­ εύθραυστος και χωρίς,­ σε αντίθεση με τη γυναίκα,­ να επιζεί του θρυμματισμού του· ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους· από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση τού πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόμους γενναίος. Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών. Αυτός είδε τα όνειρα όταν ήρθαν οι μεγάλες νύχτες ­ κι όλα αυτά από το τίποτα, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από κανέναν. Έχοντάς τα όλα αντίξοα, και πιο πολύ αντίξοη τη γυναίκα που τον αγάπησε.

Και λυπηθείτε τον, με την πιο ευγενικιά, την πιο τρυφερή λύπη, γι’ αυτή την απέραντη, την ως το τέλος αβοήθητη μοναξιά του. Δείτε τον, παραμερίζοντας τις αγορίστικες κομπορρημοσύνες του, τα απελπισμένα χάδια της μάνας του ­ παραμερίστε τα όλα: τα αφηρημένα αγγίγματα της γυναίκας του, τα αρπαχτικά και φιλημένα χεράκια των παιδιών του και δείτε τον σε όλη του την ανέχεια. Και μη του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει. Και αν αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί.

Γιώργος Χειμωνάς

Πίνακας: Vincent van Gogh, «At Eternity’s Gate» (Sorrowing old man)

[Ευχαριστώ: http://voukwlos.blogspot.gr/2009/08/blog-post_12.html ]

Ο ελέφαντας κι η πεταλούδα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ελέφαντας που όλη μέρα καθόταν και δεν έκανε τίποτα.

Ζούσε μόνος του σ’ ένα σπιτάκι πέρα ψηλά στην κορφή ενός στριφογυριστού δρόμου.

Από το σπίτι του ελέφαντα, ο στριφογυριστός δρόμος κατέβαινε, όλο κατέβαινε γεμάτος στροφές κι έφτανε σε μία πράσινη κοιλάδα, όπου ήταν ένα άλλο σπιτάκι. Στο σπιτάκι εκείνο ζούσε μία πεταλούδα.

Μια μέρα, εκεί που ο ελέφαντας καθόταν στο σπιτάκι του πλάι στο παράθυρο και κοίταζε έξω και δεν έκανε τίποτα (κι ήταν πολύ χαρούμενος, γιατί αυτό ακριβώς του άρεσε να κάνει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο), είδε κάποιον ν’ ανεβαίνει, ολοένα ν’ ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι του∙ κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και σάστισε πολύ. «Ποιος να ‘ναι αυτός που ανεβαίνει κι ολοένα κι ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι μου;» αναρωτήθηκε ο ελέφαντας.

cummingsfairytales12

Και μια στιγμή αργότερα, είδε πως ήταν μία πεταλούδα που πετάριζε χαρούμενα στο στριφογυριστό δρόμο∙ κι ο ελέφαντας είπε: «Απίστευτο! Θα περάσει άραγε απ’ το σπιτάκι μου να μου κάνει επίσκεψη;» Όσο πλησίαζε η πεταλούδα, τόσο η αγωνία του ελέφαντα μεγάλωνε – ώσπου η πεταλούδα ανέβηκε τα σκαλιά του μικρού σπιτιού και χτύπησε πολύ απαλά με το φτερό της την πόρτα. «Είναι κανείς εδώ;» ρώτησε.

Ο ελέφαντας ήταν ενθουσιασμένος, μα δεν είπε λέξη.

Η πεταλούδα χτύπησε ακόμη μια φορά με το φτερό της, λίγο πιο δυνατά αλλά πάλι πολύ απαλά, και είπε: «Μένει κανείς σ’ αυτό το σπίτι;»

Ούτε και τότε ο ελέφαντας είπε τίποτα, γιατί απ’ τη χαρά του δεν μπορούσε να μιλήσει.

Την τρίτη φορά η πεταλούδα χτύπησε την πόρτα αρκετά δυνατά και ρώτησε: «Είναι κανείς μέσα;» Αυτήν τη φορά ο ελέφαντας είπε με φωνή που έτρεμε: «Εγώ». Η πεταλούδα κοίταξε δειλά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: «Ποιος είσαι εσύ που ζεις σ’ αυτό το σπιτάκι;» Κι ο ελέφαντας κοίταξε δειλά από τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: «Είμαι ο ελέφαντας που δεν κάνει τίποτα όλη μέρα». «Ω» είπε η πεταλούδα. «Να περάσω;» «Κόπιασε» είπε ο ελέφαντας μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο, γιατί ήταν τρισευτυχισμένος. Η πεταλούδα έσπρωξε απαλά την πόρτα με το φτερό της, την άνοιξε και μπήκε.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν εφτά δέντρα που ζούσαν πλάι στο στριφογυριστό δρόμο. Κι όταν η πεταλούδα έσπρωξε την πόρτα με το φτερό της και μπήκε στο σπιτάκι του ελέφαντα, ένα από τα δέντρα είπε σ’ ένα από τα δέντρα: «Μου φαίνεται πως θα βρέξει».

«Ο στριφογυριστός δρόμος θα γίνει μούσκεμα και θα μοσχοβολάει», είπε ένα άλλο δέντρο σ’ ένα άλλο δέντρο.

Ένα από τ’ άλλα δέντρα είπε τότε σ’ ένα από τ’ άλλα δέντρα: «Τι τυχερή που είναι η πεταλούδα που είναι ασφαλής στο σπιτάκι του ελέφαντα. Έτσι δεν θα πάθει τίποτα απ’ τη βροχή».

Μα το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε: «Άρχισε κιόλας να βρέχει, το νιώθω». Και πράγματι, την ώρα που η πεταλούδα κι ο ελέφαντας συζητούσαν μες στο σπιτάκι του ελέφαντα, πάνω ψηλά στην κορφή του στριφογυριστού δρόμου, άρχισε παντού να πέφτει μια απαλή βροχή∙ κι η πεταλούδα με τον ελέφαντα κάθισαν μαζί πλάι στο παράθυρο και κοίταζαν έξω κι ένιωθαν ασφαλείς και χαρούμενοι, ενώ ο στριφογυριστός δρόμος είχε μουσκέψει κι είχε αρχίσει να μοσχοβολάει, όπως ακριβώς είχε πει το τρίτο δέντρο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι η βροχή σταμάτησε. Ο ελέφαντας αγκάλιασε πολύ απαλά τη μικρή πεταλούδα και είπε: «Μ’ αγαπάς λιγάκι;»

Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: «Όχι, σ’ αγαπώ πάρα πολύ».

Ο ελέφαντας τότε είπε: «Είμαι πολύ χαρούμενος, νομίζω πως πρέπει να πάμε να κάνουμε μια βόλτα μαζί εσύ κι εγώ: η βροχή σταμάτησε πια κι ο στριφογυριστός δρόμος μοσχοβολάει».

Η πεταλούδα είπε: «Ναι, αλλά πού να πάμε εσύ κι εγώ;»

Ας κατεβούμε το στριφογυριστό δρόμο κι ας πάμε πέρα μακριά, εκεί που δεν έχω πάει ποτέ» είπε ο ελέφαντας στη μικρή πεταλούδα. Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: «Πολύ θέλω να κατεβώ μαζί σου το στριφογυριστό δρόμο και να πάμε πέρα μακριά – ας βγούμε απ’ την πορτούλα του σπιτιού σου κι ας κατεβούμε τα σκαλιά μαζί – τι λες;»

Βγήκαν λοιπόν μαζί απ’ το σπιτάκι, και το χέρι του ελέφαντα αγκάλιαζε πολύ απαλά την πεταλούδα. Το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε τότε στους έξι φίλους του: «Μου φαίνεται πως η πεταλούδα αγαπάει τον ελέφαντα όσο κι ο ελέφαντας αγαπάει την πεταλούδα, και χαίρομαι πάρα πολύ, γιατί θα μείνουν αγαπημένοι για πάντα».

cummingsfairytales10

Κι ο ελέφαντας με την πεταλούδα κατέβαιναν, ολοένα και κατέβαιναν το στριφογυριστό δρόμο.

Μετά τη βροχή είχε βγει ένας υπέροχος λαμπερός ήλιος.

Στο στριφογυριστό δρόμο τα λουλούδια μοσχοβολούσαν.

Ένα πουλί άρχισε να τραγουδάει σ’ ένα θάμνο και τα σύννεφα χάθηκαν απ’ τον ουρανό κι ήταν παντού Άνοιξη.

Όταν έφτασαν στο σπίτι της πεταλούδας κάτω στην πράσινη κοιλάδα, που ήταν πράσινη όσο ποτέ, ο ελέφαντας είπε: «Αυτό είναι το σπίτι σου;»

Κι η πεταλούδα είπε: «Ναι, αυτό είναι».

«Να περάσω;» είπε ο ελέφαντας.

«Ναι» είπε η πεταλούδα. Ο ελέφαντας λοιπόν έσπρωξε ελαφρά την πόρτα με την προβοσκίδα του και μπήκαν στο σπίτι της πεταλούδας. Τότε ο ελέφαντας φίλησε την πεταλούδα πολύ απαλά κι η πεταλούδα είπε: «Γιατί δεν είχες έρθει ποτέ μέχρι τώρα εδώ κάτω στην κοιλάδα που μένω;» Κι ο ελέφαντας απάντησε: «Γιατί δεν έκανα τίποτα όλη μέρα. Τώρα όμως που ξέρω πού μένεις, θα κατεβαίνω κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο για να σε βλέπω, αν δεν σε πειράζει – σε πειράζει;» Τότε η πεταλούδα φίλησε τον ελέφαντα και είπε: «Σ’ αγαπώ και θέλω πολύ να έρχεσαι».

Κι από τότε ο ελέφαντας κατέβαινε κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο που μοσχοβολούσε (περνώντας πλάι απ’ τα εφτά δέντρα και το πουλί που κελαηδούσε μες στο θάμνο) για να πάει στη μικρή του φίλη την πεταλούδα.

Κι έμειναν αγαπημένοι για πάντα.

e.e.cummings, Παραμύθια (εκδ. Νεφέλη).

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας 2014: Ζώντας με τη Σχιζοφρένεια

world-mental-health-day-resize

Για τις πιο γνωστές ψυχικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια, η κατάθλιψη και η κατάχρηση αλκοόλ, τα στατιστικά στοιχεία του ΠΟΥ προβληματίζουν. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των πασχόντων από κατάθλιψη ξεπερνά παγκοσμίως τα 350 εκατομμύρια, ενώ αναμένεται πως μέχρι το 2020 θα είναι η δεύτερη αιτία αναπηρίας παγκοσμίως (global burden of disease). Κάθε χρόνο, σε όλο τον κόσμο αυτοκτονούν περίπου 800.000 άνθρωποι, εκ των οποίων το 86% είναι σε χώρες χαμηλού ή μέσου εισοδηματικού επιπέδου. Μία από τις κυριότερες αιτίες της αυτοχειρίας είναι οι ψυχικές διαταραχές (π.χ. η κατάθλιψη και η σχιζοφρένεια) – αιτία που μπορεί να προληφθεί, αποφεύγοντας έτσι αυτές τις μαζικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια υπολογίζονται διεθνώς στα 25 εκατομμύρια, ενώ εκτιμάται πως το 4% όλων των θανάτων που σημειώνονται παγκοσμίως, οφείλεται σε κατάχρηση αλκοόλ. Όπως καθίσταται σαφές, οι ψυχικές διαταραχές μπορούν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το προσδόκιμο ζωής του ατόμου, καθώς και την προσωπική και κοινωνική του ζωή. Παράλληλα, οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ένα άτομο με ψυχική διαταραχή, συμβάλλουν στην απώλεια του 8.1%  των ετών της προσδόκιμης ζωής του, μία απώλεια που θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν υπήρχε καλύτερη ενημέρωση και καλύτερη οργάνωση των κρατικών υποδομών πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας για την πρόληψη και την έγκαιρη αντιμετώπιση της διαταραχής.

Η σχιζοφρένεια, που είναι το θέμα της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας Ψυχικής Υγείας, χαρακτηρίζεται από μία σειρά αποσυνδετικών διαταραχών που προσβάλλουν τη σκέψη, το συναίσθημα, την ταυτότητα αλλά και την ψυχοκινητικότητα του ανθρώπου, συνοδευόμενων από παραληρητικές ιδέες και/ ή ψευδαισθήσεις. Η καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων διακόπτεται απότομα και συχνά αδυνατούν να συνεχίσουν να εργάζονται ή να σπουδάζουν. Πέραν όμως της ασθένειάς τους, έχουν να αντιμετωπίσουν τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις της ευρύτερης κοινότητας, την έλλειψη κατάλληλων υποδομών και υπηρεσιών ψυχικής υγείας και την ελλιπή πληροφόρηση. Το να «ζεις με την σχιζοφρένεια» είναι μία οδυνηρή εμπειρία τόσο για τους πάσχοντες, όσο και για τις οικογένειές τους, την κοινότητα και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Η σημερινή ημέρα επιχειρεί να υπενθυμίσει στα κράτη, τους λαούς όλου του κόσμου, αλλά και στον καθένα μας προσωπικά, το χρέος που έχουμε απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, τις ανάγκες τους και τις υπηρεσίες που χρειάζονται, προκειμένου να συνεχίσουν να είναι ενεργοί και υγιείς πολίτες του κόσμου. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να υπενθυμίσει ότι ο καθένας από εμάς μπορεί κάποια στιγμή στη ζωή του να έρθει αντιμέτωπος με κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας. Ας μην κλείνουμε άλλο τις πόρτες στην ψυχική ασθένεια.

Προτεινόμενα Links για περαιτέρω ενημέρωση:

Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. http://www.who.int/features/factfiles/mental_health/en/

Παγκόσμια Ομοσπονδία Ψυχικής Υγείας. http://www.wfmh.com/

Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία. http://www.psych.gr/

Ε.Π.Α.Ψ.Υ. http://www.epapsy.gr/ 

Ε.Π.Ι.Ψ.Υ. http://www.epipsi.gr/

Ένα παραμύθι του Γιώργου Χειμωνά

– Είδα έναν έρωτα χτές. Είπε το κορίτσι.
– Τι ήταν; Ρώτησε το αγόρι.

Έχουν την ίδια ηλικία 5- 6 χρονών.

– Έλα να σου δείξω! Λέει το κορίτσι. Ξαπλώνει στη χλόη.
– Έλα τώρα από πάνω μου. Λέει στο αγόρι.
Το αγόρι σκύβει, ξαπλώνει πάνω στο κορίτσι.
– Είσαι πολύ βαρύς, λέει το κορίτσι. Πήγαινε λίγο στο πλάι.

Μένουν ξαπλωμένα, ακίνητα.

– Αυτό είναι έρωτας. Λέει το κορίτσι.
– Πόσο κρατάει; Ρωτάει το αγόρι.
– Πολύ λίγο. Λέει το κορίτσι. Σε λίγο σπρώχνει το αγόρι.
– Αυτό είναι ο έρωτας, λέει.

Σηκώνονται όρθια.

Το αγόρι λέει: – Αυτό ήταν όλο; Τίποτα δεν κατάλαβα.
-Τα αγόρια ποτέ δεν καταλαβαίνουν. Λέει το κορίτσι. Μονάχα τα κορίτσια καταλαβαίνουν.
Το αγόρι σωπαίνει. Λέει απότομα.
– Όμως και γω κατάλαβα.
– Τι κατάλαβες; Ρωτάει το κορίτσι.
– Δε ξέρω, λέει το αγόρι.

– Εκεί! Λέει το κορίτσι. Ξέρεις που. Κάτι. Εκεί.
– Ναι, εκεί. Λέει το αγόρι. Όμως, δε μπορεί να κρατήσει παραπάνω; Να μείνουμε λίγο παραπάνω;
– Όχι. Λέει το κορίτσι.Τόσο κρατάει ο έρωτας. Αν κρατήσει παραπάνω, λίγο παραπάνω να κρατήσει, τότε θα κρατήσει όλη τη ζωή.

– Ξέρω, λέει το αγόρι. Και τότε λέγεται αλλιώς.
– Και πώς λέγεται τότε; ρωτάει το κορίτσι.
– Γάμος. Λέει το αγόρι.

– Τίποτα δε ξέρεις. Τα αγόρια τίποτα δε ξέρουν. Λέει το κορίτσι.
– Και πώς λέγεται τότε; Ρωτάει το αγόρι.

Το κορίτσι σωπαίνει.

Ύστερα, λέει ξαφνικά:
– Γάμος, λέγεται η Γη με τον Ουρανό μαζί. Και δεν κρατάει μονάχα μια ζωή, κρατάει για πάντα. Η Γη από κάτω, κι από πάνω της ο Ουρανός. Πάντα. Αυτό είναι ο γάμος.
– Τίποτα δεν ξέρεις. Λέει το αγόρι, τα κορίτσια τίποτα δεν ξέρουν και λένε ό,τι τους κατέβει. Αυτό δεν είναι γάμος και δε λέγεται γάμος.
– Πώς λέγεται;, ρωτάει το κορίτσι.
– Αυτό λέγεται κόσμος, λέει το αγόρι. Και δεν έχει καμία σχέση.

Σωπαίνουν.

– Να κάνουμε τώρα την Γη με τον Ουρανό; Ρωτάει το αγόρι.
– Ναι, λέει το κορίτσι, αλλά τότε θα το πούμε γάμο, όχι κόσμο.
– Το ίδιο είναι, λέει το αγόρι, αλλά εντάξει, θα το πούμε γάμο.
– Καλύτερα να μη το πούμε τίποτα. Λέει το κορίτσι. Θα είναι μαζί έρωτας και γάμος και δεν θα έχει όνομα.
– Μ’ αρέσει που δε θα έχει κανένα όνομα! Λέει το αγόρι.
– Και μένα! Λέει το κορίτσι

 – Βρήκαμε το πρώτο πράγμα στο κόσμο, που δεν έχει όνομα.

Συναισθηματική Εξάρτηση

heartchains

Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να έχουν μια ερωτική σχέση. Θέλουν να υπάρχει στη ζωή τους αυτός ο ξεχωριστός άνθρωπος. Οι περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται και θέλουν να έχουν φίλους. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να έχουν στη ζωή τους ανθρώπους που τους αποδέχονται και τους αγαπούν. Αυτές είναι φυσικές και υγιείς επιθυμίες. Η συναισθηματική εξάρτηση είναι σε ένα βαθμό παρούσα σε όλες τις σχέσεις, των υγιών συμπεριλαμβανομένων. Πολλοί άνθρωποι όμως, άνδρες και γυναίκες, δεν χρειάζονται και δεν θέλουν απλώς άλλους ανθρώπους – χρειαζόμαστε τους ανθρώπους. Και το πιθανότερο είναι ότι αυτή η ανάγκη μάς υποκινεί και μας εξουσιάζει.

Το να έχει κάποιος υπερβολική ανάγκη τους άλλους ανθρώπους μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Κλειδί της δικής μας ευτυχίας γίνονται οι άλλοι άνθρωποι. Πιστεύω ότι αυτή η επικέντρωση της ζωής μας γύρω από τους άλλους, το ότι συνεχώς η ζωή μας περιστρέφεται γύρω από τους άλλους, βαδίζει χέρι χέρι με την συνεξάρτηση και πηγάζει από τη συναισθηματική μας ανασφάλεια. Πιστεύω, επίσης, ότι και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αέναης αναζήτησης αποδοχής, στην οποία είμαστε βουτηγμένοι, προέρχεται από την ανασφάλειά μας. Πιστεύουμε ότι κάτι μαγικό συμβαίνει μόνο με τους άλλους και όχι μ’ εμάς. Τα όμορφα συναισθήματα είναι μέσα τους, όχι μέσα μας. Όσο δε λιγότερα όμορφα πράγματα βρίσκουμε στον εαυτό μας, τόσο περισσότερα αναζητάμε στους άλλους. Εκείνοι έχουν τα πάντα, εμείς δεν έχουμε τίποτα. Η δική μας ύπαρξη δεν είναι σημαντική. Μας έχουν εγκαταλείψει και μας έχουν παραμελήσει τόσο συχνά, ώστε καταλήξαμε να εγκαταλείψουμε και εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Αυτή η τεράστια ανάγκη των άλλων, που συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι είμαστε ανάξιοι να αγαπηθούμε και από την άποψη ότι οι άνθρωποι ποτέ δεν θα μας συμπαρασταθούν, μπορεί να εμφυτευτεί βαθιά μέσα μας. Ορισμένες φορές θεωρούμε ότι οι άνθρωποι δεν μας συμπαραστέκονται, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει. Η ανάγκη μας μπορεί να επισκιάζει την όρασή μας, εμποδίζοντάς μας να δούμε την αγάπη που υπάρχει γύρω μας και απευθύνεται προς εμάς.

Ορισμένες φορές καμία ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι δυνατόν να βρεθεί στο πλάι μας με τον τρόπο που εμείς θα θέλαμε – να μας απορροφήσει, να μας φροντίζει, να μας κάνει να νιώσουμε καλά, να νιώσουμε ολοκληρωμένοι και ασφαλείς.

Πολλοί από εμάς περιμένουν από τους άλλους τόσο πολλά, και έχουν τόσο πολύ την ανάγκη τους, ώστε συμβιβαζόμαστε με ελάχιστα. Μπορεί να εξαρτηθούμε από προβληματικούς ανθρώπους – από αλκοολικούς ή άλλους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Μπορεί να εξαρτηθούμε από άτομα που δεν εκτιμάμε ή δεν αγαπάμε ιδιαίτερα. Ορισμένες φορές, έχουμε τόσο πολύ την ανάγκη ενός ανθρώπου, που συμβιβαζόμαστε σχεδόν με τον οποιονδήποτε. Μπορεί να χρειαζόμαστε άτομα που δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες μας. Μπορούμε και στην περίπτωση αυτή να εμπλακούμε σε καταστάσεις στις οποίες έχουμε την ανάγκη να μας συμπαρασταθεί κάποιος, αλλά ο άνθρωπος που έχουμε επιλέξει δεν μπορεί να το κάνει ή δεν θα το κάνει.

Μπορεί ακόμα και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ένα συγκεκριμένο άτομο, ότι χωρίς το άτομο αυτό στη ζωή μας θα μαραζώσουμε και θα πεθάνουμε. Αν το άτομο αυτό είναι κάποιος αλκοολικός ή κάποιος έντονα προβληματικός άνθρωπος, μπορεί να ανεχτούμε την κακοποίηση και τον παραλογισμό, για να συνεχίσουμε να τον έχουμε στη ζωή μας, ώστε να διατηρήσουμε την πηγή της συναισθηματικής μας ασφάλειας. Η ανάγκη μας γίνεται τόσο μεγάλη, ώστε συμβιβαζόμαστε για μηδαμινά ωφέλη. Οι προσδοκίες μας πέφτουν κάτω από το φυσιολογικό επίπεδο, κάτω από αυτά που θα έπρεπε να περιμένουμε από τις σχέσεις μας γενικώς. Και τότε, παγιδευόμαστε, έχουμε κολλήσει.

[…]

Τελικά, η υπερβολική εξάρτηση από ένα πρόσωπο μπορεί να σκοτώσει την αγάπη. Οι σχέσεις που στηρίζονται μάλλον στη συναισθηματική ανασφάλεια ή ένδεια παρά στην αγάπη, μπορεί να αποβούν καταστροφικές. Δεν λειτουργούν σωστά. Η υπερβολική ένδεια απομακρύνει τους ανθρώπους μεταξύ τους και καταπνίγει την αγάπη. Τρομάζει τους ανθρώπους και τους διώχνει μακριά. Προσελκύει το είδος των ανθρώπων που δεν μας αρμόζει. Έτσι, οι πραγματικές μας ανάγκες δεν καλύπτονται∙ μεγαλώνουν και το ίδιο μεγαλώνει και η απελπισία μας. Επικεντρώνουμε τη ζωή μας γύρω από το πρόσωπο που έχουμε επιλέξει, προσπαθώντας να προστατεύσουμε την πηγή της ασφάλειας και της ευτυχίας μας. Και για να συντελεστεί αυτό αποποιούμαστε το δικαίωμα στην ίδια μας τη ζωή. Έτσι, εξοργιζόμαστε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Εξουσιαζόμαστε από αυτόν. Εξαρτιόμαστε από αυτόν. Τελικά, αισθανόμαστε πικρία και οργή για τον άνθρωπο από τον οποίο εξαρτιόμαστε, για τον άνθρωπο που μας εξουσιάζει, γιατί έχουμε παραχωρήσει σ’ αυτόν την προσωπική μας δύναμη και τα δικαιώματά μας.

[..]

Γιατί ταλαιπωρούμε έτσι τον εαυτό μας; […] Πολλοί από εμάς έμαθαν να είναι έτσι γιατί, όταν ήταν παιδιά, κάποιος άνθρωπος πολύ σημαντικός για εμάς δεν ήταν σε θέση να μας προσφέρει την αγάπη, την αποδοχή και τη συναισθηματική ασφάλεια που είχαμε ανάγκη. Έτσι, ζήσαμε τη ζωή μας με τον καλύτερο τρόπο που είχαμε να τη ζήσουμε, εξακολουθώντας να αναζητάμε ακαθόριστα ή απελπισμένα κάτι που δεν αποκτήσαμε ποτέ. Άλλοι πάλι, κτυπούν ακόμα το κεφάλι τους στον τοίχο προσπαθώντας να αποκτήσουν την αγάπη αυτή από ανθρώπους, όπως είναι η Μητέρα ή ο Πατέρας, οι οποίοι είναι ανίκανοι να μας δώσουν αυτό που ζητάμε. Και ο κύκλος επαναλαμβάνεται μέχρι τη στιγμή που θα διακοπεί και θα σταματήσει.

Ας κλείσουμε λοιπόν τις εκκρεμούσες υποθέσεις της παιδικής μας ηλικίας όσο καλύτερα μπορούμε. Ας θρηνήσουμε για εκείνες τις απώλειες. Ας αποκτήσουμε κάποια απόσταση από αυτές. Ας διερευνήσουμε πώς επηρεάζουν τα γεγονότα της παιδικής μας ηλικίας τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε σήμερα.

Ας πάψουμε να αναζητούμε την ευτυχία στους άλλους. Η πηγή της ευτυχίας μας και της καλής μας κατάστασης δεν βρίσκεται μέσα σε άλλους ανθρώπους, βρίσκεται μέσα μας. Ας μάθουμε να επικεντρωνόμαστε στον εαυτό μας.

Melody Beattie, «Συνεξάρτηση Τέλος- Πώς να σταματήσετε να ελέγχετε τους άλλους και να αρχίσετε να φροντίζετε τον εαυτό σας», εκδ. Λύχνος (απόσπασμα)