Συναισθηματική κακοποίηση

abuse7

Με τον όρο «συναισθηματική κακοποίηση» εννοούμε κάθε συμπεριφορά και στάση που πλήττει την συναισθηματική και/ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός άλλου ανθρώπου, χωρίς να εμπλέκει όμως την άσκηση σωματικής βίας. Στόχος της είναι να ελέγξει, να απαξιώσει, να εκφοβίσει, να απομονώσει ή να τιμωρήσει τον άλλον, χρησιμοποιώντας ως κυριότερα μέσα τον φόβο, την υποτίμηση και την ταπείνωση. Σε αντίθεση όμως με την σωματική και τη σεξουαλική κακοποίηση, όπου ένα και μόνο περιστατικό αρκεί για να την χαρακτηρίσει ως τέτοια, η συναισθηματική βία περιγράφεται ως ένα επαναλαμβανόμενο και σταθερό, μέσα στο χρόνο, μοτίβο συμπεριφορών, που μπορεί να είναι εκούσιο ή ασυνείδητο, και που πάντως έχει ως αποτέλεσμα την συστηματική υποτίμηση του άλλου ανθρώπου και της ψυχοσυναισθηματικής του ακεραιότητας. Στις πιο φανερές εκδοχές της, η συναισθηματική κακοποίηση μπορεί να πάρει τη μορφή της λεκτικής βίας και της διαρκούς άσκησης κριτικής, ενώ στις πιο άρρητες και συγκαλυμμένες εκδοχές της μπορεί να εκφραστεί μέσα από προσπάθειες εκφοβισμού του άλλου, χειραγώγησης, αλλά και με την μόνιμη άρνηση του ατόμου να μείνει ικανοποιημένος από το οτιδήποτε κάνει ο άλλος. Το αξιοσημείωτο στην δεύτερη περίπτωση της συγκαλυμμένης συναισθηματικής κακοποίησης είναι πως συνήθως, αυτού του είδους οι συμπεριφορές παρουσιάζονται και τεκμηριώνονται ως καλόβουλες προθέσεις καθοδήγησης του άλλου ή παροχής συμβουλών για το «καλό του». Σε κάθε περίπτωση όμως, η συναισθηματική κακοποίηση είναι ανεξάρτητη του κοινωνικού, μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου, ενώ δεν συνδέεται με το φύλο και την ηλικία του δέκτη και του θύτη. Επιπλέον, βιβλιογραφικά φαίνεται να λειτουργεί ως προάγγελος σωματικής βίας.

Παρότι είναι πολλές οι συμπεριφορές που θα μπορούσαν να περιγραφούν ως τακτικές άσκησης συναισθηματικής βίας, σε γενικές γραμμές τα μοτίβα των συναισθηματικά κακοποιητικών συμπεριφορών είναι τα εξής:

  • Επίθεση: Εδώ εντοπίζονται οι πιο εμφανείς, οι πιο ρητές μορφές συναισθηματικά κακοποιητικής συμπεριφοράς και περιλαμβάνουν τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς, τις κατηγορίες, τις απειλές και τις διαταγές. Αναλαμβάνοντας μία θέση κριτή, που εγκρίνει ή δεν εγκρίνει τη συμπεριφορά του άλλου, ο συναισθηματικά κακοποιητικός άνθρωπος στερεί από τον άλλον το δικαίωμα της ισότητας και της αυτονομίας μέσα στη σχέση. Ωστόσο, εξίσου επιθετική μπορεί να είναι και μία στάση «βοήθειας» προς τον άλλον: εδώ η άσκηση κριτικής, οι συμβουλές, οι έτοιμες λύσεις, οι αναλύσεις, οι ερωτήσεις σε ανακριτικό ύφος και η αμφισβήτηση των ενεργειών ή/και των αποφάσεων του άλλου μπορεί κάποιες φορές να είναι καλοπροαίρετες και ειλικρινείς, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν ως στόχο την απαξίωση και τον έλεγχο του άλλου. Εκείνο που μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ των δύο στάσεων είναι ο επικριτικός τόνος που υιοθετείται από τον θύτη ως εκείνου που «γνωρίζει καλύτερα».
  • Άρνηση: Σε αυτή την κατηγορία των συμπεριφορών εμπίπτουν όλες οι προσπάθειες ακύρωσης των σκέψεων, των απόψεων, των συναισθημάτων ή των αποφάσεων του άλλου. Ακύρωση έχουμε κάθε φορά που ο θύτης αρνείται την πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα, όταν αρνείται πως έχει προσβάλλει τον άλλον, όταν υποστηρίζει ότι ποτέ δεν εξύβρισε τον άλλον, ή όταν δηλώνει πως δεν γνωρίζει για τι μιλάει ο άλλος. Μία δεύτερη μορφή άρνησης είναι και η αποσιώπηση: όταν ο θύτης αρνείται να ακούσει ή να συζητήσει, και όταν αποσύρεται συναισθηματικά σε μία προσπάθεια να τιμωρήσει τον άλλον («κρατάει μούτρα»). Πρόκειται για μία συναισθηματική και ψυχική σιωπή έναντι του άλλου, που στόχο έχει να τον ελέγξει και να τον τιμωρήσει, κάνοντάς τον τελικά να νιώθει αόρατος. Μία τρίτη μορφή συναισθηματικά κακοποιητικής συμπεριφοράς που συνδέεται με την άρνηση είναι η αντιπαράθεση, η οποία εκφράζεται σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο θύτης θεωρεί τον δέκτη της συμπεριφοράς του ως κομμάτι του εαυτού του και φυσική του συνέχεια, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να δεχθεί ότι ο άλλος μπορεί να έχει κάποια άποψη, κάποιο συναίσθημα ή κάποια επιθυμία διαφορετική από τη δική του.
  • Ελαχιστοποίηση: Πρόκειται για μία ηπιότερη μορφή άρνησης όπου ο θύτης αποδέχεται μεν ότι κάτι συνέβη, αλλά αμφισβητεί τα συναισθήματα ή τις αντιδράσεις του άλλου σχετικά με αυτό το γεγονός. Εδώ θα ακούσουμε φράσεις όπως «Υπερβάλλεις!» ή «Παραείσαι ευαίσθητος!», οι οποίες θέτουν υπό αμφισβήτηση ή και ακυρώνουν τα συναισθήματα του άλλου. Σε μία άλλη μορφή της ελαχιστοποίησης, ο θύτης μπορεί επίσης να υποβαθμίζει με τη στάση του την σημασία των όσων λέει και κάνει ο άλλος.

Αξίζει να σημειωθεί και μία ακόμα μορφή συναισθηματικής κακοποίησης που ενέχει βία χωρίς ωστόσο αυτή να γίνεται σωματική: η συμβολική βία περιλαμβάνει συμπεριφορές όπως το βίαιο κλείσιμο της πόρτας, το σπάσιμο πιάτων ή άλλων αντικειμένων, η παρορμητική και επικίνδυνη οδήγηση όταν ο δέκτης είναι συνοδηγός, οι απειλές για καταστροφή περιουσιακών ή προσωπικών στοιχείων του δέκτη, καθώς και οι απειλητικές χειρονομίες προς τον άλλο. Όλα αυτά συνιστούν συμβολικές μορφές μίας απειλής που παραβιάζει τα ψυχολογικά και συναισθηματικά όρια του άλλου ανθρώπου.

Για τον δέκτη αυτών των συμπεριφορών, οι επιπτώσεις είναι αδιόρατες, σιωπηρές, πλην όμως πολύ σοβαρές. Εξάλλου, βιβλιογραφικά επιβεβαιώνεται ότι οι συνέπειες της συναισθηματικής κακοποίησης για τον άνθρωπο που τη δέχεται είναι εξίσου σοβαρές (ίσως και σοβαρότερες) με αυτές της σωματικής βίας. Έτσι, η μειωμένη αίσθηση αυταξίας και η χαμηλή αυτοπεποίθηση, οι αυτομομφές, η ενοχή και η ντροπή, η αίσθηση ότι δεν αξίζει τίποτα ή ότι δεν είναι ικανός για τίποτα, οι διαρκείς αμφιβολίες για την εγκυρότητα και την βασιμότητα των σκέψεων, των πεποιθήσεων, των αποφάσεων και των ενεργειών του, και η γενικότερα αρνητική αυτό-εικόνα που διατηρεί, καθώς και η κατάθλιψη ή και το άγχος που βιώνει, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της συναισθηματικής κακοποίησης που επανειλημμένως δέχεται ή δέχθηκε στο παρελθόν από κάποιον άλλο. Ειδικά μέσω της άρνησης και της ελαχιστοποίησης, των οποίων γίνεται δέκτης, το άτομο μπορεί να φθάσει στο σημείο να αμφιβάλλει για τα συναισθήματα και τις σκέψεις του καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και βιώνει την πραγματικότητα.

Η συναισθηματική και ψυχολογική κακοποίηση απαντάται τόσο στις επαγγελματικές όσο και στις πιο στενές, διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις. Από τον γονέα που ειρωνεύεται και απειλεί το παιδί του και τον σύζυγο που εκβιάζει οικονομικά τη σύζυγο, μέχρι τον προϊστάμενο που δεν μένει ποτέ ευχαριστημένος από την απόδοση των υφισταμένων του και απαξιώνει διαρκώς τις προσπάθειές τους, και την σύντροφο που ειρωνεύεται και κάνει σαρκαστικά σχόλια προς τον σύντροφό της, η συναισθηματική κακοποίηση ελλοχεύει σε κάθε μορφή σχέσης όπου υπάρχει κάποια άνιση κατανομή της εξουσίας και του ελέγχου. Εκείνο που φαίνεται να έχει μία ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός πως η συναισθηματική κακοποίηση ακολουθεί ένα διαγενεακό μοτίβο. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος που ως παιδί δέχθηκε συναισθηματική κακοποίηση από τον γονέα του, είναι πολύ πιθανό ως ενήλικος να αναζητάει και να βρίσκεται σε σχέσεις στις οποίες γίνεται δέκτης παρόμοιων συμπεριφορών. Έχοντας μάθει από μικρό παιδί πως κάποιος άλλος είναι εκεί για να κρίνει και να αξιολογήσει τα συναισθήματα και τις επιλογές του και μην έχοντας γνωρίσει τι σημαίνει αυτόνομη έκφραση συναισθημάτων και ανεξάρτητη λήψη αποφάσεων, είναι επόμενο ως ενήλικος πια, να νιώθει μεγαλύτερη οικειότητα και ασφάλεια μέσα σε σχέσεις ελεγκτικές και χειραγώγησης, παρά τον θυμό, την μειωμένη αυτοεκτίμηση και την αρνητική αυτοεικόνα που ταυτόχρονα έχει. Στο άλλο άκρο, ένα παιδί που μεγάλωσε σε ένα συναισθηματικά κακοποιητικό περιβάλλον μπορεί ως ενήλικος να υιοθετεί και να εκφράζει αντίστοιχα κακοποιητικές συμπεριφορές προς τους οικείους του. Σε αυτή την περίπτωση, το παιδί υιοθέτησε τις ίδιες συμπεριφορές με τους κακοποιητικούς γονείς του προκειμένου να προστατευτεί από τον θυμό, το άγχος, την θλίψη και την αίσθηση αβοηθησίας που του προκαλούσε η συμπεριφορά του περιβάλλοντός του. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά θα δούμε συναισθηματικά κακοποιητικούς ανθρώπους να έλκονται από ανθρώπους ανασφαλείς, με χαμηλή αυτοεκτίμηση: είναι αυτοί οι άνθρωποι που θα τους προσδώσουν την αίσθηση του ελέγχου, της ισχύος και της ασφάλειας, ώστε να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν τα δικά τους συναισθήματα και τις δικές τους ανασφάλειες. Πρόκειται ουσιαστικά για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και αυτός είναι ο λόγος που δεν αποκλείεται να δούμε τον ίδιο άνθρωπο να λειτουργεί ως θύτης σε μία σχέση και ως δέκτης συναισθηματικής κακοποίησης σε κάποια άλλη του σχέση.

Βεβαίως, από μία συζήτηση αναφορικά με τις σχέσεις και τις συμπεριφορές που εκφράζονται μέσα σε αυτές δεν θα μπορούσε να λείπει και μία αναφορά στη σχέση που διατηρούμε με τον ίδιο τον εαυτό μας. Το ερώτημα του κατά πόσο εμείς οι ίδιοι είμαστε κακοποιητικοί έναντι του εαυτού μας είναι εδώ σημαντικό, ειδικά αν σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας. Αν βλέπουμε τον εαυτό μας ως ανάξιο και άχρηστο, είναι πολύ πιθανό να στρεφόμαστε προς ανθρώπους που θα φροντίζουν να μας το επιβεβαιώνουν σε καθημερινή βάση. Άλλωστε, πάντα ο άλλος λειτουργεί ως καθρέπτης του εαυτού μας. Όταν εμείς οι ίδιοι συμπεριφερόμαστε υποτιμητικά προς τον εαυτό μας, όταν η πρώτη μας σκέψη είναι πάντα «μα είμαι τόσο χαζός» ή «δεν κάνω τίποτα σωστά», τότε είναι επόμενο να επιτρέψουμε και στους άλλους να κάνουν το ίδιο προς εμάς και να καταλήγουμε σε σχέσεις τοξικές και κακοποιητικές.

Το κεφάλαιο της συναισθηματικής κακοποίησης είναι αρκετά μεγάλο με πολλά ακόμα αναπάντητα ερωτήματα, τόσο ως προς τον ακριβή ορισμό του φαινομένου, όσο και ως προς τις επιπτώσεις που αυτό έχει για τους θύτες και τους δέκτες αυτών των συμπεριφορών. Η αδιόρατη φύση της κακοποίησης που υφίσταται ο δέκτης, τα κοινωνικά και πολιτισμικά στερεότυπα και οι αξίες αναφορικά με την ανισότητα της ισχύος μεταξύ ανδρών και γυναικών, υφισταμένων και προϊσταμένων, γονέων και παιδιών, η καθημερινότητα και η επαναληπτικότητα που χαρακτηρίζει το μοτίβο της έκφρασης αυτών των συμπεριφορών και η ντροπή και η ενοχή που νιώθουν οι δέκτες – είτε είναι παιδιά είτε είναι ενήλικοι –, καθιστούν πολύ δύσκολη την πρόληψη και την αντιμετώπισή της. Το πρώτο βήμα είναι φυσικά η αποδοχή του τι συμβαίνει, είτε είμαστε από την πλευρά του θύτη είτε του δέκτη. Από το σημείο αυτό και μετά, η ενημέρωση σχετικά με την συναισθηματική κακοποίηση, η καλύτερη γνωριμία με τον εαυτό μας και η φροντίδα και η αγάπη προς τον εαυτό, αποτελούν ορισμένα μόνο από τα βήματα που μπορεί να ακολουθήσει κανείς προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα το τι συμβαίνει μέσα στη δυναμική των σχέσεών του. Άλλωστε, το πάθος δεν ταυτίζεται με την επιθετικότητα, η αγάπη δεν ταυτίζεται με την έγκριση και το ενδιαφέρον δεν εκφράζεται με την απομόνωση και την παρακολούθηση του άλλου. Στη βάση κάθε σχέσης, θεμέλιο είναι ο σεβασμός και η αποδοχή του άλλου και του εαυτού μας μέσα σε αυτή.

Αποστολοπούλου Αντιγόνη, Συμβουλευτική Ψυχολόγος (MSc.)

[Αναδημοσίευση από το www.yparxi.gr]

 

Πηγές και περισσότερες πληροφορίες:

Coker, A. L., Davis, K. E., Arias, I., Desai, S., Sanderson, M., Brandt, H. M., & Smith, P. H. (2002). Physical and mental health effects of intimate partner violence for men and women. American journal of preventive medicine, 23(4), 260-268.

Goldsmith, R. E., & Freyd, J. J. (2005). Awareness for emotional abuse. Journal of Emotional Abuse, 5(1), 95-123.

Hirigoyen, M. F., Marx, H., & Moore, T. (2004). Stalking the soul: Emotional abuse and the erosion of identity. Helen Marx Books.

Tomison, A. M., & Tucci, J. (1997). Emotional abuse: The hidden form of maltreatment. Australian Institute of Family Studies, for National Child Protection Clearing House.

Counselling Directory: Emotional Abuse: http://www.counselling-directory.org.uk/emotional-abuse.html.

National Violence αgainst Women Prevention Research Center, Wellesley Centers for Women, Wellesley College: Abuse in Intimate Relationships: Defining the Multiple Dimensions and Terms. https://mainweb-v.musc.edu/vawprevention/research/defining.shtml.

NCADV: https://ncadv.org/files/Domestic%20Violence%20and%20Psychological%20Abuse%20NCADV.pdf

 

 

Η αγάπη προς τον εαυτό

blue sky hole in a wooden wall background; Shutterstock ID 62342308; PO: The Huffington Post; Job: The Huffington Post; Client: The Huffington Post; Other: The Huffington Post

Όταν προσφάτως με ρώτησαν για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να αγαπήσει τον εαυτό του, ενδόμυχα χαμογέλασα. Σκέφτηκα πως ζούμε σε μία εποχή που ζητάει «οδηγίες χρήσεως», έτοιμες συνταγές και σαφή βήματα, προκειμένου να φθάσει από το σημείο Α στο σημείο Β με ταχύτητα, ευκολία και κυρίως, ασφάλεια. Τέτοιου είδους «οδηγίες», χρήσιμες και σκόπιμες στον κόσμο της τεχνολογίας, των αντικειμένων, της παραγωγής ή των μαθηματικών, συνήθως δεν έχουν εφαρμογή στο πεδίο του ανθρώπου και της ψυχολογίας του. Το πρόβλημα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι πολυδιάστατο: Κατ’ αρχάς, εξ’ ορισμού η αγάπη προς τον εαυτό μας δεν είναι ούτε μία εύκολη, ούτε μία γρήγορη διαδικασία και, οπωσδήποτε, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ασφαλής. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι κάτι που εξαρτάται απολύτως από εμάς τους ίδιους. Το γνωστό κλισέ, ότι «για να αγαπήσεις τον άλλο θα πρέπει πρώτα να έχεις αγαπήσει τον ίδιο τον εαυτό σου», έχει μία προϋπόθεση που ίσως φανεί παράδοξη: για να μπορέσεις να αγαπήσεις τον εαυτό σου, θα πρέπει πρώτα να έχεις αγαπηθεί. Ως εκ τούτου και επιλέγοντας, όπως πάντα, να μείνω σε απόσταση από κάθε είδους έτοιμο συνταγολόγιο για την ανθρώπινη συμπεριφορά, στο παρόν κείμενο θα εστιάσω σε αυτά τα δύο κεντρικά σημεία και μέσα από αυτά, θα σκιαγραφήσω την πορεία προς μία βελτιωμένη αυτοεκτίμηση και φροντίδα του εαυτού.

Τι εννοούμε άραγε λέγοντας «αγαπώ τον εαυτό μου»; Πιο συγκεκριμένα, τι εννοούμε λέγοντας «εαυτός μου»; Για να μπορέσουμε να δείξουμε αγάπη προς ένα άλλο πρόσωπο, για να καταφέρουμε να νοιαστούμε για τον άλλο, βασική προϋπόθεση είναι να γνωρίζουμε και να αποδεχόμαστε αυτό τον άνθρωπο σε βάθος: Τα θετικά και τα αρνητικά του σημεία, τον τρόπο που αντιδράει σε κάθε περίσταση, τις συνήθειές του και τι αντλεί από αυτές, τις βαθύτερες επιθυμίες του, τα αίτια που τον κάνουν να επιλέξει αυτό και όχι εκείνο, τα πράγματα που αγαπάει και τα πράγματα που αποφεύγει, τους φόβους του, τις ελπίδες του. Ό,τι ισχύει για την αγάπη που δείχνουμε προς ένα άλλο πρόσωπο όμως, ισχύει και για την αγάπη προς τον εαυτό μας. Πώς θα τον αγαπήσουμε αν δεν τον γνωρίσουμε; Κι εδώ είναι που αρχίζει η επίπονη διαδικασία της αυτογνωσίας. Και είναι επίπονη, διότι καλούμαστε να σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντι σε εμάς τους ίδιους και να μελετήσουμε τα σκοτεινά μας σημεία: τους φόβους μας, τα ελαττώματά μας, τη συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους, τα ευάλωτα σημεία μας, που τόσο καλά τα προφυλάσσουμε από τη θέα των άλλων, τις ενδόμυχες επιθυμίες και ανάγκες μας, τα τραύματα που κουβαλάμε, όσα μας κάνουν μέσα μας να ντρεπόμαστε ή να νιώθουμε ενοχές. Και ταυτόχρονα, η άλλη όψη της δυσκολίας: να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να δει και να παραδεχτεί τα θετικά μας στοιχεία: τα όμορφα στοιχεία του χαρακτήρα μας, τα προτερήματα της προσωπικότητάς μας, του σώματός μας, τα σημεία της βιογραφίας μας για τα οποία νιώθουμε υπερήφανοι, τις κατακτήσεις μας, όσα κάναμε να μας συμβούν και μας πήγαν ένα βήμα παρακάτω, τις ικανότητές μας. Τόσο το πρώτο, όσο και το δεύτερο απαιτούν θάρρος και ειλικρίνεια.

Και δεν είναι μόνο αυτά. Στην ιδέα της καλύτερης γνωριμίας με τον εαυτό μας, εντάσσονται και τα όσα κάνουμε ή δεν κάνουμε για εμάς στην καθημερινότητά μας. Άραγε τον φροντίζουμε τον εαυτό μας, ή τον υποβάλλουμε σε διαρκείς αυτοταπεινώσεις; Ποιος είναι ο περίγυρός μας; Τι ανθρώπους συναναστρεφόμαστε; Υπάρχει ένα υγιές δούναι και λαβείν στις σχέσεις μας, ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο; Πώς τρέφουμε τον εαυτό μας και με τι; Πέρα από την κανονική τροφή του οργανισμού, υπάρχει και η ψυχική/συναισθηματική τροφή. Φροντίζουμε τακτικά για αυτή, κι αν ναι πώς; Αν όχι, γιατί; Τελικά, σεβόμαστε τον εαυτό μας και τις επιθυμίες του, ή επιτρέπουμε στους άλλους να επιβάλλουν τις δικές τους απαιτήσεις πάνω μας, φοβούμενοι πως αν αντιδράσουμε διαφορετικά θα τους χάσουμε; Κανένας μας δεν ζει σε κενό αέρος. Όλοι κινούμαστε σε ένα πλαίσιο σχέσεων και είναι αυτές οι σχέσεις που πολλές φορές μάς αποκαλύπτουν στοιχεία του εαυτού μας που δεν γνωρίζουμε. Αν παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους, καθώς και τον τρόπο που οι άλλοι σχετίζονται με εμάς, θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε πολλές πτυχές της συμπεριφοράς μας που μέχρι πρότινος μας ήταν άγνωστες. Και εδώ, δεν εννοούνται μόνο οι γνωστοί ή οι φίλοι, αλλά και οι άνθρωποι του πιο στενού μας κύκλου, όσοι θεωρούμε δεδομένους ή αγαπημένους και ποτέ δεν έχουμε επιχειρήσει να παρατηρήσουμε ή να αμφισβητήσουμε.

Η αναφορά στους πιο κοντινούς και αγαπημένους ανθρώπους της ζωής μας, μάς φέρνει στο δεύτερο σημείο που προαναφέρθηκε: για να αγαπήσεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να έχεις αγαπηθεί. Κι αυτό, διότι η ικανότητα της αγάπης δεν είναι εγγενής∙ μαθαίνεται. Είναι μία τέχνη, όπως τη χαρακτηρίζει ο E. Fromm, στην οποία κάποιος μας εκπαιδεύει όταν ακόμα είμαστε παιδιά. Αυτό σημαίνει πως, η ικανότητά μας να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, εξαρτάται από το αν αυτός ο κάποιος – συνήθως ο γονιός στα παιδικά μας χρόνια – μας αγάπησε και μας αποδέχθηκε κυρίως για εκείνα τα στοιχεία μας στα οποία είμαστε περισσότερο ευάλωτοι και ανασφαλείς. Μία τέτοια άνευ όρων, ειλικρινής αγάπη επιτρέπει στο μικρό παιδί να νιώσει ελευθερία και ανακούφιση, καθώς θα διαπιστώνει ότι τα όσα αρνητικά νόμιζε πως έχει δεν αποτελούν εμπόδιο ούτε κριτήριο για την αγάπη του άλλου. Εκκινώντας από μία τέτοια θέση ελευθερίας και αυτό-αποδοχής, ο μετέπειτα ενήλικος μπορεί να ανοιχτεί και να ρισκάρει στην αγάπη προς τον άλλον, όντας ασφαλής και σίγουρος για τον ίδιο τον εαυτό του.

Βεβαίως, ούτε ο κόσμος είναι ιδανικός ούτε οι γονείς τέλειοι. Συχνά, τα ευάλωτα σημεία μας αντιμετωπίζονται με επικριτική ή απορριπτική διάθεση, με αποτέλεσμα να μαθαίνουμε από πολύ μικροί να τα κρύβουμε, να ντρεπόμαστε για αυτά ή να νιώθουμε κατώτεροι των άλλων. Πώς να βγεις να μοιραστείς αυτά τα σημεία με κάποιον άλλον, όταν οι πρωταρχικές σου εμπειρίες σου έχουν μάθει ότι θα σε απορρίψει για αυτά; Όταν αυτό που είμαστε γίνεται διαρκώς αντικείμενο ακύρωσης και περιφρόνησης, καταλήγουμε να δημιουργήσουμε έναν ψευδή εαυτό, πίσω από τον οποίο κρυβόμαστε και νιώθουμε ασφαλείς – με ένα υψηλό κόστος, όμως, αφού μόνο ο αυθεντικός μας εαυτός μπορεί να αντέξει το ρίσκο της εγγύτητας, να είναι ελεύθερος και δημιουργικός.

Άραγε, ποιες πτυχές μας φροντίσαμε να κρύψουμε καλά από τους άλλους όταν ήμασταν παιδιά; Για ποια πράγματα ντρεπόμασταν, τι φοβόμασταν να εκφράσουμε μη τυχόν και τιμωρηθούμε, ποιες επιθυμίες μας αποκρύψαμε και καταπιέσαμε γιατί ξέραμε ότι δεν θα γινόντουσαν αποδεκτές; Και σήμερα, ως ενήλικοι, πώς είμαστε μέσα στις σχέσεις μας; Καταλαμβάνουμε και οι δύο τον ίδιο χώρο, ψυχικά και συναισθηματικά, ή μήπως υπάρχουν σημεία στα οποία συρρικνωνόμαστε, κρυβόμαστε ή απλώς δεν εκφραζόμαστε;

Ίσως όλα αυτά τα ερωτήματα και, πολύ περισσότερο, οι απαντήσεις σε αυτά να φαντάζουν ήδη δύσκολες και απαιτητικές. Και πράγματι είναι. Οι άνθρωποι που ξεκίνησαν αυτό το ταξίδι γνωρίζουν πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι αλλά και πόσα οφέλη κρύβει στη διάρκειά του. Η πορεία προς την αγάπη για τον εαυτό μοιάζει σαν έναν κακοκεντημένο καμβά, που τον ξηλώνεις και τον ξανακεντάς από την αρχή, αυτή τη φορά με το δικό σου χέρι και τις δικές σου επιλογές.

Θα κλείσω περισσότερο με ένα σχόλιο παρά με κάποιο συμπέρασμα. Συχνά, η αγάπη προς τον εαυτό συγχέεται με τον εγωισμό. Η προτεραιότητα στις δικές μας επιθυμίες και ανάγκες, η φροντίδα για προσωπικό χρόνο, άσκηση, διασκέδαση, κοινωνικές συναναστροφές, χόμπι, η διεκδίκηση των επιθυμιών και των στόχων μας και οτιδήποτε άλλο κρίνουμε απαραίτητο για εμάς τους ίδιους, συχνά χαρακτηρίζεται ως αποκλειστικό ενδιαφέρον για τον εαυτό μας και αδιαφορία για τους άλλους. Ωστόσο, η αγάπη για τον εαυτό είναι το αντίθετο του εγωισμού. Ο εγωιστής, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο E. Fromm, είναι ανίκανος να αγαπήσει – τον εαυτό του και τους άλλους. Η όλη του συμπεριφορά είναι απλώς αρπακτική: αγωνιά για έξωθεν ικανοποιήσεις που ο ίδιος δεν μπορεί να προσφέρει στον ίδιο τον εαυτό του. Αντίθετα, στον άνθρωπο που αγαπάει τον εαυτό του θα συναντήσουμε μία κατάφαση, η οποία προκύπτει αβίαστα από την ικανότητά του να φροντίζει, να σέβεται, να είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του και να γνωρίζει:  πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους.

Αποστολοπούλου Αντιγόνη, Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Κρίσεις ζωής

crisis Σε όρους ψυχολογίας, ως «κρίση» νοείται η αντίδραση που θα παρουσιάσει ένας άνθρωπος απέναντι σε ένα οποιοδήποτε γεγονός ή κατάσταση. Υπό αυτή την έννοια, γίνεται αυτομάτως αντιληπτό ότι ένα γεγονός, που μπορεί να καταρρακώσει ψυχικά και συναισθηματικά έναν άνθρωπο, κάποιον άλλον μπορεί να τον αφήσει έως και ανεπηρέαστο. Ο άνθρωπος που βιώνει μία κρίση, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με κάποιο εμπόδιο που δεν του επιτρέπει να προχωρήσει στους βασικούς στόχους της ζωής του και το οποίο δεν μπορεί να υπερπηδήσει – για κάποιο χρονικό διάστημα – με τα συνήθη μέσα επίλυσης προβλημάτων που διαθέτει. Έτσι, γίνεται φανερό ότι μία κρίση, όπως αυτή βιώνεται από τον κάθε άνθρωπο, ανατρέπει μία δεδομένη και εδραιωμένη ισορροπία και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να προκαλέσει αποπροσανατολισμό, αίσθηση αβοηθησίας, θλίψη, σύγχυση και πανικό.

Αξίζει να σημειωθεί πως δεν υπάρχει ένα είδος κρίσης. Ανάλογα με τα επίπεδα στα οποία μας επηρεάζουν (σωματικό ή κοινωνικό) και ανάλογα με την ευθύνη ή όχι που φέρουμε για αυτές, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις διαφορετικούς τύπους κρίσης: υπάρχουν οι σωματικές, που απειλούν την ίδια μας την ακεραιότητα και την αίσθηση της ασφάλειας που έχουμε, οι κοινωνικές, όπως ένας πόλεμος ή μία επανάσταση, που αλλάζουν την θέση μας στον κόσμο σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπους, οι προσωπικές, που αφορούν τις εντελώς δικές μας, προσωπικές αποτυχίες, και βεβαίως οι πνευματικές κρίσεις, που έρχονται να ανατρέψουν εν μία νυκτί τα όσα θεωρούσαμε ως τώρα δεδομένα και μας κάνουν να αμφισβητούμε για το νόημα της ζωής μας. Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η έννοια της κρίσης κρύβει μέσα της το στοιχείο του κινδύνου και της ευκαιρίας. Στην πραγματικότητα, η Κινεζική λέξη για την κρίση ενσωματώνει τις έννοιες κίνδυνος και κρίσιμο σημείο. Το κρίσιμο σημείο, θα μετατραπεί σε ευκαιρία μόνο όταν η κατάσταση που βιώνει το άτομο βελτιωθεί. Βεβαίως, η αλήθεια είναι πως τη στιγμή που βιώνουμε μία κρίσιμη κατάσταση, το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι το πρώτο στοιχείο, τον κίνδυνο, αδυνατώντας να φανταστούμε ότι μπορεί να υπάρχει κάποια θετική πλευρά στο μέλλον. Είναι η στιγμή που διαπιστώνουμε πως η γη χάνεται κάτω από τα πόδια μας, το μέλλον φαντάζει ζοφερό, τα στηρίγματα που μέχρι πρότινος είχαμε καταρρέουν και εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε μεταξύ δύο εναλλακτικών που μοιάζουν εξίσου αρνητικές: η επιλογή μίας νέας κατάστασης συνοδεύεται από τον φόβο για το άγνωστο και το ενδεχόμενο μίας αποτυχίας, ενώ η επιλογή της παλαιάς κατάστασης μπορεί να συνεπάγεται τον συμβιβασμό μας με μία στασιμότητα που θα διαιωνίσει ή και θα εντείνει πρότερες δυσκολίες. Και, ίσως τελικά να είναι αυτή η κατάσταση, η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο δύσκολες καταστάσεις που να μας βυθίζει σε αυτό το αίσθημα της καταστροφής και του πανικού.

Το ερώτημα λοιπόν είναι τι κάνουμε. Πώς αντιμετωπίζουμε μία τόσο δύσκολη και τρομακτική μετάβαση στη ζωή μας; Ακόμα δε περισσότερο, πώς διαχειριζόμαστε μία κατάσταση για την οποία εν πολλοίς δεν νιώθουμε καν υπεύθυνοι, αφού ούτε την έχουμε προκαλέσει, ούτε μπορούμε προσωπικά και από μόνοι μας να την αποφύγουμε ή να την ρυθμίσουμε; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, ούτε μπορεί να γενικευτεί σε όλους τους ανθρώπους και σε κάθε περίσταση. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα που του συμβαίνουν και, επιπλέον, οι συνθήκες ζωής, το πλαίσιο στο οποίο ζει κανείς είναι διαφορετικά για τον καθένα από εμάς. Στόχος του παρόντος κειμένου δεν είναι να δώσει έτοιμες και γενικευτικές συνταγές ή οδηγίες διαχείρισης μίας κρίσης· άλλωστε δεν υπάρχουν. Στόχος είναι η σκιαγράφηση ενός γενικού πλαισίου μέσα στο οποίο, ο κάθε άνθρωπος, ανάλογα με την κατάσταση που βιώνει, θα μπορέσει να εντοπίσει σημεία και σκέψεις που ίσως τον βοηθήσουν να δει καλύτερα τη θέση του, τα πατήματά του μέσα στη δυσκολία που αντιμετωπίζει.

Την στιγμή που αντιλαμβανόμαστε έναν κίνδυνο, μία απειλή ενάντια στην ύπαρξη και τα σταθερά μας σημεία, η πρώτη, φυσιολογική και αυτόματη αντίδραση είναι ο φόβος. Ο φόβος, αρχικά είτε μας ωθεί σε παρορμητικές συμπεριφορές πανικού, είτε μας ακινητοποιεί – παγώνει το μυαλό και το σώμα μας. Σε αυτό το πρώτο στάδιο, χέρι βοήθειας μπορεί να αποδειχθεί η οικογένειά μας, οι φίλοι μας και οι γνωστοί μας, οι άνθρωποι που εμπιστευόμαστε και με τους οποίους θα μιλήσουμε και θα μοιραστούμε τους φόβους μας. Μπορεί επίσης να μας βοηθήσουν πρότερες εμπειρίες μας από άλλες κρίσεις, τις οποίες καταφέραμε να διαχειριστούμε. Πώς τις αντιμετωπίσαμε; Τι κάναμε, και τι δεν κάναμε; Τι και ποιος μας βοήθησε και με ποιον τρόπο; Σε κάθε περίπτωση, στόχος εδώ δεν είναι κάποιος επίπλαστος εφησυχασμός, αλλά περισσότερο η υπενθύμιση ότι στο παρελθόν τα έχουμε καταφέρει, και ότι υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που μπορούν να μας στηρίξουν – ίσως όχι τόσο υλικά ή πρακτικά, αλλά απλώς με το να είναι εκεί. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, θα ξεκινήσει σταδιακά μία προσωπική, εσωτερική κινητοποίηση για μία πιο ψύχραιμη εκτίμηση της όλης κατάστασης: Τι συμβαίνει, γιατί, πού ήμουν και πού βρέθηκα, πού οδηγεί, πώς νιώθω για αυτό, τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω για αυτό, ποιες είναι οι προτεραιότητές μου, ποια είναι τα περιθώριά μου; Αυτό βεβαίως δεν θα γίνει από τη μία στιγμή στην άλλη. Καθώς θα διερευνούμε τη δική μας θέση μέσα σε αυτό που βιώνουμε,  θα δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να εμπεριέξει και να επεξεργαστεί τις πληροφορίες και τα γεγονότα, έτσι ώστε να σχηματίσουμε μία όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα της κατάστασης. Μόνο όταν κρίνουμε ότι την έχουμε εκτιμήσει επαρκώς, μπορούμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα που είναι η λήψη μίας απόφασης. Εδώ ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί κάτι σημαντικό: η απόφαση διαφέρει από την λύση. Πολλές φορές, η κατάσταση που βιώνουμε δεν έχει κάποια – κρυφή ή λιγότερο κρυφή – λύση. Μπορεί να είναι μία – προς το παρόν τουλάχιστον – αδιέξοδη κατάσταση. Ή μπορεί οι όποιες λύσεις να φαντάζουν εξίσου ζοφερές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα βήματά μας στο μέλλον θα εξαρτηθούν από την στάση που θα επιλέξουμε να τηρήσουμε απέναντι στην κατάσταση. Το πώς θα σταθούμε απέναντι στην κρίση.

Μία απόφαση είναι να καταλήξω ότι δεν μπορώ ή δεν θέλω να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα. Ίσως και να κλείσω τα μάτια. Να συνεχίσω να δυσφορώ παθητικά, διαιωνίζοντας ή και εντείνοντας την προηγούμενη αρνητική κατάσταση. Μία άλλη απόφαση είναι να δεχθώ ότι αυτό που βιώνω, αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να το αλλάξω- μπορώ μόνο να αλλάξω εγώ ως προς αυτό. Να προσαρμοστώ. Να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου, παίρνοντας την ευθύνη για αυτή και λειτουργώντας ως ενεργός πρωταγωνιστής σε μία κατάσταση που, τουλάχιστον μέσα από τα δικά μου χέρια, δεν αλλάζει. Βεβαίως, μπορεί να πληρώσουμε ένα τίμημα. Μπορεί και να αποτύχουμε. Είναι όμως κομμάτι της ζωής ο πόνος και η αποτυχία. Τουλάχιστον, ας μην μας βρουν παθητικούς δέκτες. Όταν θα υπερβούμε την κρίση, όταν θα έχουμε περάσει από το κρίσιμο σημείο, τότε θα γίνει ο απολογισμός. Άλλωστε, η επίγνωση πάντα εκ των υστέρων αποκτάται. Προηγείται πάντα η απόφαση και η δράση.

Ο Viktor Frankl ήταν ένας σημαντικός ψυχολόγος, που στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου κατάφερε να επιβιώσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έχοντας χάσει ολόκληρη την οικογένειά του: μητέρα, σύζυγο, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους. Δίπλα του, καθημερινά έβλεπε χιλιάδες ανθρώπους να πεθαίνουν χωρίς νόημα, χωρίς λόγο, άδικα και βάναυσα, παραιτημένοι και παραδομένοι στη συμφορά που τους είχε πλήξει. Αργότερα, στο βιβλίο που έγραψε για την εμπειρία του αυτή, σημείωσε πως, εκείνο που τελικά τον κράτησε στη ζωή μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, ήταν μία σημαντική συνειδητοποίηση: πως το μοναδικό πράγμα που δεν μπορείς να στερήσεις από έναν άνθρωπο, είναι η ελευθερία να επιλέγει ο ίδιος το πώς θα αντιδράσει σε αυτό που του κάνεις. Η ύστατη ελευθερία του ανθρώπου είναι η δυνατότητα να επιλέξει τη στάση που θα κρατήσει απέναντι σε οποιαδήποτε περίσταση, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή.

Αποστολοπούλου Αντιγόνη, Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας 2014: Ζώντας με τη Σχιζοφρένεια

world-mental-health-day-resize

Για τις πιο γνωστές ψυχικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια, η κατάθλιψη και η κατάχρηση αλκοόλ, τα στατιστικά στοιχεία του ΠΟΥ προβληματίζουν. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των πασχόντων από κατάθλιψη ξεπερνά παγκοσμίως τα 350 εκατομμύρια, ενώ αναμένεται πως μέχρι το 2020 θα είναι η δεύτερη αιτία αναπηρίας παγκοσμίως (global burden of disease). Κάθε χρόνο, σε όλο τον κόσμο αυτοκτονούν περίπου 800.000 άνθρωποι, εκ των οποίων το 86% είναι σε χώρες χαμηλού ή μέσου εισοδηματικού επιπέδου. Μία από τις κυριότερες αιτίες της αυτοχειρίας είναι οι ψυχικές διαταραχές (π.χ. η κατάθλιψη και η σχιζοφρένεια) – αιτία που μπορεί να προληφθεί, αποφεύγοντας έτσι αυτές τις μαζικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Οι πάσχοντες από σχιζοφρένεια υπολογίζονται διεθνώς στα 25 εκατομμύρια, ενώ εκτιμάται πως το 4% όλων των θανάτων που σημειώνονται παγκοσμίως, οφείλεται σε κατάχρηση αλκοόλ. Όπως καθίσταται σαφές, οι ψυχικές διαταραχές μπορούν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το προσδόκιμο ζωής του ατόμου, καθώς και την προσωπική και κοινωνική του ζωή. Παράλληλα, οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ένα άτομο με ψυχική διαταραχή, συμβάλλουν στην απώλεια του 8.1%  των ετών της προσδόκιμης ζωής του, μία απώλεια που θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν υπήρχε καλύτερη ενημέρωση και καλύτερη οργάνωση των κρατικών υποδομών πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας για την πρόληψη και την έγκαιρη αντιμετώπιση της διαταραχής.

Η σχιζοφρένεια, που είναι το θέμα της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας Ψυχικής Υγείας, χαρακτηρίζεται από μία σειρά αποσυνδετικών διαταραχών που προσβάλλουν τη σκέψη, το συναίσθημα, την ταυτότητα αλλά και την ψυχοκινητικότητα του ανθρώπου, συνοδευόμενων από παραληρητικές ιδέες και/ ή ψευδαισθήσεις. Η καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων διακόπτεται απότομα και συχνά αδυνατούν να συνεχίσουν να εργάζονται ή να σπουδάζουν. Πέραν όμως της ασθένειάς τους, έχουν να αντιμετωπίσουν τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις της ευρύτερης κοινότητας, την έλλειψη κατάλληλων υποδομών και υπηρεσιών ψυχικής υγείας και την ελλιπή πληροφόρηση. Το να «ζεις με την σχιζοφρένεια» είναι μία οδυνηρή εμπειρία τόσο για τους πάσχοντες, όσο και για τις οικογένειές τους, την κοινότητα και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Η σημερινή ημέρα επιχειρεί να υπενθυμίσει στα κράτη, τους λαούς όλου του κόσμου, αλλά και στον καθένα μας προσωπικά, το χρέος που έχουμε απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, τις ανάγκες τους και τις υπηρεσίες που χρειάζονται, προκειμένου να συνεχίσουν να είναι ενεργοί και υγιείς πολίτες του κόσμου. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να υπενθυμίσει ότι ο καθένας από εμάς μπορεί κάποια στιγμή στη ζωή του να έρθει αντιμέτωπος με κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας. Ας μην κλείνουμε άλλο τις πόρτες στην ψυχική ασθένεια.

Προτεινόμενα Links για περαιτέρω ενημέρωση:

Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. http://www.who.int/features/factfiles/mental_health/en/

Παγκόσμια Ομοσπονδία Ψυχικής Υγείας. http://www.wfmh.com/

Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία. http://www.psych.gr/

Ε.Π.Α.Ψ.Υ. http://www.epapsy.gr/ 

Ε.Π.Ι.Ψ.Υ. http://www.epipsi.gr/

Η Αυταρχική Προσωπικότητα

Εικόνα

Σαν σήμερα, το 1950, οι Theodor W. Adorno, Else Frenkel-Brunswik, Daniel Levinson και Nevitt Sanford εκδίδουν το περίφημο βιβλίο τους, «Η Αυταρχική Προσωπικότητα».

Στην έρευνα τους, την οποία εκκίνησε η επέλαση του ναζισμού, η ψυχαναλυτική πτυχή του αντισημιτισμού, τα ψυχολογικά προβλήματα των Αμερικανών στρατιωτών, ο τρόπος δράσης των Aμερικανών «ταραχοποιών» κ.α., υποστηρίξαν πως κάθε άνθρωπος έχει μία σταθερή νοητική δομή, την οποία χαρακτήρισαν ως «δυνητικά φασιστική» (potentially fascistic). Σύμφωνα με τους συγγραφείς, για τη δομή αυτή δεν έχουμε εμπειρικά στοιχεία, αλλά παρατηρούμε ότι ενεργοποιείται σε ορισμένα άτομα, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Κατά την ενεργοποίηση της, οι άνθρωποι αυτοί δε μπορούν να αντέξουν την αμφισημία, σκέφτονται άκαμπτα και με συγκεκριμένους όρους, χωρίς να αφήνουν περιθώρια για να επεξεργαστούν ερεθίσματα ασύμφωνα με τη δική τους ερμηνευτική. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν το λεγόμενο «αυταρχικό σύνδρομο».

Οι ερευνητές εντόπισαν τις ρίζες του συνδρόμου αυτού στον αυστηρό γονεϊκό έλεγχο και την ανατροφή που χαρακτηριζόταν από έντονη καταπίεση: Η γονεϊκή αυστηρότητα ματαίωνε τις επιθετικές εκφράσεις του παιδιού, δεν άφηνε διέξοδο στην αντίδραση τους και έτσι προβάλλεται πλέον από τον καταπιεσμένο ενήλικο σε διαφορετικές ομάδες και συνήθως σε μειονότητες.

Για να μετρήσουν τη λειτουργία της «δυνητικά φασιστικής» νοητικής δομής, ο Adorno και οι συνεργάτες του εισήγαγαν την γνωστή πλέον «Κλίμακα Φασισμού» (F Scale), για να αποτυπώσουν μέσω αυτής την καταγραφή των αυταρχικών χαρακτηριστικών σε τρεις χαρακτηριστικούς τομείς: Τον αντισημιτισμό, τον πολιτικό  και οικονομικό συντηρητισμό και τον εθνοκεντρισμό. Τα εργαλεία μέτρησης της «Κλίμακας Φασισμού» αποτέλεσαν και αποτελούν σημείο-σταθμό στην έρευνα περί αυταρχισμού και έδωσαν αφορμή για κριτική και περαιτέρω αναζήτηση του φαινομένου από τους ανθρώπους των κοινωνικών επιστημών, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Ενδεικτικές Πηγές και Βιβλιογραφία

Theodor W. Adorno, Else Frenkel-Brunswik, Daniel J. Levinson, R. Nevitt Sanford (1950). The Authoritarian Personality (Studies in Prejudice).

Στ.Παπαστάμου και συνεργάτες (2008). Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία, τόμος Α ́: Επιστημολογικοί προβληματισμοί και μεθοδολογικές κατευθύνσεις, Εκδόσεις Πεδίο.

J.-P.Deconcy & V.Cru (2011). Ο αυταρχισμός, Εκδόσεις Πεδίο.

Για τον Έρωτα

Image

«Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι ερωτεύονται. Τραγουδούν για τον έρωτα, χορεύουν για τον έρωτα, γράφουν ποιήματα και ιστορίες για τον έρωτα. Λένε μύθους και θρύλους για τον έρωτα. Μαραζώνουν από έρωτα και ζουν από έρωτα, σκοτώνουν από έρωτα και πεθαίνουν από έρωτα. […]. Οι ανθρωπολόγοι έχουν βρει αποδείξεις ρομαντικής αγάπης, σε 170 κοινωνίες. Δε βρήκαν ποτέ κοινωνία που να μην την είχε.»  Helen Fisher

Αν η αγάπη είναι μία ήρεμη δύναμη, που την χαρακτηρίζει η οικειότητα, το νοιάξιμο, η εγγύτητα, η πλήρης και άνευ όρων αποδοχή του άλλου ως ελεύθερου και ανεξάρτητου όντος, ο έρωτας ενέχει μία σφοδρή επιθυμία για τον άλλον, πόθο, πάθος, ένταση, ζήλια, φαντασιώσεις, προσκόλληση και φόβο. Τα αμέτρητα εγκλήματα πάθους, οι αυτοκτονίες από έρωτα, τα ποιήματα, τα λογοτεχνικά έργα και τα τραγούδια, αλλά και τα βιβλία φιλοσοφίας που αιώνες τώρα μας αγγίζουν, αποδεικνύουν τόσο τη σφοδρότητα αυτού του συναισθήματος όσο και την πλήρη, ουσιαστικά, άγνοιά μας σχετικά με αυτόν. Τι είναι έρωτας, γιατί ερωτευόμαστε, πώς και ποιον ερωτευόμαστε, γιατί είμαι «τρελός από έρωτα», γιατί νιώθω τόσο παντοδύναμος και τόσο ευάλωτος ταυτόχρονα, γιατί πονάω, πώς είναι δυνατόν να φεύγει τόσο γρήγορα και ξαφνικά; Γιατί να θέλω αυτόν και όχι κάποιον άλλον και πώς γίνεται αυτή τη στιγμή που τον έχω στα χέρια μου, να φοβάμαι τόσο μήπως μου φύγει;

Αναρίθμητα τα ερωτήματα που μπορούν να τεθούν αναφορικά με τον έρωτα και λίγες οι απαντήσεις που μπορούν να τα ικανοποιήσουν, αφού ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ερωτεύεται με διαφορετικό τρόπο τον άλλον. Φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, ποιητές, λογοτέχνες, ανθρωπολόγοι, σκηνοθέτες, συνθέτες, αλλά και άνθρωποι απλοί, της καθημερινότητας, προσπάθησαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να αποδώσουν αυτές τις «πεταλούδες στο στομάχι», τον «κόμπο στο λαιμό», τον «πόνο στην καρδιά», το σφίξιμο, την αγωνία, το πάθος, την απουσία  και, γενικότερα, την παραζάλη που λέμε Έρωτας. Φευ! Η έννοια μας ξεγλιστράει, απ’ όπου κι αν την πιάσουμε.

Καταλήγουμε λοιπόν να μιλάμε για τον έρωτα όπως νιώθουμε τον έρωτα: με ένα τεράστιο ερωτηματικό. Και ίσως είναι αυτό ακριβώς που έρχεται να αποδείξει πως ο Έρως είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της ύπαρξής μας: μαζί με τον θάνατο, μας φέρνει κατά πρόσωπο με τις απαράλλαχτες ανά τους αιώνες αλήθειες της ζωής. Τον φόβο της μοναξιάς, την απουσία νοήματος, την επιθυμία για ολοκλήρωση, τον ψυχικό πόνο, την αγωνία, το εφήμερο της ζωής. Όπως θα τονίσει ο Δ. Λιαντίνης στη Γκέμμα του, «[…] δύο είναι οι ψηλότερες κορυφές της καταδρομικής πορείας του βίου μας. Η πείρα του έρωτα, και η πείρα του θανάτου. […] Κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν.» Ο έρωτας, όπως και ο θάνατος δοκιμάζουν στο έπακρον τις ανθρώπινες αντοχές μας, μας φέρνουν στα όρια της ύπαρξής μας («Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις») και μας υπενθυμίζουν ταυτόχρονα πόσο έντονη είναι η επιθυμία μας να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε, αλλά και πόσο πολύ φοβόμαστε να το κάνουμε.

Τι να είναι άραγε αυτό που, ανάμεσα στους είκοσι ανθρώπους που βρίσκονται σε ένα δωμάτιο, κάνει τα μάτια μας να στέκονται σε ένα μόνο πρόσωπο; Οι ψυχολογικές θεωρίες θα μας πουν πως είναι οι ομοιότητες που προσλαμβάνουμε ανάμεσα σε εμάς και τον Άλλον: παρόμοια εμφάνιση, παρόμοιο μορφωτικό επίπεδο, παρόμοιο κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, παρόμοιες αξίες (ίσως όμως να κοιτάμε και ελαφρώς πιο «ψηλά», πιο «πάνω» από το ίδιο επίπεδο, θα πρόσθετα εγώ). Άλλες απόψεις μας λένε πως επιλέγουμε το «συμπλήρωμά μας», αυτό που δεν έχουμε και έρχεται να το προσφέρει ο Άλλος: ένας εσωστρεφής άνθρωπος μπορεί να ερωτευτεί έναν εξωστρεφή, ένας άνθρωπος που δεν παίρνει εύκολα πρωτοβουλίες μπορεί να ερωτευτεί έναν αυθόρμητο και δυναμικό χαρακτήρα, κλπ. Ίσως πάλι, να ερωτευόμαστε τον άνθρωπο στα μάτια του οποίου συναντάμε ξανά, εκείνο το πρωταρχικό βλέμμα, την ματιά που αντικρίσαμε όταν γεννηθήκαμε. Εκείνους τους πρώτους μήνες, όταν η γλώσσα δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα, ο μόνος τρόπος έκφρασης και ανταλλαγής συναισθημάτων ήταν η ματιά και η γλώσσα του σώματος της μητέρας και του πατέρα. Ως ενήλικες, μπορεί να έχουμε ξεχάσει αυτή την εμπειρία, όμως συνεχίζουμε να αναζητούμε αυτή τη ματιά, αυτή τη φωνή, εκείνη την κίνηση των χεριών, εκείνο το χαμόγελο, που για εμάς ορίζει την Ομορφιά. Από την άλλη πλευρά, μπορεί απλώς να έχουμε δομήσει μέσα μας μία συγκεκριμένη εικόνα για τον ιδανικό Άλλο και αυτή την εικόνα να προβάλλουμε πάνω στον άγνωστο που συναντάμε, επιθυμώντας την πλήρωσή της. Μπορεί όμως να είναι πράγματι και θέμα «χημείας» – ή για να το πω ορθότερα, «νευροχημείας». Οι νεότερες έρευνες των νευροεπιστημών προτείνουν την ύπαρξη μίας βιολογικής έλξης, μίας έλξης που ελέγχεται από τις ορμόνες (σεροτονίνη, ντοπαμίνη, οιστρογόνα και τεστοστερόνη) που εκλύει ο κεραυνοβολημένος από τον έρωτα εγκέφαλος.

Αδιευκρίνιστο μένει το Γιατί Αυτόν/ή, αδιευκρίνιστο και το Γιατί Τώρα. Αλήθεια, γιατί τώρα; Είναι επειδή νιώθουμε μόνοι, επειδή έχει τελματώσει η ζωή μας, επειδή έχουμε μπει σε μία ρουτίνα; Δεν αποκλείεται. Όπως δεν αποκλείεται να ερωτευθούμε σε μία χρονική στιγμή που δεν επιδιώκουμε να ερωτευθούμε ή που το τελευταίο πράγμα στο μυαλό μας είναι το να ερωτευθούμε. Μπορεί να προκύψει σε μία περίοδο της ζωής μας όπου αναθεωρούμε χρόνια παγιωμένα δεδομένα για τον εαυτό μας και τους άλλους, αλλά και σε μία περίοδο κατά την οποία νιώθουμε πως όλα τα έχουμε «τακτοποιήσει» (τα έχουμε;). Μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε και οπουδήποτε, ανεξαρτήτως ηλικίας ή άλλων παραγόντων. Βεβαίως κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον έρωτα ως στρατηγική, ως αντίδοτο για την μοναξιά τους, ως παιχνίδι, ως χρώμα σε μία γκρίζα ζωή – αλλά εδώ μιλάμε για τον Έρωτα.

Ερωτευόμαστε. Και κάθε φορά, μοιάζει διαφορετική από τις προηγούμενες. Όμως, τι ερωτευόμαστε ακριβώς; Τι μας σαγηνεύει στον άλλον; Είναι πράγματι η περίφημη προσωπικότητα, το χαμόγελό του, η αισθησιακότητα/σεξουαλικότητα που εκλύει, ή μήπως συμβαίνει κάτι διαφορετικό; Ο έρωτας είναι μαγικός, επειδή λειτουργεί με καταλυτικό τρόπο μέσα μας. Κοιτάζοντας τον αγαπημένο νιώθουμε μία τέλεια πληρότητα και ταυτόχρονα συνειδητοποιούμε πόσο άδεια ήταν η ζωή μας χωρίς αυτόν. Δεν μας εκστασιάζει ο άλλος, μας εκστασιάζουν οι σκέψεις που προκαλεί ο άλλος για τον εαυτό μας. Δεν ερωτευόμαστε τον άλλον, αλλά αυτό που νιώθουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας όταν είμαστε με τον άλλον. Αγαπάμε τον εαυτό μας επειδή ο άλλος μας ποθεί, μας χαμογελάει, μας επιθυμεί, μας θαυμάζει, μας σκέφτεται, μας κοιτάζει. Η ύπαρξή του δίνει νόημα στη δική μας ύπαρξη και μας ωθεί σε αυτοβελτίωση («με κάνεις να θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος», λέει ο Jack Nicholson στην ταινία As good as it gets). Η ευτυχία που βιώνουμε με την παρουσία του άλλου μας γεμίζει και μας κάνει να νιώθουμε ικανοί για τα πάντα, δυνατοί, απρόσβλητοι από το οτιδήποτε  – κυρίως όμως μας κάνει να νιώθουμε έτοιμοι να κατανοήσουμε πλήρως τον εαυτό μας, εξαιτίας και διαμέσου του άλλου.

Μας εμπνέει και μας παρακινεί λοιπόν ο άλλος, όμως μπορεί και να μας αδρανοποιήσει, να μας γίνει εμμονή, να στρατοπεδεύσει στο μυαλό μας. Μία μόνιμη αμφιθυμία είναι ο έρωτας. Από την μία μας γεμίζει ενέργεια, από την άλλη μας εξαντλεί, μας αδειάζει. Στην παρουσία του άλλου υπάρχουμε, στην απουσία του χανόμαστε. Κι ένας φόβος, μόνιμα υπαρκτός δίπλα στον έρωτα: Φοβάμαι μην χαθώ χωρίς εσένα, αλλά φοβάμαι και μήπως σε χάσω από εμένα. Έρωτας δίχως φόβο δεν είναι έρωτας, σημειώνει ο Carotenuto. Και οι αντιφάσεις συνεχίζονται. Την στιγμή που ο άλλος επιβεβαιώνει με την παρουσία του την ύπαρξή μου, την ίδια στιγμή νιώθω πως χάνομαι, πως είμαι κάποιος άλλος, που όμως ταυτόχρονα θέλω να με ποθεί το αγαπημένο πρόσωπο. Χάνω την υποκειμενικότητά μου («χάνομαι σε εσένα») και ταυτόχρονα επιθυμώ να γίνω δικό σου αντικείμενο επιθυμίας, πόθου και πάθους. Πόσο δυστυχείς οι άνθρωποι που ποτέ δεν αγκαλιάστηκαν από κανέναν, δεν έγιναν ποτέ αντικείμενα έρωτα και πόθου και δεν είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν τον εαυτό τους διαμέσου του άλλου!

 «Έρωτα, που δεν γονάτισες ποτέ στον πόλεμο […] φωλιάζεις στο κορμί και το μανίζεις. Εσύ των δικαίων ξεστρατίζεις το νου και στον χαμό τον σέρνεις.»

Ο έρωτας οδηγεί στην τρέλα, όπως παρατηρεί στην Αντιγόνη ο Σοφοκλής. Και είναι πράγματι μία κατάσταση «έλλογης τρέλας», «μη-παθολογικής παθολογίας», γι’ αυτό και συχνά μιλάμε για «συμπτώματα» του έρωτα. Είναι όμως και τραγικός και οι πρωταγωνιστές του τραγικά πρόσωπα, διότι εξ’ ορισμού – εκ φύσεως θα έλεγε κανείς – ο έρωτας τελειώνει. Το γιατί τελειώνει και μάλιστα γιατί εξ’ ορισμού είναι καταδικασμένος, μπορεί να πάρει επίσης ποικίλες απαντήσεις. Ορισμένες από αυτές μας δίνουν οι νευροεπιστήμες – όσο πεζό ή παράδοξο κι αν αυτό μας φαίνεται. Οι νευροχημικές αλλαγές που σημειώνονται στον εγκέφαλο του ερωτευμένου (ειδικά στις αρχές της σχέσης) μας δίνουν την εικόνα ενός ανθρώπου εθισμένου (αυξημένα επίπεδα ντοπαμίνης), που έχει χάσει την ικανότητα του αυτοελέγχου και της διαχείρισης του άγχους, που προκαλεί η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα (μειωμένα επίπεδα σεροτονίνης), και που καταλήγει να σκέφτεται εμμονικά την πηγή αυτής της αβεβαιότητας (τον Άλλο). Ταυτόχρονα, το άτομο γίνεται απερίσκεπτο και παράτολμο (μειωμένη ενεργοποίηση της αμυγδαλής και του προμετωπιαίου φλοιού, ο οποίος ελέγχει τη λογική σκέψη). Με άλλα λόγια, βλέπουμε έναν άνθρωπο με μειωμένη ικανότητα λογικής και κριτικής σκέψης, εθισμένο – σαν από κάποια ουσία – να αναζητεί διαρκώς τη «δόση» του, να μην μπορεί να σκεφτεί τίποτα άλλο πέρα από το ποθητό πρόσωπο, να γίνεται απερίσκεπτος και να κάνει «τρέλες», πλήρως παραδομένος στο συναίσθημά του. Ευλόγως αναρωτιέται κανείς, πόσο διάστημα μπορεί ένας άνθρωπος να επιβιώσει σε μία τέτοια κατάσταση έντονης διέγερσης και απώλειας ελέγχου. Η ίδια η βιολογία μας λοιπόν, μας προδίδει. Μας προδίδει όμως και η ψυχολογία μας. Ο έρωτας αδυνατεί να εκπληρώσει τις φαντασιώσεις που αρχικά είχαμε για έναν ιδεατό Άλλο. Άλλωστε, και ο άλλος είναι απλώς ένας άνθρωπος, διαφορετικός από εμάς, που ούτε να μας αφομοιώσει πλήρως μπορεί, ούτε είναι σε θέση να συντονιστεί πλήρως μαζί μας. Δεν είναι απογοήτευση αυτό, ούτε ματαίωση των προσδοκιών που είχαμε – απλά, απομαγευτήκαμε, κατέρρευσε μόνος του ο μύθος του μοναδικού Άλλου. Από την άλλη, αν βιαστήκαμε στην αρχή, αν ενδώσαμε στο επιτακτικό της επιθυμίας μας, αν όλα παραδόθηκαν και όλα ειπώθηκαν πολύ γρήγορα, τι μένει για μετά; Θέλει κι ο Έρως τον κατάλληλο ρυθμό του στην αποκάλυψη και την αυτοαποκάλυψη. Βέβαια, ηττούμαστε και από τον ίδιο μας τον φόβο: ο φόβος της εγκατάλειψης, του πόνου, της μοναξιάς, κερδίζει έδαφος έναντι του πόθου και του πάθους, καταλαγιάζοντας τα συναισθήματα και απομακρύνοντας τελικά τους πρωταγωνιστές. Μία περίεργη ήττα, θα έλεγε κανείς, ειδικά αν σκεφτεί πως στα πρώτα στάδια του έρωτα, αυτός ακριβώς ο φόβος ήταν που υποδαύλιζε το πάθος. Και είναι πάλι ένας φόβος αυτό που μας τρέπει σε φυγή, όταν αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε πόσο εκτεθειμένοι είμαστε ή μπορεί να γίνουμε απέναντι στον άλλον, πόσο ανοιχτά και διάφανα είναι τα συναισθήματα και η ψυχή μας, πόσο ευάλωτα στον «χειρισμό» του άλλου – εμείς, που στην αρχή σκεφτόμασταν «κάνε με ο,τι θες, εσύ», είμαστε οι ίδιοι που δεν το αντέχουμε το βάρος αυτό. Ας μην αναφερθούμε στα εμπόδια, τους αντικειμενικούς παράγοντες, τους προσωπικούς στόχους ή άλλες μεταβλητές της πραγματικότητας που μπορεί να απειλήσουν και να καταδικάσουν τελικά έναν έρωτα…

Πόσο δύσκολο μας είναι να παραδεχθούμε τη δική μας συμβολή σε αυτό το «τέλος»! Και πόσο εύκολα κινητοποιούμε ασυνείδητες δυνάμεις άρνησης («έχω κολλήσει, δεν μπορώ να την ξεχάσω», «αποκλείεται, δεν έχει τελειώσει») και εκλογίκευσης («σιγά, τι έγινε – ούτως ή άλλως ποτέ δεν πίστεψα ότι ήταν έρωτας»), ή  πόσο αναποφάσιστοι προτιμούμε να μένουμε («δεν ξέρω τι θέλω», «δεν μπορώ χωρίς αυτόν, δεν μπορώ με αυτόν»), αντί να αφεθούμε τελικά στον πόνο του οριστικού τέλους.

Κάθε κείμενο, κάθε βιβλίο που έχει γραφεί για τον έρωτα, σε αφήνει πάντα με την αίσθηση ότι ελάχιστα τελικά ειπώθηκαν. Έτσι είναι. Δυόμιση χιλιάδες χρόνια φιλοσοφικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής παραγωγής δεν υπήρξαν αρκετά για να δώσουν οριστικές απαντήσεις στο ερώτημα του Έρωτα. Και δεν είμαι σίγουρη αν θέλουμε πράγματι να μάθουμε τα πάντα για αυτόν. Μπορεί να ρωτάμε, να ζητάμε συμβουλές, να προσπαθούμε να τον αποκρυπτογραφήσουμε, μπορεί να κυριαρχεί στις συζητήσεις με τους φίλους μας, αλλά τελικά, θέλουμε την μαγεία του, γιατί χωρίς αυτή δεν υπάρχει ούτε ο ίδιος. Συμφωνώντας απόλυτα με τον Κικέρωνα που έγραφε πως «ο έρως και η λογική μοιάζουν με τον ήλιο και το φεγγάρι: Όταν ανατέλλει το ένα, δύει το άλλο», θα πω πως αξίζει, έστω για μία φορά στη ζωή του, να νιώσει ένας άνθρωπος αυτά που περιγράφει η Σαπφώ στο ποίημά της:

«…γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά η γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ’ αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα ‘λεγα ότι πεθαίνω.»

*Το έργο που συνοδεύει το κείμενο είναι του Γ. Γουναρόπουλου, «Φιλί τρίτο».

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Πηγές και Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Aldo Carotenuto, Έρως και Πάθος – Τα όρια της αγάπης και του πόνου. Εκδ. Ίταμος, 2002

Pascal Bruckner, Το Παράδοξο του Έρωτα. Εκδ. Πατάκη, 2013

Alain Badiou, Εγκώμιο για τον Έρωτα. Εκδ. Πατάκη, 2009

Roland Barthes, Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου. Εκδ. Ράππα, 2012

Denis de Rougemont, Ο Έρως και η Δύση. Εκδ. Ίνδικτος, 2002

Alain de Botton, Μικρή Φιλοσοφία του Έρωτα. Εκδ. Πατάκη, 2003

Κορδούτης, Π. Ψυχολογία των Διαπροσωπικών Σχέσεων: Συστατικά, Δομή, Διεργασίες της Στενής Διαπροσωπικής Σχέσης, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Ακαδημαϊκές Σημειώσεις)

Irvin Yalom, Ο Δήμιος του Έρωτα. Εκδ. Άγρα, 2003.

Δημήτρης Λιαντίνης, Γκέμμα. Εκδ. Δ. Λιαντίνη, 2006

Helen Fisher, Ομιλία της στο TED2008, Monterey, California: http://www.ted.com/talks/lang/el/helen_fisher_studies_the_brain_in_love.html

Aron, A., Fisher, H., Mashek, D.J., Strong, G., Li H., & Brown, L.L. (2005) Reward, Motivation and Emotion Systems Associated with Early-Stage Intense Romantic Love: An fMRI study. Journal of Neurophysiology 94, 327-337.

Οι Πέντε Ελευθερίες

Image

Η Virginia Satir, Αμερικανίδα συγγραφέας και ψυχοθεραπεύτρια, που δούλεψε εκτενώς με οικογένειες, παρατήρησε ότι πολλοί ενήλικες μαθαίνουν από την παιδική τους ηλικία να απορρίπτουν τις πληροφορίες που δέχονται από τις αισθήσεις τους κι έτσι να μην δίνουν σημασία στο τι ακούνε, βλέπουνε, μυρίζουν ή νιώθουν κάθε στιγμή. Υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τον εσωτερικό εαυτό του, ανέπτυξε στο βιβλίο της Making Contact τη θέση των Πέντε Ελευθεριών, οι οποίες βοηθούν τον άνθρωπο να συνδεθεί με τον εαυτό του στο «εδώ και τώρα» και να δει καθαρά τις δημιουργικές επιλογές που έχει στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή:

  1. Η ελευθερία να βλέπουμε και να ακούμε αυτό που υπάρχει κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να υπάρχει, αυτό που υπήρχε ή που θα υπάρξει.
  2. Η ελευθερία να λέει κανείς αυτό που αισθάνεται και σκέφτεται, κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται και να σκέφτεται.
  3. Η ελευθερία να αισθάνεται κανείς αυτό που αισθάνεται κι όχι αυτό που θα «έπρεπε» να αισθάνεται.
  4. Η ελευθερία να ζητάει κανείς αυτό που θέλει κι όχι να περιμένει πάντα την άδεια να το ζητήσει.
  5. Η ελευθερία να διακινδυνεύει κανείς για λογαριασμό του αντί να προτιμά την ασφάλεια της αδράνειας και να μην «ταράζει τα νερά».

Ασκώντας ενεργά αυτές τις πέντε ελευθερίες, ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιλαμβάνεται, να κατανοεί και να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του, αντί να τα καταπιέζει, να τα απορρίπτει ή να τα αποκρύβει από τον ίδιο και τον περίγυρό το. Παράλληλα, απελευθερώνεται από πεποιθήσεις και απόψεις της κοινωνίας που για τον ίδιο είναι δυσλειτουργικές και συγκρατούν τον πραγματικό του εαυτό και τις επιθυμίες του, αναγκάζοντάς τον να συμπεριφερθεί με τρόπο μη αυθεντικό.

Virginia Satir, «Making Contact»