Να αποκτάς σώμα

Εγώ να σε δέρμα

εγώ να σε πόρτα

εγώ να σε παράθυρο

εσύ να με κόκαλο

εσύ να με ωκεανό

εσύ να με τόλμη

εσύ να με μετεωρίτη

Εγώ να σε χρυσό κλειδί

εγώ να σε εκπληκτική

εσύ να με παροξυσμό

Εσύ να με παροξυσμό

και να με παράδοξο

εγώ να σε κλειδοκύμβαλο

εσύ να με σιωπηλά

εσύ να με καθρέφτης

εγώ να σε ρολόι

Εσύ να με αντικατοπτρισμό

εσύ να με όαση

εσύ να με πουλί

εσύ να με έντομο

εσύ να με καταρράκτη

Εγώ να σε σελήνη

εσύ να με σύννεφο

εσύ να με πλημμυρίδα

Εγώ να σε διάφανη

εσύ να με ημίφως

εσύ να με ημιδιάφανο

εσύ να με άδειο πύργο

και να με λαβύρινθο

Εσύ να με παράλλαξη

και να με παραβολή

εσύ να με όρθιο

και πλαγιασμένο

εσύ να με πλάγιο

Εγώ να σε ισημερία

εγώ να σε ποιητή

εσύ να με χορό

εγώ να σε ιδιαίτερη

εσύ να με κάθετο

και πατάρι

Εσύ να με ορατό

εσύ να με σιλουέτα

εσύ να με άπειρα

εσύ να με αδιαίρετο

εσύ να με ειρωνεία

Εσύ να με εύθραυστο

εγώ να σε φλογερή

εγώ να σε φωνητικά

εσύ να με ιερογλυφικό

Εσύ να με διάστημα

εσύ να με καταρράχτη

εγώ να σε καταρράχτη

με τη σειρά μου αλλά εσύ
εσύ να με ρευστό

εσύ να με πεφταστέρι
εσύ να με ηφαιστειακό

εμείς να μας συντρίψιμοι

Εμείς να μας σκανδαλωδώς
μέρα και νύχτα

εμείς να μας ακόμα και σήμερα

εσύ να με εφαπτόμενο

εγώ να σε ομόκεντρη

Εσύ να με διαλυτό

εσύ να με αδιάλυτο

εσύ να με ασφυκτιώντας

και να με ελευθερώτρα

εσύ να με συντριπτική

Εσύ να με ίλιγγο
εσύ να με έκσταση

εσύ να με παθητικά

εσύ να με απόλυτα

εγώ να σε απούσα

εσύ να με παράλογο

Εγώ να σε ρουθούνι

εγώ να σε κόμη

εσύ να με στοιχειώνεις

εγώ να σε στήθος

εγώ προτομή το στήθος σου μετά να σε πρόσωπο

εγώ να σε μπλούζα

εσύ να με οσμή εσύ να με ίλιγγο

εσύ γλιστράς

εγώ να σε μπούτι εγώ να σε χαϊδεύω

εγώ να σε ριγώ

εσύ να με δρασκελίζεις

εσύ να με ανυπόφορο

εγώ να σε αμαζόνα

εγώ να σε λαιμό εγώ να σε κοιλιά

εγώ να σε φούστα

εγώ να σε ζαρτιέρα εγώ να σε κάλτσα εγώ να σε Μπαχ

ναι εγώ να σε Μπαχ για κλειδοκύμβαλο βυζί και φλάουτο

εγώ να σε τρέμουσα

εσύ να με γοητεύεις εσύ να μ’ απορροφάς

εγώ να σε διεκδικώ

εγώ να σε διακινδυνεύω εγώ να σε σκαρφαλώνω

εσύ να με αγγίζεις

εγώ να σε κολυμπώ

αλλά εσύ εσύ να με στροβιλίζεις

εσύ να με ελαφροαγγίζεις εσύ να με περιζώνεις

εσύ να με σάρκα πετσί δέρμα και δάγκωμα

εσύ να με μαύρο σλιπ

εσύ να με κόκκινες χορεύτριες

κι όταν εσύ δεν ψηλό τακούνι τις αισθήσεις μου

εσύ οι κροκόδειλοι

εσύ οι φώκιες εσύ τις μαγεύεις

εσύ να με σκεπάζεις

εγώ να σε ανακαλύπτω εγώ να σε επινοώ

κάποτε εσύ να παραδίνεσαι

εσύ να με υγρά χείλη

εγώ να σε απελευθερώνω εγώ να σε παραληρώ

εσύ να με παραληρείς και να με παθιάζεις

εγώ να σε ώμο εγώ να σε σπόνδυλο εγώ να σε αστράγαλο

εγώ να σε βλεφαρίδες και κόρες του ματιού

και αν εγώ δεν ωμοπλάτη πριν από τους πνεύμονές μου

ακόμα κι από απόσταση εσύ να με μασχάλες

εγώ να σε ανασαίνω

μέρα και νύχτα να σε ανασαίνω

εγώ να σε στόμα

εγώ να σε ουρανίσκο εγώ να σε δόντια εγώ να σε γρατζουνίζω

εγώ να σε αιδοίο εγώ να σε βλέφαρα

εγώ να σε ανάσα

εγώ να σε μηρό

εγώ να σε αίμα εγώ να σε λαιμό

εγώ να σε γάμπες εγώ να σε βεβαιότητα

εγώ να σε μάγουλα εγώ να σε φλέβες

εγώ να σε χέρια

εγώ να σε ιδρώτα

εγώ να σε γλώσσα

εγώ να σε αυχένα

εγώ να σε ταξιδεύω

εγώ να σε σκιά εγώ να σε σώμα και να σε φάντασμα

εγώ να σε αμφιβληστροειδή μες στην ανάσα μου

εσύ να με ίρις
εγώ να σου γράφω

εσύ να με σκέφτεσαι.

Gherasim Luca, Prendre corps (μτφ. Α. Παγουλάτος)

Φωτογραφία: Gherasim Luca, Passionnément, 1944. Private collection, Paris. © Micheline Catti-Ghérasim Luca.

[Ευχαριστώ: exostispress.gr]

Advertisements

Γράμμα σε μια νέα ποιήτρια

rilke2

…Θα έπρεπε, κανονικά, να γνωρίζει κανείς πρώτα τι είναι τα ποιήματα, για να μπορέσει να πει τι σημαίνουν αυτά τα ποιήματα. Κι έτσι κάνει μια πρώτη απόπειρα: Δεν είναι σκέψεις, αλλά ενδείξεις ευγνωμοσύνης. Δεν έχουν την αφετηρία τους στις αισθήσεις, αλλά στη νοσταλγία. Αιτία γέννησής τους δεν είναι ένα τοπίο και δεν μπορούν να πραγματωθούν στη ζωγραφική βουνών και δέντρων, σπιτιών και κοπαδιών.

Ένα γέλιο που δεν εκδηλώθηκε είναι, ή ένα κλάμα που τα μάτια ήταν πολύ μακριά του. Ή ένας κίνδυνος που δεν έγινε κατανοητός, ή ένας τρόμος που δεν ωρίμασε. Ή η ανάμνηση μιας κοιλάδας, ενός ονείρου ή ενός πύργου κάπου στα παιδικά χρόνια. Ή μια αγάπη που δεν γίνεται να χαριστεί σε κανέναν ή ακόμα και μία που χάθηκε, που αφέθηκε να πέσει μέσα σε κάποια σκοτεινή καρδιά. Ή μια πίστη που που άρχισε να αμφιβάλλει ή μια αμφιβολία που μετατράπηκε σε κάτι δυνατό ή μια δύναμη που έχει ενηλικιωθεί και όμως δεν βρίσκει μήτε δόξα μήτε γαλήνη μέσα στη ζωή.

Και πολλά ακόμα ή…

Ήδη γίνεται φανερό: τα ποιήματα συμβαίνουν μόνο σε εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι, δίπλα και πίσω από τις συνηθισμένες, κοινές αισθήσεις, φυλάνε έναν αφανέρωτο θησαυρό αισθημάτων γιορτινών και ανοίκειων, που περνούν σε μακάρια αδράνεια μέσα από τις πιο μοναχικές ώρες. Μοιάζουν με θεούς από τους οποίους κανείς δεν ζητάει χάρη, τόσο ξένοιαστα μακάρια είναι. Αλλά τώρα η ανυπομονησία τους ζητάει να έρθουν στο φως, τα καλεί να βγουν από τους αστραφτερούς παραδείσους, να εισέλθουν σε κάποια θλιβερή μοναξιά κι εκεί, στο κατώφλι, αυτά νιώθουν ντροπή. Και ζητούν να περιβληθούν από ένα τοπίο, ή θέλουν να κρατήσουν μία εμπειρία, σαν μάσκα, μπροστά από το πρόσωπό τους, οι μυστικοί αυτοί πρίγκιπες. Κι έτσι, κρυμμένα πίσω από συμβάντα και εικόνες, αφημένα να τα μαντέψουν οι φοβισμένοι και οι ευσεβείς, άγνωστα προς όλους όσοι δεν έχουν γνωρίσει το βάθος, έρχονται διασχίζοντας τη ζωή: τα ποιήματα.

 

Rainer Maria Rilke, Μικρά Δοκίμια για την Τέχνη, εκδ. Printa. Απόσπασμα από το Γράμμα σε μία νέα ποιήτρια.

 

Αυτογνωσία

christen_kobke_-_view_of_osterbro_from_dosseringen

Ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Έχουμε διαισθήσεις, υποψίες, προαισθήματα, ασαφείς στοχασμούς και αλλόκοτα ανάμεικτα συναισθήματα, που στο σύνολό τους δεν μπορούν να οριστούν με απλό τρόπο. Βιώνουμε αλλαγές στη διάθεσή μας, αν και ουσιαστικά δεν τις κατανοούμε. Και ξαφνικά, περιστασιακά, συναντάμε έργα τέχνης που μοιάζουν να εκφράζουν κάτι που έχουμε νιώσει κι εμείς αλλά δεν το έχουμε αναγνωρίσει ξεκάθαρα ως τώρα. Ο Αλεξάντερ Πόουπ προσδιόρισε ως βασική λειτουργία της ποίησης το να παίρνει ημιτελείς σκέψεις και να τις εκφράζει με καθαρότητα: κάτι που «συχνά αποτέλεσε αντικείμενο σκέψης αλλά ποτέ δεν είχε διατυπωθεί τόσο καθαρά». Με άλλα λόγια, ένα εφήμερο και απροσδιόριστο κομμάτι της σκέψης μας, της εμπειρίας μας, λαμβάνεται, υπόκειται σε επεξεργασία και μας επιστρέφεται πιο ολοκληρωμένο, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε ότι επιτέλους γνωρίζουμε πιο ξεκάθαρα τον εαυτό μας.

Η τέχνη ενισχύει την αυτογνωσία και αποτελεί εξαιρετικό μέσο προκειμένου να μεταδώσουμε στους άλλους τους καρπούς που προκύπτουν. Γνωρίζουμε πόσο εξαιρετικά δύσκολο είναι να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας με τους άλλους∙ οι λέξεις αποδεικνύονται αδέξιες. Σκεφτείτε ότι προσπαθείτε να περιγράψετε έναν περίπατο κατά μήκος μίας λίμνης ένα ήρεμο απόγευμα, χωρίς τη βοήθεια κάποιας εικόνας. Η ανεπιτήδευτη απεικόνιση ενός απογεύματος σε κάποιο προάστιο της Κοπεγχάγης από τον Κρίστεν Κέμπκε αναδεικνύει εκείνες ακριβώς τις πτυχές της εμπειρίας που δυσκολευόμαστε να αρθρώσουμε. Το φως στον πίνακα είναι εξαιρετικά σημαντικό, παρόλο που δύσκολα ορίζει κανείς τη σημασία του. Ο θεατής αισθάνεται την ανάγκη να δείξει τον πίνακα και να πει «έτσι νιώθω κι εγώ με αυτό το φως». Ο Κέμπκε έχει δημιουργήσει μία εικόνα ερωτευμένη με την απουσία συμβάντων. Το παιδί κρέμεται από την κουπαστή, ο άντρας με το ψηλό καπέλο παρατηρεί καθώς ο φίλος του κάνει κάποιες διευθετήσεις στη βάση του μαζεμένου ιστίου. Οι γυναίκες κάτι λένε μεταξύ τους. Η ζωή συνεχίζεται, όμως δεν υπάρχει τίποτα το δραματικό, καμία προσδοκία αποτελέσματος, καμία αίσθηση κατάληξης. Ωστόσο, αντί να παραπέμπει σε μία κατάσταση ανίας ή απογοήτευσης, η αίσθηση είναι απόλυτα σωστή. Κυριαρχεί η γαλήνη, και όχι η κούραση. Η απόλυτη ηρεμία, και όχι η αδράνεια. Με κάποιον περίεργο τρόπο, ο πίνακας αποπνέει μία αίσθηση τέρψης για τη ζωή, η οποία εκφράζεται ήρεμα. Το ελκυστικό δεν είναι το φως καθαυτό αλλά η ψυχική κατάσταση που εκφράζει. Ο πίνακας αποτυπώνει ένα τμήμα του εαυτού μας – τμήμα που δεν εκφράζεται εύκολα με λέξεις. Θα μπορούσατε να δείξετε τον πίνακα και να πείτε «κατά στιγμές, έτσι είμαι κι εγώ∙ μακάρι να μου συνέβαινε συχνότερα». Σε περίπτωση που κάποιος άλλος έχει την ίδια αίσθηση, ίσως να μιλάμε για την αρχή μίας σημαντικής φιλίας.

Τα αντικείμενα τέχνης δεν μας αρέσουν απλώς – σε ορισμένες διακριτές περιπτώσεις, είμαστε λιγάκι σαν αυτά. Είναι τα μέσα διά των οποίων καταλήγουμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας και να δείχνουμε στους άλλους ορισμένες πτυχές του αληθινού μας εαυτού.

 

Alain de Botton, John Armstrong, Η τέχνη ως θεραπεία (απόσπασμα από το πρώτο μέρος, Οι επτά χρήσεις της τέχνης: Αυτογνωσία), εκδ. Πατάκη.

Πίνακας: Christen Købke, Άποψη του Ούστεμπρο από το Ντοσσέρινγκεν (1838).

Αϋπνία

tarkovskypola1

Τις νύχτες τρίζουν τα έπιπλα.

Κάπου στάζει απ’ τη σωλήνα.

Από το καθημερινό βάρος στους ώμους

Εκείνη τη στιγμή ελευθερώνονται,

Εκείνη τη στιγμή παραδίδονται στα πράγματα

Οι άφατες ανθρώπινες ψυχές,

Και τυφλές,

βουβές,

κουφές,

σκορπίζονται στους ορόφους.

Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της πόλης

Στέλνει τα δευτερόλεπτα

εδώ
κι εκεί,

και ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα ζωντανοί,

τρυφεροί
και μισοζώντανοι,
Περιμένουν στα σκοτάδια, εκεί που στάζει το νερό,

Βγάζουν από τις τσάντες τα ποτήρια

Και χορεύουν σα τσιγγάνοι,

Στέκονται πίσω από τις πόρτες, σα συμφορά,

Τρυπώντας αργά μπαίνουν στις υδρορροές

Κι αμέσως κόβουν τα καλώδια.

Σύντομα όμως – θα γίνουν πιστωτές,

Κι ήρθαν για πάντα, για πάντα,

Κι έφεραν τους λογαριασμούς.

Αδύνατον

Να κάνεις μια τρύπα στο νερό, χωρίς να έχει κοιμηθεί, να κοπανίζεις αέρα,

Είναι αδύνατο να αποκοιμηθείς, – πόσο ταραγμένη

Είναι τούτη η νύχτα που δεν μας αφήνει σε ησυχία.

 

 

[Arseny Tarkovsky, Αϋπνία (μτφ. Δ. Β. Τριανταφυλλίδης) || Andrei Tarkovsky, Instant Light:Tarkovsky Polaroids]

[Ευχαριστώ: http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/]

Η Ποίηση

 

pablo-neruda-00123

Κάποτε με πλησίασε

η ποίηση. Δεν ξέρω, δεν ξέρω,

αγνοώ από πού ‘ρθε,

απ’ τον χειμώνα αν κατέβηκε

ή τάχα απ’ τα ποτάμια.

Δεν ξέρω από πού αλλά ούτε και πότε,

όχι, δεν ακούστηκαν φωνές, ούτε

λόγος υπήρξε ούτε σιωπή∙

κι όμως μ’ έκραξε κάτω απ’ το δρόμο,

απ’ το σύγκλαδο πάνω της νύχτας –

μ’ έκραξε εμένα, ξαφνικά

και όλως εξ απροόπτου,

ανάμεσα σ’ άλλους πολλούς,

ανάμεσα από φλόγες σφοδρότατες∙

μα μ’ έκραξε και μόνον μου

κατά την επιστροφή μου,

εκεί όπου είταν να πάω∙

την είδα που δεν είχε όψη∙

πήγα κοντά και μ’ ακούμπησε.

~

Δεν ήξερα τι λένε

σ’ αυτές τις περιστάσεις,

το στόμα μου

ούτε γρυ δεν έβγαλε,

τα μάτια μου μέναν τυφλά,

και κάτι χτύπαγε σφοδρά μες στο στήθος μου,

πυρετός ή πλανημένη αιώρηση∙

κι έτσι συνήθισα να ‘μαι μόνος

αφ’ ότου ανέλυσα

εκείνο το έγκαυμα,

κι έπιασε κι έγραψα

τους πρώτους μπερδεμένους μου στίχους,

άτσαλους, άμορφους, ένα τέλειο

τίποτα,

ή πεντακάθαρη σοφία

ενός που δεν καταλαβαίνει τίποτα∙

πλην ξάφνου είδα

ν’ ανοίγουν

και ν’ αποκαλύπτονται

οι ουρανοί,

οι πλανήτες,

γλώσσες φυτών να κυματίζουν,

το σκότος διάτρητο,

σα σουρωτήρι,

κι από μέσα του να στραγγίζουνε

βέλη, φωτιές, λουλούδια,

η νύχτα που όλα τα κατέχει και τα κατελεί,

το σύμπαν εν όλω, ακέραιο.

~

Κι εγώ, ένα ον

ανθρώπινο, μικρό,

μεθυσμένο ανθρωπάκι στο κενό

με το μέγα έναστρο διάστημα,

είδωλο ο ίδιος του κενού,

ομοίωμα του μυστικού του κώδικα,

ένιωσα πολλοστημόριο να ‘μαι

της αβύσσου,

και κουτρουβαλώντας με όλα τ’ αστέρια αντάμα

βρήκα την καρδιά μου εν τω άμα

να ‘ναι κυριολεκτικώς στο έλεος του ανέμου.

 

Pablo Neruda, Η Ποίηση (Η στείρωση των αστέρων – πενηντατέσσερα ποιήματα του έρωτα και του θανάτου, εκδ. Τυπωθήτω – Λάλον Ύδωρ, μτφ. Γ. Κεντρωτής. Τίτλος πρωτοτύπου: La poesia. Απ’ τη συλλογή Memoria de Isla Negra (1964).

Το βιβλίο που με κράτησε στη ζωή 

  
Το ένιωσα αυτό, πολύ περισσότερο κι από τη σκηνή στο μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός. Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. Με τους Γερμανούς δεν ήτανε φρόνιμο να παρασταίνουν το παλικάρι. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν. Αυτό πια δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια μονομαχία. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα».
Θα ‘ναι φαίνεται, στη μοναξιά και στον άνισο αγώνα που ξυπνάει όλος ο άντρας. Και ο ποιητής. Η ιδέα ενός βιβλίου με κρατούσε – όπως άλλους ένα εικόνισμα. Το έβλεπα, το φυλλομετρούσα, τα ποιήματα που δεν είχα γράψει, και που θα ήθελα να είχα γράψει, γεμίζανε με το εξωτερικό τους σχήμα τις σελίδες του, δεν απόμενε παρά να τα «γεμίσω», όπως γεμίζεις μια σειρά από άδεια ποτήρια, και αμέσως τι δύναμη, τι ελευθερία, τι αψηφησιά στις βόμβες και στο θάνατο. Να ‘χεις βγάλει τον εαυτό σου τον πραγματικό, από τον άλλο τον καθημερινό, έξω, και να τον βλέπεις αντίκρυ σου άτρωτον, άφθαρτον, προσιτό στα μέλλοντα όπου πια εσύ δε θα συμμετέχεις, τι ανακούφιση!

(…)

Την άλλη μέρα, όταν είδα να με πλησιάζει ένας παπάς με το δισκοπότηρο στο χέρι, μόνο που δε γάβγισα. Το ‘βαλε στα πόδια, και οι άλλοι άρρωστοι, θαρρώ, γελούσανε. Όμως εγώ δε βάσταξα πια κι έβαλα τα κλάματα. Οι γιατροί μαζεύτηκαν γύρω μου, κάτι είπανε μεταξύ τους, και στο τέλος ένας απ’ αυτούς μου έκανε μια ένεση. Βυθίστηκα στον ύπνο για ώρες πολλές. Και την άλλη μέρα – κάτι απίστευτο – ξύπνησα σχεδόν απύρετος. Είχα περάσει τη μεγάλη κρίση. Το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει.
Και τώρα, βέβαια, που γράφω, ύστερα από τόσα χρόνια, το ιδανικό αυτό βιβλίο δεν έγινε. Αλλά τι σημαίνει; Η ελπίδα του με κράτησε στη ζωή, και τότε που δεν ήξερα και τώρα που κατάλαβα ότι τα ιδανικά βιβλία δε γίνονται ποτέ. «Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.» Να πάλι το passe-partout Καβάφη.

Ο. Ελύτης, Το χρονικό μιας δεκαετίας, «Ανοιχτά Χαρτιά», εκδ. Ίκαρος (απόσπασμα) 

[Ευχαριστώ: https://lambrinim.wordpress.com]

Με τον τρόπο του Γ.Σ.

Σεφερης1

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου

γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου

καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε

ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου

ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν

ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες

μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.

Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών

και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»·

χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα

μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.

Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

 

Τί θέλουν όλοι αυτοί που λένε πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;

Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομονοίας»

«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος

«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει

δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς

δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια·

περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.

 

Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·

αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε

κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται

ο άνθρωπος πού ειδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια

δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες

που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του

όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.

 

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει

κι αν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»

είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι

εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν

την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.

Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά

σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης

καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει

ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·

παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…

Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ    ΩΝΙΑ 937.

 

 

Α/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει.
Καλοκαίρι 1936
Γ. Σεφέρης, Ποιήματα (εκδ. Ίκαρος)