Μιξοπολιού* προ-σχολικές (μόνο) αναμνήσεις

λαμπα.jpg

Αίσθηση: Οι κόπιτσες στον νηπιακό καβάλο – εκεί που κούμπωνε η ολόσωμη φορμίτσα. Κοφτερή σκληράδα στο κου-ντε-πιέ από το λουστρίνι παπούτσι. Χθές ήταν;

Τρόμος: Άσπρο σκυλί, «λουλού», της κυρίας στο ισόγειο. Με φερμάρει κολλημένον στην εξώπορτα, με ασημένιο τάληρο στη χούφτα. Το τάληρο θρυμματίζει τη τζαμαρία, ένα κομμάτι γυαλί σφηνώνεται στο μπράτσο μου. Ανεξάλειπτα: η ουλή στο μπράτσο και ο τρόμος μπροστά σε αγριεμένο σκυλί.

Γεύση: Με το ένα χέρι κλείνω τη μύτη μου σαν με τσιμπίδα. Στο άλλο κρατάω φέτα πορτοκάλι. Πρέπει να καταπιώ την κουταλιά το μουρουνόλαδο και να χώσω αμέσως στο στόμα μου το πορτοκάλι. Πληρώνω την καθυστέρηση (της αλλαγής των γεύσεων) ως σήμερα.

Προτίμηση: «Ποιο είναι το καλύτερό σου φαγητό;». Η απάντηση συνιστά πρωτίστως επίδειξη ότι έμαθα επιτέλους να προφέρω σωστά το κάπα: «Κοτόπουλο κοκκινιστό». Είναι και η μόνη ανάμνηση της γιαγιάς, δεν έχω άλλη εικόνα της.

Πανικός: Ο θυρωρός της διπλανής πολυκατοικίας, ο Μανώλης, με παίρνει μαζί του στην «Αθήνα». (Ξέρω ότι μένω στην πλατεία Αγάμων – η διάκριση πλατείας Αγάμων και «Αθήνας» μου είναι ακόμα δυσπρόσιτη.) Κόσμος πολύς, χάνω το χέρι του που με κρατούσε. Ο Μανώλης άφαντος κι εγώ για λίγα λεπτά στο κενό ενός πρωτόγνωρου φόβου. Πότε έπαψε να ξεμυτίζει πανικός σε ασυνόδευτη ξενιτειά;

Φιλίες: Στο διπλανό από το σπίτι μας οικόπεδο παίζω μόνος στους λάκκους με τα βροχόνερα. Πλησιάζει δειλά συνομήλικος άγνωστος. – Πώς σε λένε; – Τάκη. Ξεκινάμε ναυμαχίες με πλεούμενα στο νερόλακκο. – Θες να γίνουμε φίλοι; Χαμόγελο συγκατάθεσης. (Ζει άραγε σήμερα ο Τάκης;)

Εντυπωσιασμός: Βυθισμένος σε βαθειά πολυθρόνα ο Καραγάτσης, με ρόμπα φαρδειά, χώνει τη γάτα από τη μασχάλη μέσα στο μανίκι του και τη βγάζει στην παλάμη του φιλική και ναζιάρα. Τον χαζεύω κατάπληκτος.

Φύλο: Ανεβαίνω με την Κατερίνη στην ταράτσα, έχει να μαζέψει τη μπουγάδα. (Εμείς δεν έχουμε υπηρέτρια με μαύρο φουστάνι και άσπρη ποδιά, έχουμε όμως την Κατερίνη που δεν πάει πια σχολείο και βοηθάει τη μητέρα μου στις δουλειές.) Χαζεύω τα στεγνωμένα ρούχα. – Τι είναι αυτό; ρωτάω για κάποιο την Κατερίνη. – Να μη ρωτάς, είσαι μικρός, απαντάει περίεργα θορυβημένη. Όταν κατεβαίνουμε, σπεύδει να δώσει αναφορά στη μητέρα με συνωμοτικά μισόλογα. – Γιατί κάνεις έτσι; της λέει ήρεμα η μητέρα. Και σε μένα: – Αυτό το λέμε σουτιέν, το φοράμε οι γυναίκες για να μας κρατάει το στήθος.

Πράσινο: Το μεγάλο φυλλόδεντρο στην είσοδο του σπιτιού μας. Πρώτα στην Πρωτέως 3. Ύστερα, Σπάρτης 11. Πόσα χρόνια ζει το φυλλόδεντρο;

Κρουστό γαλάζιο: Ο ουρανός της Αθήνας τη μέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί. Ένα αεροπλάνο κόβει ράθυμα βόλτες στην ανοιξιάτικη φωτοχυσία.

Κόκκινο: Το πελώριο στα μάτια μου πασχαλινό αυγό, δώρο από τον νονό μου. Έκθαμβος για το σοκολατένιο εύρημα στα σωθικά μου, αναφωνώ: Πω-πω ένας ό-ο-ρας! (Το κάπα ήταν η πιο καθυστερημένη γλωσσική μου κατάκτηση.)

Συλλαβισμός της ζωής, και η φλυαρία της μνήμης στέρηση. Ποιος είναι τελικά ο αληθινός εαυτός μου; Αυτό που ήμουν τότε, αυτό που είμαι σήμερα, αυτό που θα είμαι αύριο αν με προλάβει η άνοια; Πότε και πού σαρκώνεται η υποστατική μου ετερότητα, η υπαρκτική μου ταυτότητα, ο «πυρήνας» ή το «εγώ» μου; Στροβιλιζόμαστε στο κενό, στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου. Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών, τη σύνθεση του φωτός, τη δομή του DNA. Και δεν ξέρουμε να ορίσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Το μόνο που ισχυρίζεσαι κι ο Θεός δεν μεταβάλλει, Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχει, Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα. Ελύτης έφη.

[*Μιξοπολιός: ο κατά το ήμισυ πολιός, ο έχων εν μέρει πολιάς τρίχας, ψαρός, ψαρομάλλης.]

Χρήστος Γιανναράς, Απόσπασμα κειμένου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό η λέξη, (τεύχος 148), σελ.643-647.

**έργο του Σπύρου Βασιλείου (1979)

Advertisements

Η καλή και η ανάποδη

albert-camus-quotes

Αρκεί ένα μόνο φως να λάμψει και ξεχειλίζω από μια συγκεχυμένη και μεθυστική χαρά. Αυτό το απόγευμα με φέρνει έτσι απέναντι στην ανάποδη μεριά του κόσμου. Μα η ατμόσφαιρα παραμένει κρύα. Παντού ένα αραχνοΰφαντο πέπλο ήλιου που κι ένα νύχι θα το ‘σχιζε, μα που ντύνει τα πάντα μ’ ένα θαλερό χαμόγελο. Ποιος είμαι εγώ και τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να συμμετέχω στο παιχνίδι του φωτός μέσα στα φυλλώματα; Να είμαι αυτή η αχτίδα που καίει το τσιγάρο μου, αυτή η γλυκύτητα κι αυτό το διακριτικό πάθος που ανασαίνει με τον αέρα.

Κι αν προσπαθήσω να βρω τον εαυτό μου, το πετυχαίνω μόνο χάρη στο φως. Κι αν επιχειρήσω να καταλάβω και να δοκιμάσω τούτη τη λεπτή γεύση που μου φανερώνει το μυστικό του κόσμου, μόνο τον εαυτό μου ανακαλύπτω στο βάθος του σύμπαντος. Τον εαυτό μου, δηλαδή αυτή την ακραία συγκίνηση που με λυτρώνει απ’ το σκηνικό. Άλλοι αφήνουν ένα λουλούδι ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου, φυλακίζουν εκεί έναν περίπατο όπου τους άγγιξε ο έρωτας. Κι εγώ κάνω περιπάτους, μα με χαϊδεύει ένας θεός. Η ζωή είναι σύντομη κι είναι αμαρτία να χάνεις τον καιρό σου. Λένε πως είμαι δραστήριος. Αλλά το να είσαι δραστήριος σημαίνει να χάνεις τον καιρό σου, εφόσον χάνεσαι ο ίδιος. Το σήμερα είναι μία στάση και η καρδιά μου φεύγει να συναντήσει τον εαυτό της. Αν με πνίγει ακόμα μια αγωνία, είναι γιατί αισθάνομαι τούτη την αψηλάφητη στιγμή να γλιστρά μέσα απ’ τα δάχτυλά μου όπως οι σταγόνες του υδράργυρου. Αφήστε λοιπόν όσους θέλουν να γυρίσουν την πλάτη τους στον κόσμο. Δεν παραπονιέμαι αφού βλέπω να γεννιέμαι. Τούτη την ώρα, όλο μου το βασίλειο ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο. Αυτός ο ήλιος κι αυτές οι σκιές, αυτή η ζέστη κι αυτό το κρύο που έρχονται απ’ το βάθος του αέρα: ν’ αναρωτηθώ αν κάτι πεθαίνει κι αν οι άνθρωποι υποφέρουν, αφού τα πάντα γράφονται σ’ αυτό το παράθυρο όπου ο ουρανός σκορπίζει την πληρότητά του που έρχεται να σμίξει με τον οίκτο μου. Μπορώ να πω και θα το πω αμέσως ότι αξίζει να είναι κανείς αληθινός, κι αυτό τα περιλαμβάνει όλα, και την ανθρωπιά και την απλότητα. Και πότε λοιπόν είμαι αληθινός, αν όχι όταν είμαι ο κόσμος; Η επιθυμία μου εκπληρώνεται πριν προλάβω να την εκφράσω. Η αιωνιότητα είναι εδώ κι εγώ την περίμενα με ελπίδα. Τώρα δεν εύχομαι πια να είμαι ευτυχισμένος αλλά να έχω συνείδηση της πραγματικότητας.

Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται σε λίγο το καλοκαίρι; Αλλά να τα μάτια και η φωνή εκείνων που πρέπει ν’ αγαπώ. Είμαι δεμένος με τον κόσμο με όλες μου τις κινήσεις, με τους ανθρώπους, με όλο τον οίκτο και την ευγνωμοσύνη μου. Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δεν θέλω να επιλέξω, δεν μου αρέσει να επιλέγω. […]

Το πραγματικό θάρρος είναι ακόμα να κρατά κανείς τα μάτια ανοιχτά στο φως όπως και στον θάνατο. Άλλωστε, πώς να εκφράσω αυτό που συνδέει την τρομερή αγάπη της ζωής μ’ εκείνη τη μυστική απελπισία; Αν δεχτώ την ειρωνεία, κρυμμένη στο βάθος των πραγμάτων, εκείνη τότε αποκαλύπτεται αργά. Κλείνοντας το μικρό και φωτεινό μάτι της, λέει: «Ζήστε σαν…» Παρά τις τόσες έρευνες, η γνώση μου σταματά εδώ.

A. Camus, Η Καλή και η Ανάποδη, εκδ. Καστανιώτη

[Ευχαριστώ :www.doctv.gr]

Leo Tolstoy

Leo_Tolstoy_by_Scherer_&_Nabholz,_1901 (1)

Οι άνθρωποι επιδιώκουν σαν τρελοί τις απολαύσεις απλώς επειδή βλέπουν την κενότητα της ζωής τους καθαρότερα απ’ ό,τι την κενότητα όποιας καινούργιας διασκέδασης τούς γοητεύει.

Μπλαιζ Πασκάλ

Τα πράγματα που κάνουμε για να γίνει η ζωή μας πιο άνετη μού θυμίζουν τη στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της για να μη βλέπει τους εχθρούς της. Συμπεριφερόμαστε χειρότερα κι απ’ τη στρουθοκάμηλο. Προκειμένου να εξασφαλίσουμε κάποιο αβέβαιο, αμφίβολο μέλλον, καταστρέφουμε οριστικά τη ζωή μας στο συγκεκριμένο μας παρόν.

Οι άνθρωποι σήμερα προσπαθούν ανόητα να πιστέψουν ότι όλος ο παραλογισμός κι η σκληρότητα του κόσμου – ο πλούτος των λίγων, η μεγάλη φτώχεια των πολλών, η βία και ο πόλεμος – βρίσκονται έξω απ’ τη δική τους ζωή και δεν επηρεάζουν ούτε τους ίδιους ούτε τον τρόπο ζωής τους.

Μια παρανόηση παραμένει παρανόηση, ακόμα κι όταν τη συμμερίζεται η πλειονότητα των ανθρώπων.

Leon Tolstoi, Ημερολόγιο Σοφίας, (Εκδ. Printa), απόσπασμα

Ο ρόλος της δυστυχίας

yinyan

Τι συμβαίνει λοιπόν με τη δυστυχία; Πρέπει να την υπομένουμε; Πρέπει να την ανεχόμαστε και να έχουμε στόχο να την ξεπεράσουμε; Πρέπει να την αποφεύγουμε σα συμφορά, ή μήπως να την πολεμάμε σαν εχθρό; Η απάντηση είναι απλή και αδιαμφισβήτητη: δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη δυστυχία, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο δεν μπορούμε να αποφύγουμε το αντίθετό της. Όσο ευχάριστη κι αν ήταν η μέρα μας, θα φτάσει ένα ακόμα δειλινό. Ο ήλιος πάντα δύει και η ζεστασιά του φεύγει. Καθώς η μέρα διαδέχεται τη νύχτα, έτσι και η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, είτε μας αρέσει είτε όχι: μαθαίνουμε να ζούμε και με τα δύο, μαθαίνουμε να μη λαχταράμε τη συνεχόμενη ηλιοφάνεια ή να αποφεύγουμε το σκοτάδι. Αυτό που μπορούμε, ωστόσο, να κάνουμε, είναι να έχουμε μία δεκτική συμπεριφορά απέναντι στα αρνητικά και να μάθουμε να εκτιμάμε τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει κάθε φάση της ζωής μας. Αυτό δε γίνεται μόνο με το να ενισχύουμε τα βράδια μας με λάμπες, με ζεστές κουβέρτες και με ασφαλή καταφύγια, αλλά και με το να αντιμετωπίζουμε την εξασθένιση του φωτός με ηρεμία και να μαθαίνουμε να εκτιμάμε το φως των αστεριών. Το να μη χρειάζεται να ζούμε μέσα στον τρόμο είναι ένας από τους βασικούς στόχους του να μάθουμε να ζούμε μία καλή ζωή.

Αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί, όπως το έχω εκφράσει και πριν, ως η καλλιέργεια της αγάπης στον τρόπο με τον οποίο υπάρχει κανείς μέσα στον κόσμο – εφόσον η αγάπη ορίζεται ως μία σοβαρή και μελετημένη δέσμευση. Θα μπορούσαμε να έχουμε χειρότερους στόχους από την αφοσίωση στην εύρεση της ομορφιάς και της αλήθειας σε όλες μας τις εμπειρίες – στη μέρα ή στη νύχτα, στο φως ή στο σκοτάδι. Και, σ’ αυτό, χρειαζόμαστε μία δόση ρεαλισμού και ταπεινοφροσύνης. Δεν υπάρχει λόγος να αναζητάμε τον ήλιο όταν λάμπουν τ’ αστέρια. Δεν υπάρχει λόγος να θέλουμε τον ήλιο, τ’ αστέρια ή το φεγγάρι όταν τα σύννεφα καλύπτουν τον ουρανό. Δεν υπάρχει λόγος να θρηνούμε τους γαλάζιους ουρανούς που χάνονται όταν έρχεται η βροχή. Η βροχή είναι καλή, ζωτική και απαραίτητη. Ενυδατώνει και γονιμοποιεί ξανά τα ποτάμια της ζωής. Η νύχτα μάς δίνει την ευκαιρία να νιώσουμε ασφαλείς και να κρυφτούμε, είναι ο χρόνος του ανεφοδιασμού και της ξεκούρασης. Δεν είναι απαραίτητες μόνο οι εποχές, αλλά και οι κύκλοι της νύχτας και της μέρας, και οι μεταβολές του κλίματος και του καιρού. Πρέπει να μάθουμε να εκτιμάμε αυτά τα πράγματα και να τα αξιοποιούμε στο έπακρο. Πρέπει κάποιες φορές να μάθουμε να βρίσκουμε το δικό μας δρόμο στο φως του φεγγαριού, αλλά και να προστατευόμαστε από τον πολύ ήλιο. Και, αφού έχουμε δουλέψει και καταπιαστεί με τόσα πολλά πράγματα κάθε μέρα, να αφήσουμε τον εαυτό μας να κοιμηθεί και να μην αξιώνουμε συνεχή ερεθίσματα, για να μη γινόμαστε μεμψίμοιροι. Και, αφού έχουμε γευματίσει, να μην απαιτούμε και άλλα γλυκά και καλούδια, για να μη φάμε υπερβολικά και καταλήξουμε νωθροί και άχρηστοι. Το ταξίδι της ζωής μάς οδηγεί σε διάφορους, συχνά δύσβατους δρόμους, και πρέπει να ανακαλύψουμε τους καλύτερους τρόπους για να απολαύσουμε την πανοραμική τους θέα, γιατί υπάρχουν πολλά περισσότερα να δούμε απ’ όσα επιτρέπουμε συνήθως στον εαυτό μας. Συχνά, είναι σε στιγμές μεγάλου πόνου και πίεσης που μας αποκαλύπτεται αυτή η άγνωστη ομορφιά. 

Emmy van Deurzen, «Η ψυχοθεραπεία και η αναζήτηση της ευτυχίας», Εκδ. Κοντύλι (απόσπασμα)

Ο Δονζουανισμός

 

Albert-Camus-74_lg

Αν αρκούσε μόνο ν’αγαπάμε, τα πράγματα θα ήταν πιο απλά. Όσο περισσότερο αγαπάμε, τόσο περισσότερο το παράλογο εδραιώνεται. Αν ο Δον Ζουάν αλλάζει συνεχώς γυναίκες, δεν το κάνει από έλλειψη αγάπης. Είναι γελοίο να τον παρουσιάζουμε σαν έναν θεόπνευστο που αναζητά την απόλυτη αγάπη. Αντίθετα, επειδή τις αγαπάει όλες το ίδιο παράφορα και κάθε φορά με όλο του το είναι, επαναλαμβάνει αυτή τη προσφορά του εαυτού του κι αυτή την εμβάθυνση της αγάπης του. Κι έτσι, καθεμιά από αυτές ελπίζει να του προσφέρει εκείνο που καμιά δεν του προσέφερε ποτέ. Κάθε φορά σφάλλουν οικτρά και το μόνο που κατορθώνουν είναι να τον κάνουν να νιώσει την ανάγκη αυτής της επανάληψης. «Μα επιτέλους!» αναφωνεί μία απ´ όλες, «σου έδωσα την αγαπη». Δεν θ’απορήσουμε που ο Δον Ζουάν απαντάει γελώντας: «Επιτέλους; Όχι, αλλά μια ακόμα φορά». Γιατί θα ‘πρεπε κάποιος ν’αγαπάει σπάνια για ν’αγαπάει πολύ;

[…]

Είναι γι’αυτό εγωιστής; Με τον τρόπο του, χωρίς αμφιβολία. Μα κι εδώ ακόμα, πρέπει να συμφωνήσουμε. Υπάρχουν εκείνοι που φτιάχτηκαν για να ζουν και οι άλλοι που φτιάχτηκαν για ν’αγαπούν. Ο Δον Ζουάν, τουλάχιστον, θα το παραδεχόταν. Μα θα το έκανε εν συντομία, καθώς έχει τη δυνατότητα επιλογής. Γιατί η αγάπη, για την οποία μιλάμε εδώ, είναι στολισμένη με τις αυταπάτες του αιώνιου. Όλοι οι ειδικοί του πάθους της αγάπης μάς το λένε, δεν υπάρχει άλλη αιώνια αγάπη εκτός από την αγάπη μετ’εμποδίων. Δεν υπάρχει πάθος χωρίς αγώνα. Μια τέτοια αγάπη δεν τελειώνει παρά με την ύστατη αντίφαση που είναι ο θάνατος. Πρέπει να είσαι ο Βέρθερος ή τίποτα. Κι εδώ πάλι, υπάρχουν πολλοί τρόποι αυτοκτονίας, κι ένας απ’αυτούς είναι η πλήρης αυταπάρνηση και η λήθη του ίδιου του εαυτού σου. Ο Δον Ζουάν, όπως κι ο οποιοσδήποτε, ξέρει ότι αυτό μπορεί να είναι συγκινητικό. Αλλά είναι ένας από τους λίγους που γνωρίζουν ότι το πιο σημαντικό δεν είναι αυτό. Το γνωρίζει πολύ καλά: εκείνοι τους οποίους ένας μεγάλος έρωτας παρεκτρέπει από την προσωπική ζωή τους, πλουτίζουν ίσως, αλλά οπωσδήποτε φτωχαίνουν τους άλλους, αυτούς που διάλεξαν ν’ αγαπήσουν. Μία μάνα, μια παθιασμένη από αγάπη γυναίκα, είναι αναγκαστικά σκληρόκαρδες, γιατί η καρδιά τους έχει σπονακρυνθεί από τον κόσμο. Ένα μονάχα συναίσθημα, μία μονάχα ύπαρξη, ένα μονάχα πρόσωπο, έχει καταβροχθίσει το παν. Μία άλλη αγάπη συγκλονίζει τον Δον Ζουάν και είναι λυτρωτική. Κουβαλά μαζί της όλα τα πρόσωπα του κόσμου και κάνει την καρδιά να σκιρτά επειδή αναγνωρίζει ότι είναι φθαρτή. Ο Δον Ζουάν επέλεξε να είναι ένα τίποτα.

 

Albert Camus, «Ο μύθος του Σισύφου», Εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (απόσπασμα)

Ζώντας με το Παράδοξο

Εικόνα

 

Όλα τα παράδοξα της ζωής σχετίζονται με μία ή περισσότερες διαστάσεις της ύπαρξης και συχνά οι θεραπευόμενοι προσπαθούν να τα λύσουν παίρνοντας μία απόφαση του τύπου «ή το ένα ή το άλλο». Οι περισσότερες τεχνικές επίλυσης προβλημάτων περιέχουν κάτι ανάλογο. Όμως η απόφαση ανάμεσα σε εναλλακτικές του τύπου «Πρέπει να κάνω αυτό ή εκείνο;» δεν μπορεί να ληφθεί μέσω της ρητορικής ή επιχειρημάτων. Η ρητορική είναι χρήσιμη εκεί που η βεβαιότητα είναι επιθυμητή, τα γεγονότα ξεκάθαρα και οι λύσεις φαίνονται μόνιμες. Η διαλεκτική λήψη αποφάσεων είναι συνήθως καταλληλότερη όσον αφορά τα ανθρώπινα θέματα, τα οποία δεν επιλύονται μηχανικά αλλά απαιτούν κατανόηση, επεξεργασία και, τέλος, την προσωπική δέσμευση ότι θα γίνουν πράξη.

Στη διαλεκτική, μία πρώτη δήλωση – ή θέση – του τύπου «πρέπει άραγε να κάνω αυτό…;» προκαλεί μία αντιδήλωση – ή αντίθεση – του τύπου «….ή αυτό;» και η αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο λύνεται με κάτι που εμπεριέχει στοιχεία και από το ένα και από το άλλο, αλλά είναι διαφορετικό, τόσο από το ένα όσο και από το άλλο. Αυτή η σύνθεση γίνεται έτσι μία νέα θέση κ.ο.κ. Για τον Σωκράτη αυτός ήταν ένας τρόπος επίλυσης των αντιθέσεων, μέσω του διαλόγου, ώστε να προσεγγίζεται η αλήθεια.

Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία πορεύεται μέσω της διαλεκτικής αντιμετώπισης της σύγκρουσης και της πόλωσης, μαθαίνοντας να ανέχεται την αμφισημία και το αναπάντεχο, ώστε να φθάσει σε μία σύνθεση, η οποία, εξαιτίας της δυναμικής φύσης της ύπαρξης, είναι πάντα προσωρινή και μεταβατική.

Η ζωή είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς εξαιτίας αυτής της αμφισημίας και αν καταφέρουμε να αντέξουμε τα παράδοξα της ύπαρξης και να ανεχτούμε το άγχος που έρχεται με την ελευθερία του «και το ένα και το άλλο», είναι πιθανό να ζήσουμε μία ικανοποιητική ζωή.

Σημεία- Κλειδιά:

– Η ζωή είναι ένα μυστήριο που πρέπει να βιωθεί, όχι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί.

– Τα παράδοξα μπορούν να προσεγγιστούν μόνο με τον τρόπο «και το ένα και το άλλο», ενώ ποτέ δεν μπορούν να επιλυθούν μια για πάντα.

– Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα προβλήματά μας.

 

Emmy van Deurzen-Martin Adams, «Αναπτύσσοντας δεξιότητες στην Υπαρξιακή Συμβουλευτική και Ψυχοθεραπεία», Εκδ. Κοντύλι (απόσπασμα)

Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

20140617-162701-59221593.jpg

Ο Ζορμπάς κοίταξε τ’ αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα ‘βλεπε για πρώτη φορά.
-Τι να γίνεται εκεί πάνω! μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
-Ξέρεις να μου πεις αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τί πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα ‘καμε; Γιατί τα ‘καμε; Και πάνω απ’ όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
-Δεν ξέρω Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα λες και με ρωτούσαν το πιο απλό πράγμα, το πιο απαραίτητο και, δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
[…]
-Τότε τί είναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δε λένε αυτό, τί λένε;
-Λένε τη στεναχώρια του ανθρώπου που δε μπορεί να απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
-Να τη βράσω τη στεναχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση τα πόδια του στις πέτρες.
[…]

-Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας∙ τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα∙ τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει∙ το γευόμαστε, τρώγεται∙ το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
[…]
-…αρχίζει ο κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζονται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μια απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε : «Θεός», άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό παλικαρίσια και λένε : «Μου αρέσει».
– Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα∙ βασανίζουταν να καταλάβει.
-Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο∙ τον κοιτάζω και δε φοβούμαι∙ όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!»
[…]
-Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λές «Ναι!»στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου ελεύθερη βούληση -αυτό, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης.

Ν. Καζαντζάκης, «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», Εκδ. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ (απόσπασμα)