Ελπίζοντας στο Ανέλπιστο

Lascapigliata

Σε ψυχολογικό επίπεδο, θα λέγαμε ότι η ανάπτυξη του θηλυκού συνεπάγεται και την ικανότητά του να παρέχει βοήθεια, να εξασφαλίζει την τροφή. Άρα, δεν είναι τυχαίο που ο άνδρας πρέπει να είναι πιο μεγάλος σε ηλικία, διότι αυτός χρειάζεται περισσότερα χρόνια για να φθάσει στην ψυχολογική ωριμότητα της γυναίκας. Το επίπεδο στο οποίο φτάνει το θηλυκό καθώς αναπτύσσεται είναι τέτοιο που του επιτρέπει να ανακαλύπτει όλο και περισσότερες έννοιες και αξίες, κι έτσι κάποια στιγμή ερμηνεύει τα πράγματα με πολύ διαφορετικό και πολύ βαθύτερο τρόπο απ’ ό,τι ο άνδρας. Εάν θελήσουμε να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτής της διαφοράς, πρέπει πρώτα απ’ όλα να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι το θηλυκό παραμένει για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στη μητρική αγκαλιά απ’ ό,τι το αρσενικό. Κι αυτό διότι το αγόρι, καθώς νιώθει «διαφορετικό», απομακρύνεται πολύ νωρίτερα από τον κόρφο της μάνας. Μ’ αυτόν τον τρόπο χάνει την ευκαιρία να αναπτύξει την ικανότητα επεξεργασίας της σχέσης και βαθιάς γνωριμίας μ’ αυτήν. Το κορίτσι, αντιθέτως, παραμένει πολύ περισσότερο μέσα στη μητρική αγκαλιά, κάτι που έχει πολύ σημαντική επίδραση και στην ψυχολογία του. Διατηρώντας τη στενή επαφή με τη μάνα το θηλυκό εξοικειώνεται με τη σχέση, την ανακαλύπτει, τη γνωρίζει, μαθαίνει τις θετικές της πλευρές κι αρχίζει να κατανοεί τη γλώσσα και το νόημά της. Έτσι αποκτά δύναμη και εξουσία, ακριβώς διότι καταλαβαίνει ότι η σχέση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως σύγκρουση αλλά ως δυνατότητα ανάπτυξης από κοινού με κάποιον άλλο μέσα από την ανταλλαγή απόψεων, αισθημάτων και συγκινήσεων. Τι συμβαίνει όμως όταν ενηλικιωνόμαστε; Με ποιον τρόπο αυτή η αρχική διαφορά αρσενικού και θηλυκού κάνει αισθητή την ύπαρξή της;

Καθώς μεγαλώνουμε και αποσυνδεόμαστε σιγά σιγά από την οικογένεια, «ξαναβγαίνουμε» στη ζωή με τη δυνατότητα και την επιθυμία να φτιάξουμε νέους δεσμούς. Ενώ λοιπόν το θηλυκό θα εξακολουθεί να αποδίδει τεράστια σημασία και αξία στη σχέση, το αρσενικό θα προσπαθεί να «παίζει» και να μη δίνει την ίδια βαρύτητα. Δεν καταλαβαίνει πολλά από αυτή τη διάσταση και έχει την τάση να την αντιμετωπίζει επιφανειακά. Έτσι, ο άνδρας βάζει στο περιθώριο την εμπειρία της σχέσης και δίνει προτεραιότητα σε άλλα πράγματα, ενώ η γυναίκα τη θεωρεί κυρίαρχη. Φυσικά, αυτή έχει συλλάβει το νόημα, έχει καταλάβει την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, αφού η σχέση είναι το κλειδί της ζωής, το στοιχείο που χαρίζει ζωντάνια, τροφή και δυνατότητα ανάπτυξης. Το αρσενικό κάνει σοβαρό λάθος που προσηλώνει αλλού την προσοχή του και δαπανά τον χρόνο του σε εξωτερικά πράγματα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι «τρέπεται διαρκώς σε φυγή», δεν σταματάει ούτε λεπτό σαν ένας άλλος Οδυσσέας, ο οποίος δεμένος δέχθηκε να υποστεί τη θηλυκή σαγήνη που ενσάρκωναν οι σειρήνες.

Εντούτοις μπορεί να εξελιχθεί σε σωστό σύντροφο, εάν συναντήσει τη γυναικεία φιγούρα που θα μπορέσει να του διδάξει τι είναι η σχέση, να του δώσει τη δυνατότητα να δει και να κατανοήσει άλλα σχήματα, καινούργιες έννοιες. Όταν τα πράγματα «αποκτούν σχήμα», ανοίγεται μία βασική δίοδος προς την ψυχολογική ανάπτυξη, τόσο για τη γυναίκα όσο και για τον άνδρα. Κι ακόμη, όπως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στο παρελθόν, αυτό λειτουργεί και θεραπευτικά:

Στη θεραπευτική αγωγή των νευρώσεων σημαντική θέση κατέχει η στιγμή που τα πράγματα αποκτούν σχήμα. Πρωταρχικός στόχος της ανάλυσης είναι να ενισχυθεί η ικανότητα απόδοσης σχήματος, χάρη στην οποία όλα αποκτούν νόημα και συνάφεια. (Carotenuto, 1990, 141)

[…]

Για το θηλυκό, επομένως, η σχέση έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από οτιδήποτε άλλο, κι αυτό οφείλεται στην ικανότητά του να δημιουργεί, να δίνει σχήμα και μορφή στα πράγματα. Αισθάνεται λοιπόν την ανάγκη να προστατεύει τα σχήματα που πλάθει κι έτσι γεννιέται η σχέση.

Ενώ λοιπόν οι γυναίκες προσπαθούν να αλλάξουν τους κανόνες προκειμένου να διατηρήσουν τις σχέσεις, οι άνδρες, πιστοί στους κανόνες, περιγράφουν τις σχέσεις σαν κάτι που μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί. (Carol Gilligan, 1982, 51)

Κι ακόμη:

Η γυναικεία φαντασία, περιγράφει τη ζωή σαν πλέγμα κι όχι σαν διαδοχή σχέσεων […] Η ανάπτυξη της γυναίκας, επομένως, κρύβει μία διαφορετική ιστορία αισθηματικών δεσμών, μια ιστορία που δίνει έμφαση στη συνέχεια της διαμόρφωσης μέσω των αλλαγών και όχι στον χωρισμό και την αντικατάσταση. (Gilligan, 1982, 55-56).

Η αληθινή σχέση βασίζεται μόνο στα συναισθήματα που φέρνουν κοντά δυο ανθρώπους. Το συναίσθημα δεν πρέπει απαραιτήτως να μετασχηματιστεί σε έρωτα για να δημιουργηθεί μία σχέση, αφού όλες οι μορφές συναισθήματος είναι κινητήρια δύναμη γι’ αυτήν. Το συναίσθημα υπάρχει απ’ τη στιγμή που θέλουμε να ακούμε τα λόγια του άλλου, να είμαστε κοντά του, να μοιραζόμαστε μαζί του τις εμπειρίες της καθημερινότητας. Γι’ αυτό η σχέση γεννιέται από τα συναισθήματα.

Aldo Carotenuto, Η ψυχή της γυναίκας (εκδ. Ίταμος) – απόσπασμα

Leonardo Da Vinci, La Scapigliata

Πρώτα -πρώτα η ποίηση

IMG_0042-0.JPG

Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός – καθώς το θέλησα. Ένας αμετανόητα ερωτευμένος· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω – κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο – τρεις στίχοι· πολλές φορές, άπλα και μόνον το καλοκαίρι.

Τα πιο ανεπαίσθητα σημάδια, τα πιο αόρατα- ο τρόπος που γέρνει λίγο πιο λοξά ένα πουλί, που φωνάζει λίγο πιο δυνατά ο γιαουρτάς το δειλινό στον κατηφορικό δρόμο, που μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο αναπάντεχα μια μυρωδιά καμένου χόρτου (που βρέθηκε; από που να ‘ρχεται;) -, παίρνουν ολάκερη τη σημασία τους, λες κι έχουν αποστολή τους μοναδική να με πείσουν ότι, οπού να ‘ναι, σήμανε ο ερχομός της αγαπημένης. Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη άλλα που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός – που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».

Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση. Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι η αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από που κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας. Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει άλλα παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί. Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από που ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης.
[…]
Έτσι, ανάμεσ’ από το αδιάφορο «μεγάλο κοινόν» και τις «εχθρικές Εξουσίες» πέρασα όπως ανάμεσ’ απ’ τις Συμπληγάδες. Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του. Κι ότι δεν αφήνει ο θάνατος να το δούμε, και να τ’ αναγνωρίσουμε, είναι απάτη· πρέπει ν’ αδειάσουμε το θάνατο απ’ αυτά που τον έχουν παραγεμίσει, να τον φτάσουμε στην απόλυτη καθαρότητα, για ν’ αρχίσουν να ξεχωρίζουν μέσ’ απ’ αυτόν τ’ αληθινά βουνά και η αληθινή χλόη, ο γδικιωμένος κόσμος γιομάτος δροσοσταλίδες που λάμπουν καθαρότερες από τα πιο πολύτιμα δάκρυα.

Να τι είναι αυτό που περιμένω κάθε χρόνο, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια…

Ο. Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά (εκδ. Ίκαρος) – απόσπασμα

Ευτυχία είναι…

karapanou1

Μ.: Να ξυπνάς το πρωί και να ‘χεις την ανυπομονησία να πιεις τον πρωινό σου καφέ ανάβοντας ένα τσιγάρο, και να πεις μέσα σου: «Σήμερα τι θα κάνω;» Πιστεύω στην ευτυχία, Φωτεινή. Παρά τον παραλογισμό που μας περιβάλλει, ίσως μάλιστα και σε πείσμα του παραλογισμού, δεν θα σταματήσω να πιστεύω στην ευτυχία. Μόλις γίνομαι καλύτερα, μόλις η κατάθλιψη φεύγει μακριά, είμαι ευτυχισμένη. Ξυπνάω το πρωί, φτιάχνω τον καφέ μου, ανάβω το πρώτο μου τσιγάρο. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.

Φ.: Να μη θες τίποτ’ άλλο. Να έχεις την ικανότητα να απολαύσεις έναν πρωινό καφέ.

Μ.: Όσοι υπήρξαν δυστυχισμένοι κι είχαν πολλά εμπόδια να ξεπεράσουν, είναι ίσως πιο εύκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γιατί ποτέ γι’ αυτούς δεν ήταν δεδομένα όσα ήταν για όλους τους άλλους. Και γι’ αυτό ένας καφές φτάνει.

Άμα αρχίζεις και αισθάνεσαι ευχαρίστηση με τον πρωινό καφέ, εξαπλώνεται αυτή η ευχαρίστηση σιγά σιγά σε πολλά πράγματα. Και σοβαρά και μη σοβαρά. Και δύσκολα και εύκολα. Επειδή υπήρξα πολύ άρρωστη, δεν έχω την αίσθηση της έλλειψης στη ζωή μου. Αυτό με κάνει ευτυχισμένη.

Φ.: «Μια ζωή δεν αξίζει τίποτα, αλλά τίποτα δεν αξίζει όσο μια ζωή». Το είπε ο Μαλρό και νομίζω τα λέει όλα αυτή η φράση.

Μ.: Καμία ζωή δεν πάει στράφι, Φωτεινή. Θα υπήρχαν και ωραίες στιγμές και στην πιο μαύρη ζωή. Γνώρισα στη Γαλλία μία γυναίκα ογδόντα πέντε χρονών που ζει έξω απ’ το Παρίσι και όλη τη μέρα τρέχει από δω, τρέχει από κει, γράφει γράμματα, είναι απασχολημένη λες κι είναι ο πρόεδρος Μπους. Κάτι κάνει όλη την ημέρα. Με μεγάλη της χαρά. Και είναι ογδόντα πέντε χρονών. Δεν τη νοιάζει ούτε ο θάνατος σχεδόν.

Φ.: Μόλις με βοήθησες, Μαργαρίτα, να δώσω μια απάντηση στο αφελές ερώτημα: «Τι είναι ευτυχία;» Ευτυχία είναι σχεδόν να μη φοβάσαι τον θάνατο.

Μαργαρίτα Καραπάνου – Φωτεινή Τσαλίκογλου, Μήπως; (εκδ. Ωκεανίδα) – απόσπασμα.

Η γέννηση του έρωτα

study-of-a-couple-egon-schiele-1890-1918

Να τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή:

1ον Ο θαυμασμός.

2ον Λέμε μέσα μας: τι ευχαρίστηση να της δίνω φιλιά, να παίρνω φιλιά κλπ.!

3ον Η προσδοκία.

Μελετάμε τα χαρίσματα. Είναι η στιγμή που μια γυναίκα θα έπρεπε να δίνεται για τη μέγιστη δυνατή σαρκική απόλαυση. Ακόμη και στις πιο συγκρατημένες γυναίκες, τα μάτια κοκκινίζουν την ώρα της προσδοκίας∙ το πάθος είναι τόσο δυνατό, η απόλαυση τόσο έντονη, ώστε προδίδεται με χτυπητά σημάδια.

4ον Ο έρωτας γεννήθηκε.

Ερωτεύομαι σημαίνει αντλώ απόλαυση όταν βλέπω, αγγίζω, νιώθω με όλες τις αισθήσεις μου κι από όσο πιο κοντά μπορώ ένα αξιέραστο αντικείμενο, το οποίο επίσης με ερωτεύεται.

5ον Αρχίζει η πρώτη κρυστάλλωση.

Χαιρόμαστε να στολίζουμε με χίλια δυο προτερήματα μια γυναίκα για τον έρωτα της οποίας είμαστε σίγουροι∙ περιγράφουμε λεπτομερώς και με απέραντη ικανοποίηση την ευτυχία της. Όλο αυτό καταλήγει στο να εγκωμιάζουμε υπερβολικά μια εξαίσια ιδιοκτησία που μας ήρθε εξ ουρανών, που δεν τη γνωρίζουμε, είμαστε όμως σίγουροι για την απόκτησή της.

[…]

Αυτό που ονομάζω κρυστάλλωση είναι η διεργασία του πνεύματος το οποίο, με βάση όσα του παρουσιάζονται, ανακαλύπτει ότι το αντικείμενο του έρωτά του διαθέτει και καινούρια χαρίσματα. […] Ένας παθιασμένος άνδρας βλέπει σε κείνη που ερωτεύεται όλα τα προτερήματα∙ εντούτοις, η προσήλωσή του μπορεί ακόμη να περισπαστεί, γιατί η ψυχή κορέννυται με ό,τι είναι πάντα ίδιο, ακόμη και με την τέλεια ευτυχία.

Να τι γίνεται τότε προκειμένου να σταθεροποιηθεί η προσήλωση:

6ον Γεννιέται η αμφιβολία.

Αφού δέκα ή δώδεκα ματιές ή οποιαδήποτε άλλη σειρά πράξεων που μπορούν να κρατήσουν από μια στιγμή ως πολλές ημέρες πρώτα γέννησαν και στη συνέχεια επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες, ο ερωτευμένος, ο οποίος έχει συνέλθει από τον πρώτο εντυπωσιασμό και έχει ήδη συνηθίσει στην ευτυχία του ή καθοδηγείται από τη θεωρία που, βασιζόμενη πάντα στις πιο συχνές περιπτώσεις, δεν πρέπει να ασχολείται παρά μόνο με τις εύκολες γυναίκες, ο ερωτευμένος, λέω, ζητά πιο θετικές διαβεβαιώσεις και θέλει να σπρώξει πιο πέρα την ευτυχία του.

Θα αντιμετωπίσει την αδιαφορία, την ψυχρότητα, ακόμη και τον θυμό, αν επιδείξει μεγάλη αυτοπεποίηση∙ στη Γαλλία, μια χροιά ειρωνείας που μοιάζει να λέει: «Έχετε προχωρήσει λιγότερο από όσο νομίζετε» […]

Ο εραστής φτάνει να αμφιβάλλει για την ευτυχία που υποσχόταν στον εαυτό του∙ βλέπει με αυστηρότητα τους λόγους που νόμιζε ότι είχε για να ελπίζει.

Θέλει να ριχτεί στις άλλες απολαύσεις της ζωής αλλά τις βρίσκει εκμηδενισμένες. Τον καταλαμβάνει ο φόβος μίας φρικτής δυστυχίας και, μαζί μ’ αυτόν, η βαθιά προσήλωση.

7ον Δεύτερη κρυστάλλωση.

Αρχίζει τότε η δεύτερη κρυστάλλωση και τα διαμάντια που φτιάχνει είναι επιβεβαιώσεις τούτης της σκέψης:

Με αγαπάει.

Κάθε δευτερόλεπτο της νύχτας που ακολουθεί τη γέννηση των αμφιβολιών, και ύστερα από μια στιγμή φρικτής δυστυχίας, ο ερωτευμένος λέει μέσα του: «Ναι, με αγαπάει». Και η κρυστάλλωση στρέφεται προς την ανακάλυψη νέων θέλγητρων∙ έπειτα τον αδράχνει ξανά η αμφιβολία με το αγριωπό βλέμμα και τον σταματά. Το στήθος του ξεχνά να ανασάνει∙ μονολογεί: «Μα μ’ αγαπά στ’ αλήθεια;» Και μέσα σ’ αυτές τις βασανιστικές και ηδονικές εναλλαγές, ο καημένος ο ερωτευμένος νιώθει έντονα: «Θα μου έδινε απολαύσεις που μονάχα εκείνη στον κόσμο μπορεί να μου δώσει».

Το προφανές αυτής της αλήθειας, αυτό το μονοπάτι στο χείλος ενός τρομακτικού γκρεμού, και το άγγιγμα, με το άλλο χέρι, της τέλειας ευτυχίας κάνουν τη δεύτερη κρυστάλλωση να υπερέχει κατά πολύ της πρώτης.

Ο ερωτευμένος τριγυρίζει αδιάκοπα ανάμεσα στις τρεις ετούτες σκέψεις:

1ον Έχει όλα τα χαρίσματα.

2ον Με αγαπά.

3ον Τι να κάνω για να της αποσπάσω την πιο ατράνταχτη απόδειξη του έρωτά της;

Η πιο σπαρακτική στιγμή του νέου ακόμη έρωτα είναι όταν αντιλαμβάνεται ότι έχει κάνει έναν λάθος συλλογισμό και ότι πρέπει να καταστρέψει ένα ολόκληρο σχέδιο κρυστάλλωσης.

Αρχίζουν οι αμφιβολίες γι’ αυτή καθαυτή την κρυστάλλωση.

Stendhal, Περί έρωτος (εκδ. Πατάκη) – απόσπασμα

Study of a couple – Egon Schiele (1890 -1918)

Μίμηση αγάπης

κυριακη

Δεν είναι δυνατό να αγαπάς κάποιον και να μην ενδιαφέρεσαι να καταλάβεις τι είναι εκείνο που χρειάζεται, τι εκείνο που δε χρειάζεται, τι εκείνο που αντέχει. Ευαίσθητος είναι όποιος είναι ευαίσθητος και προς τις ευαισθησίες των άλλων. Ο τρόπος που προσεγγίζουμε είναι η απόδειξη των αισθημάτων που έχουμε. Ο τρόπος! Η καλλιτεχνία εκείνου που συμβαίνει στ’ αλήθεια και επιζητά να εκφραστεί.

Σπάνια αγαπάμε ένα πλάσμα όπως είναι∙ αγαπάμε εκείνο που επιθυμούμε να ήταν. Η πραγματική του προσωπικότητα φτάνει μέχρι εμάς, έτσι κι αλλιώς, αποσπασματικά, επιλέγουμε τα αποσπάσματα που μας είναι ποθητά, που μας είναι βολικά, κολακευτικά, όλο το υπόλοιπο ή το πετάμε στο κενό ή το χτίζουμε μόνοι μας όπως ο σκηνοθέτης μία ταινία. Το παραγεμίζουμε με δικές μας ιδέες. Το όλον του άλλου σχεδόν ποτέ δεν το μαθαίνουμε, όχι μονάχα επειδή δύσκολα κατανοείται το όλον, αλλά – και αυτό συζητάμε σήμερα – επειδή δεν το θέλουμε, δεν μας χρειάζεται, αδιαφορούμε. Οι γονείς τα παιδιά τους θέλουν να είναι καταπώς οι ίδιοι τα ονειρεύτηκαν, καταπώς ονειρεύτηκαν κάποτε τον εαυτό τον δικό τους, δεν αντέχουν να ακούσουν αλήθειες που ακυρώνουν τις προσδοκίες τους.

Στον έρωτα βέβαια γίνεται πανδαιμόνιο!

Ο έρωτας μπορεί να έχει τα χίλια μύρια καλά, όμως αγάπη απαραιτήτως δεν έχει. Μπορεί να προέρχεται κι από μια πονηριά της φύσης για τη διαιώνισή της και γι’ αυτό να είναι πρωτίστως ένστικτο, ένστικτο εξιδανικευμένο όσο και ισχυρότατο για να επιτελέσει το έργο του. Η φύση βιάζεται να παγιδεύσει με μαγείες ένα ζευγάρι στη γονιμοποίηση. Ελάχιστοι είναι οι ευλογημένοι εραστές που τους χαρίστηκε αγάπη μαζί με τον έρωτά τους. Τους χαρίστηκε; Το κατόρθωσαν; Είναι μία απορία που θα διαρκεί για πάντα. Τείνω πάντως στην προσωπική ευθύνη μας και εδώ.

[…]

Επειδή δεν είναι αγάπη ο έρωτας, μπορεί να μιμείται θαυμάσια την αγάπη όσο διαρκεί. Είναι το μέγιστό του άλλοθι. Και μια και μιμείται την αγάπη, οφείλει να τηρεί τους όρους της. Η αγάπη λοιπόν έχει πρώτο μέλημα την επιθυμία και την ανάγκη του αγαπημένου. Την επιθυμία του και τη δυνατότητα για το πόσες προσφορές αντέχει να δέχεται. Σημασία έχει ο άλλος πράγματι να χαίρεται. Όχι να τον βιάζεις να χαίρεται – διότι επικρατεί το κλισέ πως «τα δώρα δίνουν χαρά». Η υπερ-δόση φέρνει τα εντελώς αντίθετα από τη δόση αποτελέσματα, κάνει το φάρμακο φαρμάκι, την ευφροσύνη του οίνου αλκοολισμό, την έκπληξη πλήξη. Μόνο στο μέτρο ισορροπεί και ανθεί η ουσία, στο κέντρο του κονταριού, που μας βοηθά να προχωράμε σχοινοβάτες στους δεσμούς∙ στα άκρα γέρνει και γκρεμίζεται.

Δεν είναι τεχνική η διακριτικότητα, είναι καλλιτεχνία, είναι καλοσύνη, ευγένεια ψυχής, γενναιότητα και αρχοντική αγάπη. Γυρεύει την άνεση της ψυχής του αγαπημένου, τιμάει την ελευθερία του, προσέχει να μην του εκβιάζει το φιλότιμο. Η υπερπροσφορά είναι στο βάθος πολύ μεγάλος εγωισμός, το ίδιο μίζερη όσο και η τσιγκουνιά.

[…]

Αν αξίζεις ν’ αγαπηθείς, θα σ’ αγαπήσουν θες δε θες, θέλουν δε θέλουν θα σ’ αγαπήσουν. Πάντα θα το λέω σε όσους δε βρίσκουν να ζευγαρώσουν και ρίχνουν το φταίξιμο στην εποχή, στη σημερινή κοινωνία, στους σημερινούς άντρες, στις σημερινές γυναίκες, στο άγχος, στους ρυθμούς της καθημερινότητας, στην υλόφρονα γενική τάση. Ο μόνος τρόπος, η μοναδική συνταγή που υπάρχει είναι να ομορφύνεις τον εαυτό σου, να γίνεις ελκυστικός, εφόσον έχεις μέσα σου ομορφιά και ελευθερία και περιεχόμενο, κυρίως είσαι έτοιμος στην αγάπη, ώριμος για κάτι τέτοιο. Όλα τ’ άλλα τεχνάσματα θα σε ρίχνουν, αργά ή γρήγορα, από απογοήτευση σε απογοήτευση. Και ώριμος στην αγάπη είναι εκείνος που μπορεί να ενδιαφέρεται για την ανάγκη του αγαπημένου του, που μοιράζεται την ευθύνη, που δεν ασχολείται μόνο με τις δικές του ευαισθησίες αλλά αναρωτιέται για τις ευαισθησίες εκείνου με τον οποίο σχετίζεται. Και όταν του ζητάει αλλά και όταν του δίνει, το δεύτερο είναι το λεπτότερο.

Όχι, δε στέρεψε η αγάπη σήμερα, ποτέ όσο υπάρχει ζωή δε στερεύει. Ακόμη κι αν ο κανόνας είναι πως «οι άντρες στον καιρό μας δεν αξίζουν» ή «οι γυναίκες χάλασαν», εσύ να γυρέψεις το εξαιρετικό, γιατί έρωτας είναι η ανακάλυψη του εξαιρετικού. Η αποκάλυψη του εξαιρετικού, λένε κάποιοι, και ίσως να είναι το ίδιο∙ η πρώτη πείθει τη δεύτερη να δεχθεί να συμβεί. Του εξαιρετικού λοιπόν, εκείνου που θα ανατρέψει με χάρη τον άχαρο κανόνα.

Μ. Βαμβουνάκη, Κυριακή Απόγευμα στη Βιέννη (εκδ.Ψυχογιός) – απόσπασμα

«Το κακό είναι ανίκητο»

IMG_0025.JPG

Το καταστροφικότερο από ηθικής άποψης μάθημα του Άουσβιτς ή των Γκουλάγκ ή της Χιροσίμα δεν είναι ότι μπορούμε να κλειστούμε πίσω από συρματοπλέγματα ή σε θαλάμους αερίων, αλλά ότι (υπό τις κατάλληλες συνθήκες) μπορούμε να γίνουμε δεσμοφύλακες και να πασπαλίζουμε λευκούς κρυστάλλους σε αγωγούς καμινάδων∙ δεν είναι ότι μία ατομική βόμβα μπορεί να πέσει στα κεφάλια μας, αλλά ότι (υπό τις κατάλληλες συνθήκες) ΕΜΕΙΣ μπορούμε να την ρίξουμε στα κεφάλια άλλων ανθρώπων. Ένας ακόμα μεγαλύτερος τρόμος, ένας αληθινός μετά-τρόμος, ένα εκκολαπτήριο όλων των άλλων φόβων, πηγάζει από τη συνειδητοποίηση πως, όταν γράφω αυτές τις λέξεις ή όταν τις διαβάζετε, κι εγώ κι εσείς, βαθιά στην καρδιά μας, θέλουμε να εξαφανιστούν τέτοιες σκέψεις, κι όταν αυτές αρνούνται να το κάνουν επιτρέπουμε στις μορφές του κακού να «φουσκώνουν και να εξαπλώνονται», ασφαλείς στη μη ορατότητά τους – με το να αναδιπλωνόμαστε για να τις αντικρούσουμε, με το να αμφισβητούμε την αξιοπιστία τους και να τις αποδιώχνουμε ως απλές παραπλανητικές κραυγές, ενώ παραμένουμε επιλήσμονες αναφορικά με το καθήκον μας να αναλογιζόμαστε και να στοχαζόμαστε αυτό που ανακάλυψε η Χ. Άρεντ στις αναφορές που υπέβαλαν οι πολυμαθείς ψυχολόγοι που κλήθηκαν να καταθέσουν στη δίκη του Άιχμαν:

«Μισή ντουζίνα ψυχίατροι τον διέγνωσαν «φυσιολογικό» – «Εν πάση περιπτώσει, πιο φυσιολογικό από εμένα αφότου τον εξέτασα», λέγεται ότι αναφώνησε ένας από αυτούς, ενώ ένας άλλος διαπίστωσε ότι το όλο ψυχολογικό προφίλ του, η συμπεριφορά του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τη μητέρα και τον πατέρα του, τα αδέλφια και τους φίλους του, «δεν ήταν απλώς φυσιολογική αλλά καθ’ όλα ευκταία» – και τέλος, ο πάστορας που τον επισκεπτόταν συχνά μετά την εκδίκαση της έφεσής του από το Ανώτατο Δικαστήριο καθησύχασε τους πάντες δηλώνοντας ότι ο Άιχμαν ήταν «ένας άνθρωπος με πολύ θετικές ιδέες».

Τα θύματα του Άιχμαν ήταν «άνθρωποι όπως εμείς». Το ίδιο ήταν όμως – Θεός φυλάξοι! – και πολλοί από τους εκτελεστές του Άιχμαν, οι σφαγείς των θυμάτων∙ και ο Άιχμαν; Και οι δύο σκέψεις μας γεμίζουν φόβο. Ενώ όμως η πρώτη είναι ένα κάλεσμα σε δράση, η δεύτερη παραλύει και απολιθώνει, ψιθυρίζοντάς μας ότι η αντίσταση στο κακό είναι μάταιη. Γι’ αυτό ίσως αντιστεκόμαστε τόσο σθεναρά σε αυτή τη δεύτερη σκέψη. Ένας φόβος γνήσια και απελπιστικά αφόρητος είναι ο φόβος ότι το κακό είναι ανίκητο.

Κι όμως, όπως το έθεσε ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο που συνέταξε ως τελευταία επιθυμία και διαθήκη του: δεν υπάρχει αμφιβολία, καθένας μας μπορεί, εν δυνάμει, να γίνει τέρας. […] Τα φρικτά νέα είναι ότι ο Άιχμαν δεν ήταν το Κακό προσωποποιημένο, ο Διάβολος. Ήταν ένα συνηθισμένο, πεζό, βαρετά «καθημερινό» πλάσμα: κάποιος που προσπερνάς στο δρόμο χωρίς να τον προσέξεις. Ως σύζυγος, πατέρας ή γείτονας δεν θα ξεχώριζε από το πλήθος. Ήταν ο μέσος όρος, η μέση τιμή, το αντιπροσωπευτικό δείγμα των δημογραφικών στατιστικών πινάκων – όπως θα ήταν αναμφίβολα και των ψυχολογικών στατιστικών πινάκων αλλά και των ηθικών (αν μπορούσαμε να φτιάξουμε τέτοιους). Απλώς, όπως όλοι μας, προτιμούσε τη δική του βολή από τη βολή των άλλων. Αυτό ακριβώς το κοινό, συνηθισμένο παράπτωμα ή ολίσθημα, σε ασυνήθιστους καιρούς, οδηγεί σε ασυνήθιστα αποτελέσματα. Άπαξ και το γνωρίζουμε αυτό, δεν χρειαζόμαστε άλλο τον Διάβολο. Και το χειρότερο όλων, ο Διάβολος αυτής της υπόθεσης θα μας φαινόταν ίσως αξιοθρήνητα ανίκανος και αδέξιος σε σύγκριση με εκείνον τον τετριμμένα νουνεχή τυπάκο στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ.

Zygmunt Bauman, Ρευστός Φόβος (εκδ. Πολύτροπον) -απόσπασμα.

Leo Tolstoy

Leo_Tolstoy_by_Scherer_&_Nabholz,_1901 (1)

Οι άνθρωποι επιδιώκουν σαν τρελοί τις απολαύσεις απλώς επειδή βλέπουν την κενότητα της ζωής τους καθαρότερα απ’ ό,τι την κενότητα όποιας καινούργιας διασκέδασης τούς γοητεύει.

Μπλαιζ Πασκάλ

Τα πράγματα που κάνουμε για να γίνει η ζωή μας πιο άνετη μού θυμίζουν τη στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της για να μη βλέπει τους εχθρούς της. Συμπεριφερόμαστε χειρότερα κι απ’ τη στρουθοκάμηλο. Προκειμένου να εξασφαλίσουμε κάποιο αβέβαιο, αμφίβολο μέλλον, καταστρέφουμε οριστικά τη ζωή μας στο συγκεκριμένο μας παρόν.

Οι άνθρωποι σήμερα προσπαθούν ανόητα να πιστέψουν ότι όλος ο παραλογισμός κι η σκληρότητα του κόσμου – ο πλούτος των λίγων, η μεγάλη φτώχεια των πολλών, η βία και ο πόλεμος – βρίσκονται έξω απ’ τη δική τους ζωή και δεν επηρεάζουν ούτε τους ίδιους ούτε τον τρόπο ζωής τους.

Μια παρανόηση παραμένει παρανόηση, ακόμα κι όταν τη συμμερίζεται η πλειονότητα των ανθρώπων.

Leon Tolstoi, Ημερολόγιο Σοφίας, (Εκδ. Printa), απόσπασμα

Η δαγκωματιά

Gustav_Klimt_016

Μ.: Ένας φόνος μ’ έχει κάνει να ανατριχιάσω όσο και η αυτοκτονία της Άννας Καρένινα. Τον περιγράφει ο Εμίλ Ζολά στο βιβλίο του Τερέζ Ρακέν, όπου ο Λοράν, ένας νέος άντρας, τα φτιάχνει με την Τερέζ και μαζί αποφασίζουν να σκοτώσουν τον άντρα της. Το σεξουαλικό πάθος κυριεύει τους ήρωες, τους διαλύει το νευρικό σύστημα και δεν ξέρουν πια τι κάνουν. Η Τερέζ, ο άντρας της και ο Λοράν νοικιάζουν ένα κανό, μια βάρκα, στον Σηκουάνα. Κι όταν πάνε μακριά όπου δεν υπάρχουν άλλες βάρκες, ο Λοράν τον πιάνει – ο Λοράν είναι πολύ δυνατός, ο άλλος είναι καχεκτικός, πάντα άρρωστος ο κακομοίρης και πολύ μικρόσωμος – και φραπ, τον ρίχνει στον Σηκουάνα. Τη στιγμή όμως που πάει να τον ρίξει, ο σύζυγος του δίνει μία φοβερή δαγκωματιά στον λαιμό και μαζί κόβει ένα κομμάτι κρέας. Αυτή η πληγή θα είναι πάντα για τον Λοράν η μνήμη του φόνου. Διότι αυτή η πληγή τον πονάει συνέχεια – ό,τι και να κάνει, ό,τι φάρμακο και να βάλει, αυτή η πληγή μένει έτσι. Η πληγή είναι η θύμηση του φόνου. Και τους πιάνουν ενοχές μόνο απ’ αυτή την πληγή που είναι πάντα εκεί. Δεν φεύγει ποτέ. Στο τέλος του βιβλίου αλληλοσκοτώνονται ο Λοράν και η Τερέζ με δηλητήριο. Κι εξηγεί ο Ζολά μ’ έναν ασύλληπτο τρόπο πώς το πάθος μπορεί να μεταστραφεί σε μίσος, τόσο μεγάλο, όσο είναι και το πάθος. Αυτή η πληγή θα μου μείνει αξέχαστη στα χρονικά των φόνων. Είναι η παρουσία, για μένα, του θεού. Ο Ζολά είναι μεγάλος συγγραφέας, γιατί μιλάει συνεχώς για αυτή την πληγή κι όχι για τις ενοχές. Η πληγή είναι οι ενοχές. Αντικειμενοποιείται και σωματοποιείται η ενοχή. Η μνήμη είναι η πληγή. Κι αυτός πονάει πολύ. «Είναι σαν να με δάγκωσε τώρα. Δεν μπορώ να απαλλαγώ απ’ αυτόν τον πόνο», λέει κάπου ο Λοράν. Αυτός ο φόνος, για μένα, είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πώς μεταστρέφεται ξαφνικά αυτός ο έρωτας και γίνεται μίσος; Από μια δαγκωματιά. Πιστεύω πως αν δεν τον δάγκωνε θα ‘χανε μείνει μαζί μια χαρά, αλλά το σημάδι είναι εκεί, στον λαιμό. Και πιστεύω πολύ στα τεκμήρια, τα σωματικά τεκμήρια – πολύ περισσότερο απ’ τα ψυχικά. Είναι εκεί για να σε κάνουν να θυμάσαι. Και η ψυχική ασθένεια κάπου γίνεται σωματική, η αρρώστια εκφράζεται σαν πόνος του σώματος. Το σώμα πονάει, δεν αντέχει το ψυχολογικό υπόβαθρο.

Φ.: Το σώμα πονάει και θυμάται κιόλας. «Οι υστερικοί πάσχουν από αναμνήσεις», έλεγε ο Φρόιντ. […] Ο Λοράν κινδυνεύει να τρελαθεί.

Μ.: Ο Λοράν στο τέλος του βιβλίου είναι πράγματι τρελός. Ένα βράδυ μες στην απελπισία του και αφού έχουν ήδη κρυφά ετοιμάσει τα δηλητήρια για να τα δώσει ο ένας στον άλλο, κάνουν έρωτα. Και χωρίς να το καταλάβει, η Τερέζ φιλάει την πληγή. Οπότε ο Λοράν απ’ τον πόνο και την αηδία, ποιος ξέρει τι αισθάνθηκε εκείνη την ώρα, σηκώνεται όρθιος σε κατάσταση υστερίας. Κι αυτή το ίδιο. Λίγο μετά αλληλοδηλητηριάζονται. Όταν δίνεται αυτό το φιλί πάνω στην πληγή.

Φ.: Το φιλί: Απέχθεια, πόνος, έλξη, κόλαση, παράδεισος, καταστροφή. Όλα μαζί σ’ ένα φιλί.

Μ.: Το φιλί είναι πιο σημαντικό απ’ το σεξ.

Φ.: Ο υπέροχος πίνακας του Κλιμτ «Το φιλί».

Μ.: Το φιλί, για μένα, είναι η αρχή και το τέλος της σεξουαλικής εμπειρίας.

Φ.: Γι’ αυτό και οι ιερόδουλες δεν θέλουν…επιτρέπουν να τους κάνεις τα πάντα αλλά όχι φιλί. Γιατί εκεί νιώθουν ότι υπάρχει κάτι το πολύ ιδιωτικό, το μόνο που μένει για να διαφυλάξουν.

Μ.: Η πληγή του Λοράν κάθε μέρα γινότανε πιο κόκκινη, πιο άγρια και τον πονούσε πιο πολύ.

Φ.: Πόσοι άνθρωποι, Μαργαρίτα, ταλαιπωρούνται από φανταστικές δαγκωματιές που νομίζουν ότι έχουν πάνω στο σώμα τους; Πόσοι άνθρωποι βασανίζονται από το ίχνος ενός κακού, που όμως δεν έχουν ποτέ διαπράξει; Ένας νεαρός μου ‘λεγε: «Νιώθω σαν να φταίω συνέχεια. Από μικρό παιδί σαν να ‘χω κάνει κάτι κακό. Δεν ξέρω τι είναι αυτό το κακό, το λάθος». Πόσοι άνθρωποι ζουν σαν να ‘χουν διαπράξει έναν ανύπαρκτο φόνο; Ζούνε σαν με μια δαγκωματιά. Υποφέρουν από το αόρατο ίχνος μιας ενοχής. Δεν υπάρχει σημάδι στον λαιμό. Καμιά δαγκωματιά. Κι όμως είναι σαν να βρίσκεται εκεί. Πώς να επουλωθεί μία πληγή που δεν αφήνει ίχνος; Ενοχή της γέννησης, ενοχή των αιμομικτικών επιθυμιών. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτά, Μαργαρίτα. Σ’ ένα μικρό κόκκινο σημάδι στον λαιμό αναφέρομαι μόνο, που δεν αντιστοιχεί σε τίποτα και βρίσκεται πάντα εκεί. Κόκκινο. Αμετάβλητα κόκκινο. Το ίχνος από ένα λάθος που ποτέ δεν διαπράχθηκε. Και με μικρές δόσεις κάθε μέρα, λίγο λίγο αυτό το υποτιθέμενο λάθος σε εμποδίζει να ζήσεις και με μικρές δόσεις, μικρούς καθημερινούς θανάτους, δηλητηριάζει τα κύτταρά σου, σε οδηγεί στην τελική καταστροφή. Γι’ αυτούς τους αθώους ένοχους λυπάμαι, Μαργαρίτα. Όχι για τον Λοράν. Τουλάχιστον αυτός κατάφερε να ζήσει ένα μεγάλο πάθος πριν απ’ το τέλος. Κατάφερε να είναι πραγματικό κι όχι συμβολικό το θύμα του. Ο φόνος έγινε στ’ αλήθεια. Αληθινή ήταν και η ηδονή που ένιωσε από το παράνομο πάθος. Αλίμονο στους άλλους, Μαργαρίτα. Σ’ αυτούς που θα πεθάνουν στερημένοι από την ηδονή της αμαρτίας και του πάθους. Ένοχοι και μη εξαγνισμένοι.

Μ. Καραπάνου – Φ. Τσαλίκογλου, Μήπως; (Εκδ. Ωκεανίδα) – απόσπασμα

Η εγκεφαλική γνώση είναι ένα τίποτα. Μεταδίδει εμπιστοσύνη μόνο εκείνος που ξέρει για τι μιλάει.

Hermann-Hesse-knowledge-can-be-communicated-but-not-wisdom-169998

Ένα αραβικό παραμύθι λέει ότι υπήρχε κάποτε ένας γέροντας πολύ σοφός. Τόσο πολύ, που όλοι έλεγαν ότι στο πρόσωπό του μπορούσε να διαβάσει κανείς τη σοφία. Μια ωραία μέρα, ο σοφός αυτός αποφάσισε να ταξιδέψει με καράβι, στο οποίο έτυχε να είναι κι ένας νεαρός φοιτητής.

Ο φοιτητής, αλαζόνας, ανέβηκε στο πλοίο με έναν αέρα ανωτερότητας και, όταν έπειτα από λίγο έμαθε ότι με το ίδιο πλοίο ταξίδευε και κάποιος σοφός, πήγε και τον συνάντησε.

«Έχετε ταξιδέψει πολύ;» ρώτησε ο νεαρός τον γέροντα κι εκείνος απάντησε ναι.

«Έχετε πάει και στη Δαμασκό;» τον ξαναρώτησε.

Ο γέροντας του μίλησε για τα αστέρια που μπορούσε να δει κανείς από την πόλη, για τα δειλινά της, για τον κόσμο της∙ περιέγραψε τις μυρωδιές, τη φασαρία που γινόταν στο παζάρι…και καθώς μιλούσε ο φοιτητής τον διέκοψε:

«Ήδη το βλέπω πως έχετε πάει κι εκεί, αλλά…έχετε μήπως σπουδάσει στη σχολή αστρονομίας της Δαμασκού;»

Ο γέροντας είπε πως όχι. Ο νεαρός εξεπλάγη και αναφώνησε: «Τότε έχετε χάσει μισή ζωή!».

Ο γέροντας ζάρωσε τους ώμους του ενώ ο νεαρός συνέχισε να μιλάει.

«Έχετε πάει μήπως και στην Αλεξάνδρεια;»

Ο γέροντας απάντησε μιλώντας για την ομορφιά της πόλης, για το λιμάνι και τον φάρο της, για τους πολυσύχναστους δρόμους της, για την παράδοσή της…

«Ήδη το βλέπω ότι έχετε πάει κι εκεί» τον διέκοψε ο νεαρός «αλλά έχετε μήπως σπουδάσει στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας;».

Ο γέροντας ένευσε και πάλι αρνητικά και ο νεαρός αναφώνησε: «Τότε έχετε χάσει μισή ζωή!».

Ο σοφός δεν είπε τίποτα, αλλά στη στιγμή είδε ότι στην άλλη πλευρά το καράβι άρχιζε να μπάζει νερά. Κοίταξε τον νεαρό και τον ρώτησε: «Έχεις σπουδάσει σε πολλά μέρη, έτσι δεν είναι;».

Ο νεαρός απαρίθμησε ένα σωρό σχολές, βιβλιοθήκες και τόπους σοφίας που έμοιαζε να μην έχουν τέλος. Όταν σώπασε, ο γέροντας τον ρώτησε: «Και σε κάποια από αυτά τα μέρη μήπως έμαθες να κολυμπάς;».

Ο φοιτητής έφερε στον νου του τα δεκάδες μαθήματα που είχε παρακολουθήσει στα διάφορα μέρη, αλλά κανένα δεν ήταν μάθημα κολύμβησης.

«Όχι» απάντησε.

Ο γέροντας τότε ανασκουμπώθηκε και σηκώθηκε όρθιος για να πηδήξει απ’ το καράβι. Πριν πέσει στη θάλασσα, του είπε: «Τότε, λοιπόν, έχεις χάσει τη ζωή ολόκληρη».

Allan Percy, Έρμαν Έσσε: 66 μαθήματα καθημερινής σοφίας (Εκδ. Πατάκη) – απόσπασμα.

Η μη λεκτική επικοινωνία

Dealing With Cheating

Το ολικό νόημα μιας δυαδικής επικοινωνίας μεταφέρεται μόνο κατά το 1/3 μέσω της λεκτικής οδού και κατά τα 2/3 μέσω της μη λεκτικής οδού – R.L. Birdwhistell (1970)

Από το σύνολο των μηνυμάτων που ανταλλάσσονται στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, το 7% γίνεται μέσω της λεκτικής οδού, το 38% μέσω της φωνητικής οδού και το 55% μέσω της λοιπής μη λεκτικής οδού – A. Mehrabian (1971)

Το 90% της διαπροσωπικής επικοινωνίας διεξάγεται μέσω της μη λεκτικής οδού – G. R. Wainwright (1992)

Τι είναι η μη λεκτική επικοινωνία και πώς επιτυγχάνεται; Η μη λεκτική επικοινωνία είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ένα άτομο επηρεάζει τη συμπεριφορά, τη νοητική κατάσταση ή τα συναισθήματα κάποιου άλλου, χρησιμοποιώντας ένα ή περισσότερα μη λεκτικά κανάλια. Όλες οι πηγές μετάδοσης πληροφοριών και συναισθημάτων, εκτός του λόγου, αποτελούν τα κανάλια της μη λεκτικής επικοινωνίας. Σύμφωνα με τους Richmond, McCroskey και Payne (1991), η ολική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων επιτυγχάνεται μεταδίδοντας το γνωστικό μέρος μέσω της λεκτικής οδού και το συναισθηματικό ή συγκινησιακό μέρος της επικοινωνίας μέσω της μη λεκτικής οδού. Επομένως, η σωστή χρήση της μη λεκτικής επικοινωνίας είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την κοινωνική επιτυχία και ιδιαίτερα την επιτυχία των διαπροσωπικών σχέσεων.

Τα μη λεκτικά μηνύματα στους ανθρώπους εκπέμπονται από τρεις βασικές πτυχές. Η πρώτη πηγή είναι η γενική εντύπωση που δημιουργεί το ίδιο το άτομο στους άλλους ανθρώπους. Η γενική εντύπωση του ατόμου σχηματίζεται από την εμφάνιση του σώματός του, τις εκφράσεις του προσώπου του, το βλέμμα του, τις χειρονομίες που κάνει, τις κινήσεις, τον προσανατολισμό και τη στάση του σώματός του, τις αντιδράσεις του στη σωματική επαφή, το μέγεθος του ζωτικού του χώρου, την ενδυμασία του, τη μυρωδιά του σώματός του και άλλα. Η γενική εμφάνιση δίνει, με την πρώτη ματιά, πολλές πληροφορίες για το φύλο, την ηλικία, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, καθώς και την προσωπικότητα, τον συναισθηματικό κόσμο και τις διαθέσεις του ατόμου. Η δεύτερη πηγή μη λεκτικών σημάτων εντοπίζεται στα μη λεκτικά στοιχεία του λόγου, όπως τον τόνο, τη σταθερότητα, την ένταση και την αλλοίωση της φωνής, την ταχύτητα ροής του λόγου, τις παύσεις, την προφορά και τους διάφορους ήχους εκτός των λέξεων. Η κατηγορία αυτή της μη λεκτικής επικοινωνίας καλείται και «φωνητική επικοινωνία». Τέλος, η τρίτη πηγή αφορά τα μη λεκτικά μηνύματα που μεταδίδονται από το χώρο στον οποίο ο άνθρωπος εργάζεται, διασκεδάζει ή απλώς συχνάζει, και πολύ περισσότερο από το χώρο στον οποίο κατοικεί και, κατά συνέπεια, διαμορφώνει σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Η αρχιτεκτονική και η διακοσμητική του χώρου, τα έπιπλα, ο φωτισμός, τα χρώματα, ακόμα και οι μυρωδιές του περιβάλλοντος του ατόμου, αποτελούν μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας του. Τα στοιχεία αυτά του χώρου επηρεάζουν έντονα τις διαθέσεις των ανθρώπων και συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πρώτων αλλά ισχυρών εντυπώσεων.

Τα μη λεκτικά μηνύματα τα οποία μεταδίδονται από τον ίδιο τον άνθρωπο κατατάσσονται σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες, ανάλογα με το βαθμό συνείδησης και ελέγχου που ασκούν επάνω τους τόσο εκείνοι που τα μεταδίδουν όσο και αυτοί που τα λαμβάνουν. Στην πρώτη κατηγορία κατατάσσονται τα μη λεκτικά σήματα, για την εκδήλωση και την επιρροή των οποίων ούτε ο δότης ούτε ο λήπτης έχουν οποιαδήποτε επίγνωση ή έλεγχο. Κλασικό παράδειγμα ασυνείδητου μη λεκτικού σήματος αποτελεί η διεύρυνση της κόρης των ματιών στα άτομα τα οποία είναι σεξουαλικά ερεθισμένα (δότες). Ασυνείδητη είναι επίσης η σεξουαλική έλξη την οποία προκαλούν τα άτομα με τις διευρυμένες κόρες στους λήπτες του μη λεκτικού αυτού σήματος. Όταν μεταδίδονται τα ασυνείδητα μη λεκτικά σήματα, επηρεάζεται η νοητική και η συναισθηματική κατάσταση του δότη αλλά και του λήπτη, χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να το ελέγξουν και χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Σε αντίθεση με τα ζώα, στους ανθρώπους ένα πολύ μικρό κομμάτι της μη λεκτικής επικοινωνίας εκδηλώνεται αποκλειστικά στο ασυνείδητο επίπεδο. Στην πλειονότητά τους τα ανθρώπινα μη λεκτικά μηνύματα υπάγονται στη δεύτερη κατηγορία, η οποία περιλαμβάνει τα σήματα που μεταβιβάζονται και ερμηνεύονται κατά ένα μέρος συνειδητά και κατά ένα μέρος ασυνείδητα. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι το ντύσιμο ενός ατόμου επηρεάζει τη στάση των άλλων απέναντί του, χωρίς όμως να είναι ακριβώς γνωστό το πώς και το γιατί. Τέλος, υπάρχουν μη λεκτικά σήματα τα οποία είναι πλήρως συνειδητά και ελεγχόμενα, όπως, για παράδειγμα, οι υποδείξεις που γίνονται με το δείκτη του χεριού κατά τη διάρκεια της ομιλίας.

[…]

Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από συναισθηματικές πιέσεις και προσπαθούν να ελέγξουν τις αυθόρμητες εκδηλώσεις τους, εμφανίζονται παρά τη θέλησή τους οι λεγόμενες «διαρροές της αλήθειας», οι οποίες αποκωδικοποιούνται σχετικά εύκολα από τους έμπειρους λήπτες. Οι διαρροές της αλήθειας περιλαμβάνουν αντιδράσεις όπως η ένταση των μυών, ο τρόμος [τρέμουλο] των χεριών, η αστάθεια της φωνής, το κοκκίνισμα του προσώπου, ο υπερβολικός ιδρώτας και άλλα, και φανερώνουν, παρά τη θέληση του ατόμου, την πραγματική συναισθηματική κατάσταση.

Οι Feldman, Philippot και Custrini (1991) επισήμαναν ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να διαρρεύσει η αλήθεια και επομένως να διαπιστωθεί η προσπάθεια απάτης. Πρώτον, όταν οι άνθρωποι επιχειρούν απάτη, οι κινήσεις τους δεν είναι αυθόρμητες και χαλαρές αλλά προγραμματισμένες, τεταμένες και ύποπτες. Δεύτερον, όταν οι άνθρωποι επιχειρούν να εξαπατήσουν λέγοντας ψέματα, βιώνουν άγχος και ενοχές – και μάλιστα ενοχές μεγέθους ανάλογου με τις συνέπειες του ψέματος το οποίο εκφράζουν. Το άγχος όμως και οι ενοχές παράγουν ειδικές αντιδράσεις, όπως οι νευρικές κινήσεις στα δάχτυλα, το παιχνίδι με τα μικρά αντικείμενα, το δάγκωμα των νυχιών, των μολυβιών και άλλων αντικειμένων. Από τις εκδηλώσεις αυτές οι παρατηρητές μπορούν να συμπεράνουν τη νευρικότητα και επομένως την απόπειρα εξαπάτησης. Τέλος, οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους να κρύψουν την αλήθεια, δεν καταφέρνουν να ελέγχουν όλα τα μη λεκτικά κανάλια επικοινωνίας ταυτόχρονα και εξίσου καλά, οπότε, όταν επιχειρείται προβολή των υποκριτικών αισθημάτων, τα πραγματικά αισθήματα «διαρρέουν» μέσω διαφορετικών καναλιών. Για παράδειγμα, όταν κάποιος αισθάνεται άσχημα ή αμήχανα και δεν θέλει να το φανερώσει, μπορεί να χαμογελά και ταυτόχρονα να κουνά νευρικά το κάτω μέρος του ποδιού του. Η ασυνέπεια αυτή της συμπεριφοράς διαγιγνώσκεται επίσης πολύ εύκολα από τους έμπειρους λήπτες.

Η λεγόμενη «διαίσθηση» δεν είναι άλλη από την ικανότητα λεπτομερούς αποκωδικοποίησης της μη λεκτικής συμπεριφοράς (Pease, 1981). Όταν λέμε ότι διαισθανόμαστε πως κάποιος λέει ψέματα, απλώς ερμηνεύουμε τις νευρικές και αγχώδεις κινήσεις του, ή αποκωδικοποιούμε την ασυνέπεια που υπάρχει μεταξύ των μη λεκτικών του καναλιών είτε μεταξύ της λεκτικής και της μη λεκτικής του επικοινωνίας. Συχνά ο «διαισθητικός δάσκαλος» σταματά την παράδοση του μαθήματός του διότι «διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά». Αυτό σημαίνει ότι τα μη λεκτικά μηνύματα που παίρνει από το ακροατήριο τον ειδοποιούν ή ότι δεν γίνεται κατανοητός ή ότι το ακροατήριο δεν συμφωνεί με τα λεγόμενά του ή ότι απλώς το ακροατήριο έχει βαρεθεί ή έχει κουραστεί. Σε γενικές γραμμές, οι γυναίκες είναι περισσότερο ευαίσθητες από τους άνδρες στη σύλληψη και την αποκρυπτογράφηση των λεπτομερειών της μη λεκτικής επικοινωνίας. Αυτό στην καθημερινή διάλεκτο αναφέρεται ως «γυναικεία διαίσθηση». Η ικανότητα αυτή των γυναικών είναι εντονότερη σε όσες έχουν αναθρέψει παιδιά, διότι κατά την περίοδο κατά την οποία το βρέφος στερείται παντελώς της λεκτικής οδού, η μητέρα αναγκάζεται να στηριχθεί αποκλειστικά στα μη λεκτικά σήματα προκειμένου να κατανοήσει και να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Με αυτό τον τρόπο οι μητέρες ασκούν εντατικά τις ικανότητές τους στην αποκωδικοποίηση των μη λεκτικών σημάτων.

Είναι ανόητο να υποτιμάμε τα συμπεράσματα τα οποία βγαίνουν από την εμφάνιση των ανθρώπων. Το πραγματικό μυστήριο αυτού του κόσμου βρίσκεται στο ορατό και όχι στο αόρατο. – Oscar Wilde 

Ε. Παπαδάκη – Μιχαηλίδη, Η Σιωπηλή Γλώσσα των Συναισθημάτων – Η μη λεκτική επικοινωνία στις διαπροσωπικές σχέσεις (Εκδ. Πεδίο), απόσπασμα