Μία ιστορία με δύο άλογα στη νήσο Αντιγόνη

Μηπως

Φ: Πάνε πολλά χρόνια. Βρίσκομαι στην Τουρκία, στα Πριγκιπόννησα, στη νήσο Αντιγόνη. Κι είμαι με τον Κωνσταντίνο, στην αρχή της γνωριμίας μας. Έχει σημασία αυτό. Φτάνουμε με το βαποράκι σ’ αυτό το υπέροχο νησί, ακούμε μουσικές, όλα είναι θαυμάσια. Ένας αμαξάς με δυο άλογα μας περιμένει. Θα κάνουμε τον γύρο του νησιού. Ανεβαίνουμε. Τα άλογα ξεκινούν. Νιώθω ότι μετέχω σε μια ανεπανάληπτη σκηνή. Και ξαφνικά, καθώς τρέχουν τα άλογα και περιδιαβαίνουμε το νησί, γίνεται αυτό που δεν έπρεπε να γίνει. Αφηνιάζουν. Αρχίζουν να τρέχουν σαν τρελά. Με κυριεύει ένας τρόμος απερίγραπτος καθώς αντιλαμβάνομαι ότι η άμαξα είναι ετοιμόρροπη – μπορεί να ‘ταν και του περασμένου αιώνα – και ακόμα ότι ο αμαξάς είναι ένας εξαθλιωμένος γέροντας. Και το κυριότερο που αντιλαμβάνομαι είναι τον Κωνσταντίνο δίπλα μου με τη γνωστή του αταραξία να μου λέει, «ψυχραιμία», ενώ εγώ είμαι έτοιμη να λιποθυμήσω από τον φόβο μου. Ξαφνικά, μ’ έναν εκκωφαντικό θόρυβο αποσυνδέονται τα άλογα απ’ την άμαξα και το πίσω μέρος όπου καθόμασταν γέρνει μαζί μας στο έδαφος…Πέφτουμε κάτω. Δεν χτυπάμε. Ο αμαξάς φέρνει πίσω τα άλογα και αρχίζει με τα χέρια του να ανασυναρμολογεί την άμαξα.

Μ: Είναι σαν να βλέπω τη σκηνή.

Φ: Εγώ να θέλω να γυρίσω πίσω, αλλά να ντρέπομαι τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σαν να μην συμβαίνει τίποτα μου λέει: «Εντάξει, τώρα φτιάχτηκε η άμαξα, θα συνεχίσουμε τη βόλτα». Μη θέλοντας να δείξω έναν έμφοβο εαυτό, τρέμοντας όμως μέσα μου, ξανανεβαίνω στην ανασυναρμολογημένη εκ του προχείρου άμαξα και συνεχίζουμε κανονικά τη βόλτα. Δίχως άλλο απρόοπτο, ο περίπατος κάποτε τελειώνει. Όπως καταλαβαίνεις, όλο αυτό το διάστημα μέσα σ’ ένα πραγματικά μαγικό τοπίο ήμουνα τόσο έντρομη, τόσο είχα στη μνήμη το αφήνιασμα και την καταστροφή, ώστε δεν μπόρεσα να απολαύσω τίποτα. Αντίθετα, ο Κωνσταντίνος δίπλα μου δεν σταμάτησε να χαίρεται με όσα αντίκριζαν τα μάτια του εκστατικά.

Θέλω κάτι να πω σε σένα και σε μένα, Μαργαρίτα, μέσα απ’ αυτή την ιστορία. Με τον τρόμο της επανάληψης μίας καταστροφής δεν απολαμβάνεις τίποτα. Χάνεις το ταξίδι. Χάνεις την εξοχή. Χάνεις τον περίπατο. Δεν είμαστε δέσμιοι μίας προηγούμενης καταστροφής. Το κακό που έγινε δεν πρόκειται σώνει και καλά να επαναληφθεί. Αν ζούμε ωστόσο σαν να επίκειται η επανάληψή του, χάσαμε. Σαν τα ποντίκια μένουμε παγιδευμένοι στην επανάληψη του κακού. Κι όμως το κακό δεν είναι μία σκιά που μας ακολουθεί. Η ανασυναρμολόγηση δεν είναι ψεύτικη. Αντέχει το άλογο και η άμαξα αντέχει.

Με άλλα λόγια, για να γράψει αλλά και για να ζήσει κανείς, Μαργαρίτα, δεν πρέπει να είναι κυκλωμένος από τρόμους αφηνιασμένων αλόγων και ετοιμόρροπων αμαξών. Πρέπει και να φοβηθείς και να ξεφοβηθείς, και να κινδυνέψεις και να ρισκάρεις την ανασυναρμολόγηση και να πιστέψεις σ’ αυτήν.

 

Μ. Καραπάνου-Φ. Τσαλίκογλου, «Μήπως;» – απόσπασμα

Advertisements

Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας

ee-cummings-quote

Η σκέψη που θα ήθελα να αναφέρω, και ως ψυχολόγος δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά, είναι ότι, παρά τα εμπόδια, μέσα στον καθένα μας υπάρχει μια δύναμη που τον ωθεί προς μια αποκλειστική και μοναδική ατομικότητα, εκείνη που οι Γνωστικιστές περιέγραψαν ως «αναλαμπή» και που, σύμφωνα με τον Mester Eckhart, κατοικεί οριστικά και αμετάκλητα μέσα στην ψυχή. Παρόλο που ο δρόμος προς την ατομική προσωπικότητα δεν είναι χωρίς κινδύνους (και μόνο η επιλογή έχει το τίμημά της), «η ανάπτυξη της προσωπικότητας θεωρείται ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά» (Γιουνγκ 1929-57, σελ. 29).

Κατά τη γνώμη μου, το πολυτιμότερο.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο Γιουνγκ (ως επακόλουθο της κατανόησης από τη μεριά του Νίτσε), αυτό το αγαθό συνεπάγεται: Να πούμε «ναι» στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας. (ό.α. σελ. 30)

Αυτό είναι και το σπουδαιότερο έργο τέχνης του ανθρώπου. Μπορεί να εργάζεται και να έχει πολλές επιδόσεις, ο χώρος, όμως, μέσα στον οποίο γίνεται πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης, αληθινός δάσκαλος, είναι η ατομικότητά του και για να την αποκτήσει πρέπει να εισχωρήσει στη βαθύτατη διάστασή του.

Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας δεν ενθαρρύνεται από τη συλλογική λογική που, στραμμένη καθώς είναι στη διατήρηση της ομοιομορφίας, βλέπει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση ως απειλή. Γι’ αυτό, από τη γέννησή μας μπορεί να νιώσουμε παράξενα ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα.

Στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι σχέσεις πληθαίνουν, αυτή η εντύπωση ότι δεν έχουμε δικαίωμα σε ένα χώρο, το δικό μας χώρο, μπορεί να γίνει σταδιακά εντονότερη, να εμπνεύσει το καφκικό αίσθημα του ανθρώπου που «τα πιστοποιητικά του δεν είναι εν τάξει».

Ακριβώς, όμως, η επίγνωση της αποξένωσης, η διεκδίκηση της «θέσης μας στον ήλιο», η γνώση της μοναδικότητας και της διαφορετικότητάς μας είναι αυτά που ανοίγουν το δρόμο για την εξατομίκευση. Η αναγνώριση του ότι κάτι έχει κλαπεί από την ταυτότητά μας είναι απολύτως αναγκαία, γιατί αυτή η κλοπή είναι η πρωτογενής προδοσία, η πιο επίπονη στην αντιμετώπισή της, κι ατή από την οποία κανείς δεν γλυτώνει.

Αυτό που επίσης πρέπει να ξέρουμε είναι ότι συνειδητοποιώντας πόσο «διαφορετικούς» μας περίμεναν απ’ αυτό που είμαστε, νιώθουμε αποκαρδιωμένοι και έκπληκτοι γι’ αυτό που στην ουσία είναι η απόρριψή μας. Αυτή η πρώτη αποκήρυξη είναι η πηγή της προληπτικής θεώρησης της ύπαρξής μας, σύμφωνα με την οποία νιώθουμε τυχεροί ή άτυχοι, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις επιτυχίες μας στον έξω κόσμο.

Πολύ πιο δύσκολο είναι να στηρίξουμε την αυτοεκτίμησή μας σ’ αυτό που πραγματικά είμαστε και νιώθουμε. Πρέπει να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι, κάτω από το ψυχολογικό καθεστώς αυτής της πρόληψης, η αληθινή αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι μύθος. Και καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων συχνά βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη σύγκριση, τον ανταγωνισμό και το μαραθώνιο επιδόσεων, πρόκειται λιγότερο για αλληλεγγύη και περισσότερο για ασυνείδητη συνενοχή στη διαιώνιση ενός τρόπου ζωής που υποβιβάζει τη μοναδική ατομικότητα του ανθρώπου. Αρκεί να σκεφτούμε όλους αυτούς που, ενώ χύνουν ποταμούς δακρύων για τις καταστροφές των σεισμών στην άλλη άκρη της γης, δεν μπορούν να απλώσουν το χέρι για να βοηθήσουν το γείτονα.

Όποιος θελήσει να αμφισβητήσει αυτό το σύστημα συμπεριφορών αναπόφευκτα θα καταδικαστεί από το μέσο όρο των ανθρώπων, γιατί αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο να έρθει οριστικά και αμετάκλητα στο φως η ανυπαρξία του μέσου ανθρώπου, αυτού που ζει μόνο για να παραδίδεται στις ισχύουσες αξίες, χωρίς ενστάσεις, χωρίς κριτική, χωρίς καν να εξετάζει την προσωπική του ηθική ή τη συνείδησή του με βάση την εσωτερική του εμπειρία, δηλαδή ακούγοντας τις εσωτερικές του φωνές.

Όταν η αρχαία σοφία και η σύγχρονη ψυχολογία του ασυνείδητου, με διαφορετικές αποχρώσεις αλλά και βασικές αναλογίες, μας λένε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε «άτομα», δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι άλλοι κατέχουν κάτι που δεν κατέχουμε εμείς. Είναι μοιραίο λάθος, στο οποίο πέφτουν πολλοί, αφού η παρότρυνση είναι απλούστατα να γίνουμε ο εαυτός μας και όχι κάποιος άλλος.

Κατά τον Γιουνγκ, «υγεία είναι μόνον αυτό που είναι κανείς στην πραγματικότητα«.

Aldo Carotenuto, Αγάπη και Προδοσία – εγκώμιο σχεδόν της προδοσίας – απόσπασμα

Το Ήξερα Εγώ!

dystyhia

 

Στην εφημερίδα, το ωροσκόπιό σας σάς προειδοποιεί (μαζί με άλλα τριακόσια εκατομμύρια πρόσωπα που γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο αστερισμό), για την πιθανότητα ενός ατυχήματος. Και πράγματι, γλιστράτε και χτυπάτε. Ήταν να το περιμένετε! Σε τελευταία ανάλυση, η αστρολογία δεν λέει μπούρδες…

Αλλά είναι όντως έτσι; Παίρνετε όρκο ότι θα πέφτατε ακόμα κι αν δεν είχατε διαβάσει αυτή την πρόβλεψη; Ή αν δεν πιστεύατε καθόλου στην αστρολογία; Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση εκ των υστέρων.

Ο φιλόσοφος Καρλ Πόππερ έχει αναπτύξει την ενδιαφέρουσα ιδέα ότι – για να απλοποιήσουμε λιγάκι- οι ενέργειες του Οιδίποδα για να αποφύγει την πραγματοποίηση της φρικτής προφητείας, είναι αυτές ακριβώς που οδήγησαν στην μοιραία επιβεβαίωση του χρησμού. Βλέπουμε εδώ μια άλλη δυνατή εφαρμογή της συμπεριφοράς αποφυγής: κάτω από κάποιες συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει εκεί ακριβώς απ’ όπου είχε σκοπό να ξεφύγει. Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες;

Πρώτον, χρειάζεται μία πρόβλεψη, με την πλατειά έννοια του όρου, δηλαδή: αναμονή, ανησυχία και πίστη ή έστω υποψία ότι τα γεγονότα θα ακολουθήσουν μία συγκεκριμένη ροή. Δεν έχει καμία σημασία αν αυτή η προσμονή θα δημιουργηθεί μέσα μας από πεποιθήσεις που μας μεταδόθηκαν από άλλους, ή εάν θα είναι προϊόν αυθυποβολής.

Δεύτερον, η προσμονή αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν μία απλή πιθανότητα, αλλά σαν μία έγκυρη αναγγελία ενός σίγουρου γεγονότος που απαιτεί μια άμεση συμπεριφορά αποφυγής.

Τρίτον, αυτή η τελευταία υπόθεση θα είναι τόσο πιο προφανής όσο θα την συμμερίζεται ο πολύς κόσμος και θα είναι τόσο πιο πιστευτή όσο περισσότερο θα είναι σε αρμονία με την κοινή λογική, τους κοινωνικούς κανόνες και τις εμπειρίες του παρελθόντος. Π.χ., αρκεί να εδραιώσουμε μέσα μας την πεποίθηση – άσχετα αν είναι δικαιολογημένη ή παράλογη – ότι οι άνθρωποι γύρω μας κουτσομπολεύουν και μας κοροϊδεύουν πίσω απ’ την πλάτη μας. 

Με βάση αυτά τα…»γεγονότα» η κοινή λογική θα μας επιβάλλει να δυσπιστούμε πλέον με τους ανθρώπους. Και, εφ’ όσον καμουφλάρουν τις ενέργειές τους κάτω από ένα λεπτό πέπλο, θα λάβουμε τα μέτρα μας και θα τους παρατηρούμε προσεκτικά, δίνοντας «σημασία στη λεπτομέρεια».

Με τέτοιες αφετηρίες, είναι μόνο ζήτημα χρόνου να τους τσακώσουμε μια μέρα να ψιθυρίζουν, να πνίγουν μικρά γελάκια, να κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλο και να κουνούν συνωμοτικά τα κεφάλια τους. Η προφητεία θα έχει πραγματοποιηθεί και θα μπορούμε να φωνάζουμε θριαμβευτικά όσο και πικρά: «Το ήξερα εγώ»! Η επιτυχία είναι εγγυημένη, στο βαθμό που καταφέρνουμε να αγνοούμε τελείως τη δικιά μας συμβολή στην εξέλιξη της κατάστασης αυτής.[..] Όταν αυτό το παιχνίδι των διαπροσωπικών σχέσεων συνεχιστεί για αρκετό καιρό θα είναι πια αδύνατο (κι άλλωστε χωρίς σημασία), να εντοπίσουμε ποιος το ξεκίνησε: ήταν άραγε η καχύποπτη συμπεριφορά μας, (που έφτανε στα όρια της γελοιότητας), που «τσίγκλισε» τους γύρω μας, ή μήπως ήταν η συμπεριφορά τους που ξύπνησε τις υποψίες μας;

Αυτές οι προβλέψεις που πραγματοποιούνται, διαθέτουν μια αληθινά μαγική δύναμη για να δημιουργούν μια «πραγματικότητα» και, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικές για τον σκοπό μας. Έχουν επίλεκτη θέση στο οπλοστάσιο όλων αυτών που κυνηγούν τη δυστυχία, είτε σε καθαρά ατομικό επίπεδο, είτε σε κοινωνικό – συνολικό. Η ιστορία δείχνει, για παράδειγμα, πως όταν οι εθνικές ή κοινωνικές μειοψηφίες δεν μπορούν, στα πλαίσια μίας απαγορευτικής κοινωνίας, να ασχοληθούν με «νόμιμες» δραστηριότητες (γεωργία, βιοτεχνία, κλπ) επειδή η πλειοψηφία τους θεωρεί πολίτες β’ κατηγορίας, τεμπέληδες, πλεονέκτες, και, προ πάντων, «διαφορετικούς», θα προσαρμοστούν και θα εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους δουλεύοντας σαν ρακοσυλλέκτες, τοκογλύφοι, λαθρέμποροι, κλπ. Μ’ αυτές τις δραστηριότητες, γίνονται τα αποβράσματα της «καλής κοινωνίας», που φυσικά, έχει όλα τα δίκαια όταν τους κρατάει στο περιθώριο!

Όσο περισσότερα απαγορευτικά σήματα βάλει στους δρόμους η τροχαία, τόσες παραβάσεις θα γίνουν κι αυτό θα δικαιολογήσει τη λήψη περισσότερων ακόμα απαγορευτικών μέτρων, αφού οι οδηγοί είναι τόσο κακοί. […]

Όσο θα αυξάνουν οι φόροι για να καλύψουν την φοροδιαφυγή (είτε αυτή είναι αληθινή είτε φανταστική), τόσοι περισσότεροι τίμιοι πολίτες θα γίνονται φοροφυγάδες. Κάθε πρόβλεψη για μελλοντική έλλειψη (σωστή ή όχι) ενός καταναλωτικού αγαθού, παρασύρει τις νοικοκυρές να αγοράσουν τόσα αποθέματα, ώστε στο τέλος να δημιουργηθεί όντως η έλλειψη που είχε προαναγγελθεί. Η πρόβλεψη κάθε γεγονότος έχει ένα τελικό αποτέλεσμα: αυτό ακριβώς που είχε προβλεφθεί.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, να πεισθούμε ή ν’ αφήσουμε να μας πείσουν για ένα αναπόφευκτο μελλοντικό γεγονός και να θεωρήσουμε ότι η πραγματοποίησή του είναι ανεξάρτητη από τη θέλησή μας. (Γι’ αυτό, ίσως, οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις με μέντιουμ αποτυγχάνουν όταν παρευρίσκεται ένας άπιστος.)

Σαν νέοι Οιδίποδες, μπορούμε να πετύχουμε με σιγουριά το αποτέλεσμα που θέλαμε να αποφύγουμε.

 

Paul Watzlawick, Φτιάξε τη δυστυχία σου μόνος σου – απόσπασμα

Ν’ αλλάξω τον κόσμο σημαίνει ν’ αλλάξω την οικογένεια

satir

 

Ως ερωτικό ον το παιδί που μεγαλώνει, μαθαίνει πολλά στο σπίτι, βλέποντας πώς οι γονείς του συμπεριφέρονται μεταξύ τους και με πόση ελευθερία και ειλικρίνεια ασχολούνται με θέματα του ερωτισμού και των δύο φύλων. Αν εσύ, ως γυναίκα, δεν εκτιμάς και δε βρίσκεις χαρά και ευχαρίστηση στον άντρα σου και στο σώμα του, πώς μπορείς να διδάξεις στην κόρη σου την εκτίμηση για τους άντρες; Το ίδιο συμβαίνει και με τον πατέρα. Με κάποιο τρόπο, αυτό το πέπλο μυστικότητας πρέπει να ανασηκωθεί απ’ όλο το σεξουαλικό ζήτημα, έτσι ώστε οι ενήλικες, που βγαίνουν απ’ τις οικογένειες, να είναι περισσότερο ολοκληρωμένοι.

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει να διδάσκεται είναι, πώς ταιριάζουν μεταξύ τους τ’ αρσενικά και τα θηλυκά, πώς βάζουν ο καθένας το δικό του ξεχωριστό εαυτό για να ενωθούν σ’ έναν καινούργιο δεσμό – ερωτικό, κοινωνικό, πνευματικό και συναισθηματικό. Στο παρελθόν ήταν πολύ εύκολο να βάζουμε να τσακώνονται τ’ αρσενικά και τα θηλυκά μεταξύ τους – η προαιώνια «πάλη των δύο φύλων». Πρόκειται για κάτι περιττό και δυσάρεστο. Πολλές οικογένειες μαθαίνουν τα θηλυκά τους να υποτάσσονται στα αρσεντικά. Λένε στη γυναίκα πως ήρθε στη γη για να υπηρετεί το αρσενικό. Άλλες οικογένειες διδάσκουν στ’ αρσενικά τους ότι θα πρέπει πάντα να είναι υπηρέτες των θηλυκών: ότι πρέπει να τα προστατεύουν, να τα φροντίζουν, να σκέπτονται και να αισθάνονται γι’ αυτά και να μην τα κάνουν ποτέ να υποφέρουν. Μερικά παιδιά διδάσκονται ότι τα αρσενικά και τα θηλυκά είναι ίδια από κάθε άποψη και αρνιούνται τις διαφορές τους. Σ’ άλλα πάλι λένε πως διαφέρουν σεξουαλικά από το άλλο φύλο, μα έχουν πολλά κοινά μ’ αυτό και μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά μαζί του.

[…]

Στα ερωτικά στερεότυπα, που καθορίζουν στις οικογένειες πολλά απ’ όσα διδάσκονται για τα δύο φύλα, το θηλυκό θεωρείται κατά τεκμήριο μαλακό, υποτακτικό και τρυφερό, όχι σκληρό και επιθετικό. Το αρσενικό υποτίθεται ότι πρέπει να είναι σκληρό κι επιθετικό, όχι υποχωρητικό και τρυφερό. Πιστεύω πως η τρυφερότητα και η σκληρότητα είναι ιδιότητες που χρειάζεται ο καθένας μας. Πώς μπορεί ένας άντρας να ταιριάξει με την τρυφερότητα της γυναίκας, αν δεν έχει κι ο ίδιος ανεπτυγμένη τρυφερότητα; Πώς μπορεί μία γυναίκα να ταιριάξει με τη σκληράδα του άνδρα, αν δεν την έχει ποτέ χρησιμοποιήσει στη δική της ζωή; Καθένας το καταλαβαίνει ότι μ’ αυτά τα στερεότυπα σαν μοντέλα, είναι φυσικό οι άντρες να θεωρούν τις γυναίκες αδύνατες και οι γυναίκες τούς άντρες σκληρούς και βίαιους. Πώς μπορείς να ταιριάξεις με κάποιον, αν σκέπετσαι μ’ αυτόν τον τρόπο; 

Γενικά, οι άντρες ζουν λιγότερο απ’ τις γυναίκες κι αυτό νομίζω ότι κατά μέγα μέρος οφείλεται στο γεγονός πως οι άντρες καταπνίγουν τα τρυφερά συναισθήματά τους. Τα τρυφερά συναισθήματά μας είναι οι χυμοί της ύπαρξής μας, αλλά δεν επιτρέπεται ποτέ σ’ έναν άντρα να κλάψει ή να πονέσει. Για να το καταφέρει αυτό, αναγκάζεται να γίνει αναίσθητος. Αν οι κανόνες, που έχει δεχτεί, του απαγορεύουν και να θυμώνει, δε θα μπορεί, ακόμη και με τον πιο κατάλληλο τρόπο να δώσει διέξοξο ούτε στα επιθετικά του συναισθήματα. Τότε αυτά τα καταπιεσμένα συναισθήματα πάνε στο βάθος, κάνουν μεγάλες ζημιές στο σώμα του και τελικά παθαίνει υπέρταση και καρδιακές προσβολές. Έχω εγώ η ίδια δει πόσο δραστικά άλλαξαν άντρες που κατέφεραν να έρθουν σ’ επαφή με τα τρυφερά τους συναισθήματα. Σχεδόν όλοι μου είπαν ότι φοβόντουσαν τη βιαιότητά τους. Αφού όμως έμαθαν να εκτιμούν την τρυφερότητά τους, η επιθετικότητά τους μετατράπηκε σε εποικοδομητική ενέργεια και όχι σε καταστροφική μανία. 

Κατά παρόμοιο τρόπο, όσες γυναίκες αισθάνονται ότι τους επιτρέπεται να δείχνουν μόνον τα τρυφερά συναισθήματά τους, νιώθουν ότι κινδυνεύουν συνέχεια να τσαλαπατηθούν. Παίρνουν λοιπόν άντρες για προστάτες κι αυτό το πληρώνουν μένοντας μέσα σ’ ένα συγκινησιακό ζουρλομανδύα. Για να διατηρήσουν κάποια αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας, καταντάνε ραδιούργες.

Όταν τα ανθρώπινα πλάσματα αποξενώνονται από τα τρυφερά συναισθήματά τους, γίνονται επικίνδυνα ρομπότ. Αν αποξενωθούν από τα σκληρά συναισθήματά τους, γίνονται παράσιτα ή θύματα. Στην οικογένεια μαθαίνονται όλα αυτά.

 

Virginia Satir, «Πλάθοντας Ανθρώπους» – απόσπασμα

Ο Δονζουανισμός

 

Albert-Camus-74_lg

Αν αρκούσε μόνο ν’αγαπάμε, τα πράγματα θα ήταν πιο απλά. Όσο περισσότερο αγαπάμε, τόσο περισσότερο το παράλογο εδραιώνεται. Αν ο Δον Ζουάν αλλάζει συνεχώς γυναίκες, δεν το κάνει από έλλειψη αγάπης. Είναι γελοίο να τον παρουσιάζουμε σαν έναν θεόπνευστο που αναζητά την απόλυτη αγάπη. Αντίθετα, επειδή τις αγαπάει όλες το ίδιο παράφορα και κάθε φορά με όλο του το είναι, επαναλαμβάνει αυτή τη προσφορά του εαυτού του κι αυτή την εμβάθυνση της αγάπης του. Κι έτσι, καθεμιά από αυτές ελπίζει να του προσφέρει εκείνο που καμιά δεν του προσέφερε ποτέ. Κάθε φορά σφάλλουν οικτρά και το μόνο που κατορθώνουν είναι να τον κάνουν να νιώσει την ανάγκη αυτής της επανάληψης. «Μα επιτέλους!» αναφωνεί μία απ´ όλες, «σου έδωσα την αγαπη». Δεν θ’απορήσουμε που ο Δον Ζουάν απαντάει γελώντας: «Επιτέλους; Όχι, αλλά μια ακόμα φορά». Γιατί θα ‘πρεπε κάποιος ν’αγαπάει σπάνια για ν’αγαπάει πολύ;

[…]

Είναι γι’αυτό εγωιστής; Με τον τρόπο του, χωρίς αμφιβολία. Μα κι εδώ ακόμα, πρέπει να συμφωνήσουμε. Υπάρχουν εκείνοι που φτιάχτηκαν για να ζουν και οι άλλοι που φτιάχτηκαν για ν’αγαπούν. Ο Δον Ζουάν, τουλάχιστον, θα το παραδεχόταν. Μα θα το έκανε εν συντομία, καθώς έχει τη δυνατότητα επιλογής. Γιατί η αγάπη, για την οποία μιλάμε εδώ, είναι στολισμένη με τις αυταπάτες του αιώνιου. Όλοι οι ειδικοί του πάθους της αγάπης μάς το λένε, δεν υπάρχει άλλη αιώνια αγάπη εκτός από την αγάπη μετ’εμποδίων. Δεν υπάρχει πάθος χωρίς αγώνα. Μια τέτοια αγάπη δεν τελειώνει παρά με την ύστατη αντίφαση που είναι ο θάνατος. Πρέπει να είσαι ο Βέρθερος ή τίποτα. Κι εδώ πάλι, υπάρχουν πολλοί τρόποι αυτοκτονίας, κι ένας απ’αυτούς είναι η πλήρης αυταπάρνηση και η λήθη του ίδιου του εαυτού σου. Ο Δον Ζουάν, όπως κι ο οποιοσδήποτε, ξέρει ότι αυτό μπορεί να είναι συγκινητικό. Αλλά είναι ένας από τους λίγους που γνωρίζουν ότι το πιο σημαντικό δεν είναι αυτό. Το γνωρίζει πολύ καλά: εκείνοι τους οποίους ένας μεγάλος έρωτας παρεκτρέπει από την προσωπική ζωή τους, πλουτίζουν ίσως, αλλά οπωσδήποτε φτωχαίνουν τους άλλους, αυτούς που διάλεξαν ν’ αγαπήσουν. Μία μάνα, μια παθιασμένη από αγάπη γυναίκα, είναι αναγκαστικά σκληρόκαρδες, γιατί η καρδιά τους έχει σπονακρυνθεί από τον κόσμο. Ένα μονάχα συναίσθημα, μία μονάχα ύπαρξη, ένα μονάχα πρόσωπο, έχει καταβροχθίσει το παν. Μία άλλη αγάπη συγκλονίζει τον Δον Ζουάν και είναι λυτρωτική. Κουβαλά μαζί της όλα τα πρόσωπα του κόσμου και κάνει την καρδιά να σκιρτά επειδή αναγνωρίζει ότι είναι φθαρτή. Ο Δον Ζουάν επέλεξε να είναι ένα τίποτα.

 

Albert Camus, «Ο μύθος του Σισύφου», Εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (απόσπασμα)

Taedium vitae

5.15A

Μήπως η θλίψη δεν είναι παρά μετριασμένη κατάθλιψη; Δεν υπάρχει κατάπτωση, πτώση μέσα στη θλίψη. Ζήτημα διάθεσης, κατάστασης: η στάθμη της διάθεσης είναι χαμηλή. Ούτε καλή ούτε κακή. Επιδίδομαι στις ασχολίες μου, κενός.

Νεκρός χρόνος. Όσοι μισούν τις Κυριακές, τις «γιορτές», τους άδειους δρόμους, τα κατεβασμένα ρολά των μαγαζιών, τον βαρύ ουρανό.

Η θλίψη σκοτώνει τη φαντασία.

Μάλλον συγχέω τη θλίψη με την πλήξη, αυτές τις δύο μορφές άρνησης. Όταν είμαι θλιμμένος, σημαίνει ότι μου αρνήθηκαν κάτι. Όταν βυθίζομαι στην πλήξη (αν και προτιμώ τη σκέψη ότι αυτή με πλήττει), εγώ είμαι εκείνος ο οποίος αρνείται οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι δώρο.

Taedium vitae, χειρότερο κι από την αηδία: δεν έχω όρεξη για τίποτε. Γεύομαι τη ζωή, απολαμβάνω: καθεμιά αίσθησή μας μπορεί να γίνει όργανο απόλαυσης. Παραδόξως, οι ζωγράφοι νεκρών φύσεων είναι εκείνοι που αποκαθιστούν για χάρη μας την εφήμερη γεύση των πραγμάτων. Κι ο Βουιγιάρ, τη γεύση όλων εκείνων που μας περιβάλλουν.

Υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από ένα θλιμμένο παιδί; Ποιος του έκοψε τη φόρα;

Ένα παιδί πλήττει: σημαίνει πως έπαψε να πιστεύει στη δύναμη της αυταπάτης. Ξάφνου σταματά το παιχνίδι. Όχι όμως για να πάει να μελετήσει τα μαθήματα που απαιτεί το σχολείο. Όχι, τίποτα δεν το ελκύει. Προοιωνίζεται τον αργόσχολο άνθρωπο.

Jean-Bertrand Pontalis, «Παράθυρα», Εκδ. ΕΣΤΙΑ (απόσπασμα)

Πίνακας: Edouard Vuillard, The salon of madame Aron

Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ

οσκαρ

 

-«Δεν υπάρχει καλή επιρροή, κύριε Gray. Κάθε επιρροή είναι ανήθικη, ανήθικη από επιστημονική άποψη».

-«Γιατί;»

-«Διότι να ασκείς επιρροή πάνω σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του δίνεις την ίδια σου την ψυχή. Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη. Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές. Γίνεται η ηχώ της μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε για αυτόν. Ο σκοπός της ζωής είναι η εξέλιξη του εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές της φύσης μας – γι’ αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη. Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, το χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τους πεινασμένους και ντύνουν τους ζητιάνους. Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές. Το θάρρος έχει εκλείψει απ’ την φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε. Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση της ηθικής, ο φόβος μπροστά στο Θεό, που είναι το μυστικό της θρησκείας- αυτά μας κυβερνούν. Αλλά…..»

…»πιστεύω ότι αν ένας άνθρωπος ζούσε τη ζωή του με πληρότητα, αν την εξαντλούσε ως την τελευταία της σταγόνα, αν έδινε μορφή σε κάθε του συναίσθημα κι έκφραση σε κάθε του σκέψη, αν υλοποιούσε κάθε του όνειρο- πιστεύω ότι ο κόσμος θα κέρδιζε μια τόσο καινούρια και ορμητική χαρά, που θα ξεχνούσε όλες τις αρρώστιες του μεσαιωνισμού και θα επιστρέφαμε στο ελληνικό ιδεώδες- ίσως και σε κάτι λεπτότερο, πλουσιότερο κι από το ελληνικό ιδεώδες. Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό. Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας. Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας. Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει. Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού. Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας. Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν. Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα. Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό. Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμου».

Oscar Wilde, «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ», Εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος (απόσπασμα)