Χαρά και εργασία

262

Αυτούς που κάνουν ό,τι κάνω εγώ τώρα τους λένε ωτακουστές. Κι είναι μομφή αυτό. Δικαίως. Από πού και ως πού θέλεις ν’ ακούσεις πράματα που ο άλλος δε θέλει να τα ακούσεις. Δεν το θέλησα. Ο καλός καιρός έφταιξε. Που έγινε αιτία να ανοίξω το παράθυρο. Κι η ανάγκη μου για λίγο καλό καιρό έφταιξε. Που μ’ έσπρωξε ν’ ακουμπήσω στο παράθυρο και ν’ ακούσω αυτά που μια γυναίκα έλεγε σε κάποιον, έχοντας αφήσει κι αυτή το δικό της παράθυρο ανοιχτό, ίσως κι από δική της ανάγκη για λίγο καλό καιρό.

Θα φύγω. Το πήρα απόφαση. Τι υπομονή να κάμω; Για ποιο λόγο; Τάχα και γιατί θ’ αλλάξεις εσύ τώρα μετά από τόσα χρόνια, γιατί θ’ αλλάξω κι εγώ; Πες μου, για ποιο λόγο. Σ’ το είπα από την αρχή: Ζύγισέ το. Με με βγάζεις από το δρόμο μου για να κάνεις πειράματα. Το ζύγισα, μου είχες πει. Ας ρωτήσουμε αν θες και έναν τρίτο. Μπορεί να ζήσει μια γυναίκα μ’ έναν άντρα που διαρκώς ρωτάει «γιατί;». Σου λέω: Γιάννη έχω ένα βάρος ασήκωτο, πνίγομαι. Και συ ρωτάς: Γιατί; Σου λέω: Γιάννη, δεν είναι ζωή αυτή, δεν είναι τρόπος αυτός που ζούμε, κάτι πρέπει ν’ αλλάξει. Και συ μου λες: Μα γιατί; Σου λέω: Γιάννη, πρόσεξε, όπως δε με ρώτησαν τα αισθήματά μου όταν άρχισαν, δε θα με ρωτήσουν και όταν τελειώσουν, όταν σβήσουν. Καταλαβαίνω ότι κάτι τελειώνει. Και συ με ρωτάς: Γιατί; Σε παρακάλεσα χιλιάδες φορές, σε ικέτεψα, χτες ακόμα: Γιάννη, αν δεν μπορείς να πεις τίποτ’ άλλο, τουλάχιστον μη λες αυτό το ανυπόφορο γιατί. Με χτυπάει στα νεύρα. Με φέρνει σε απόγνωση. Προτιμώ να με βρίσεις, να μη μου δώσεις απάντηση, ν’ ανοίξεις την πόρτα και να φύγεις, αλλά όχι αυτό. Και τότε εσύ μου είπες: Μα γιατί;

Δεν ξέρω γιατί, αλλά είμαι με το μέρος της. Καλά του τα λες, μονολογώ, καλά του τα λες, και είδες τον εκεί. Τσιμουδιά δε βγάζει.

Δεν αντέχω, συνεχίζει εκείνη, όλη μέρα κλεισμένη εδώ μέσα, δεν αντέχω. Εσύ νομίζεις ότι μπορεί να χορτάσει μια ζωή με το χρέος. Αμ’ δεν μπορεί. Έχει και χαρές ετούτη η ζωή. Θα φύγω. Τελείωσε. Χώνεψέ το. Εσύ είσαι μεταμορφωμένος ο θάνατος. Κι εγώ θέλω να ζήσω. Τ’ άκουσες;

Βγάζω το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο και βλέπω μέσα στο ξένο δωμάτιο.

Μόνη της μιλάει. Σιδερώνει και μιλάει.

[Κική Δημουλά, Εκτός Σχεδίου (εκδ. Ίκαρος) || Pablo Picasso, Woman Ironing (1904)]

Ο Άνθρωπος που Ετοίμαζε το Αυτοκίνητό του

Make-Things-Happen-Don-t-Wait

Ένιωθε την ανάγκη να είναι πάντα έτοιμος. ‘Εβλεπε τη ζωή σαν προετοιμασία, προγύμναση, προπόνηση. ‘Επρεπε πάντα να είναι σε φόρμα. Σωματικά και ψυχικά. Για κάτι σημαντικό που θα συνέβαινε, για μία περιπέτεια που θα απαιτούσε την μέγιστη απόδοση, για ένα μεγάλο πολύπλοκο ταξίδι στην άκρη των πάντων.

‘Οταν ήταν παιδί, διάβαζε και ξαναδιάβαζε Ιούλιο Βερν, επιστημονική φαντασία, εξερευνήσεις, περιπέτειες. Μετά έκλεινε το βιβλίο και ξαναζούσε την πλοκή, βάζοντας τον εαυτό του στη θέση του ήρωα. ‘Ηταν δεν ήταν έντεκα χρόνων, παραλίγο να παντρευτεί η αδερφή του έναν ομογενή, μεγαλοκτηματία στην Τανγκανίκα. Μήνες ολόκληρους πριν κοιμηθεί κάλπαζε μέσα σε απέραντες φυτείες κυνηγώντας λιοντάρια.

Μετά άρχισε να ονειρεύεται άλλες περιπέτειες, πιο ποιητικές. ‘Εγραφε και στίχους. Ερωτεύτηκε αλλά δεν αγάπησε. Για λίγο καιρό στο πανεπιστήμιο μπλέχτηκε με πολιτικά, μπήκε σε νεολαίες. Συζητούσε για οράματα μιας άλλης ζωής. Μετασχηματισμός ή επανάσταση; Κι αυτά του φαίνονταν πάλι ταξίδια. Στο μέλλον, με πολύ μεγαλύτερο ρίσκο.

‘Ωσπου μπήκε στη ζωή – από την πίσω πόρτα – κι άρχισε να κάνει αυτά που κάνουν όλοι. Δουλειά, σπίτι, παιδιά. Αλλά δεν έπαψε να ονειρεύεται. Και κάτι παραπάνω: Να ετοιμάζεται. Για τι πράγμα; Δεν ήξερε. ‘Ηταν σίγουρος πως κάτι σημαντικό θα συνέβαινε ξαφνικά – και θα έπρεπε να ξεκινήσει. Να φύγει, να αλλάξει τόπο και ζωή. Παίρνοντας μαζί μόνο το αυτοκίνητό του.

Αυτό ήταν ο συνένοχος και ο σύντροφός του στα όνειρα. Γιατί, βέβαια, μόνος του δεν θα έφτανε μακριά. Ενώ με την βοήθεια του τετράτροχου φίλου, θα ταξίδευε σίγουρα τις μεγάλες αποστάσεις. Γι αυτό συνεχώς ετοίμαζε το αυτοκίνητό του.

Πρώτα το είχε πάντοτε γεμάτο με βενζίνα, ξέχειλο. «Σκέψου» μονολογούσε «να ξεκινάς και να μην βρίσκεις πρατήριο». Μόλις λοιπόν κατέβαινε ο δείκτης στα τρία τέταρτα, πήγαινε και το γέμιζε ως επάνω. Τον ήξεραν και στο βενζινάδικο: «φουλάρισμα – ένα χιλιάρικο!» φώναζε ο μικρός.

‘Επειτα το συντηρούσε σχολαστικά. ‘Αλλαζε λάδια κάθε χίλια χιλιόμετρα. «Μπορεί να μη βρεις ΕΚΕΙ», σκεπτόταν, «και να πρέπει να κάνεις τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα με παλιό λάδι!» Που ήταν το ΕΚΕΙ, δεν ήξερε. ‘Επρεπε όμως να λάβει υπ’όψη του όλα τα ενδεχόμενα.

Είχε μαζί του τα πάντα: Λάμπες για κάθε χρήση, ιμάντες, μπουζί, καπάκι ντιστριμπιτέρ, φίλτρα λαδιού και βενζίνας και πολλά άλλα ανταλλακτικά. Γέμιζαν το μισό πορτ-μπαγκαζ – όμως του έδιναν σιγουριά. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σε βρεί η βλάβη. Και πού!»

Ακόμα και προμήθειες κουβάλαγε στο αυτοκίνητο – λίγες αλλά βασικές. «Μπορεί να πεινάσω στο δρόμο», σκεπτόταν και είχε αποθηκεύσει φρυγανιές, κράκερς, ένα παγουράκι νερό. Τα άλλαζε μάλιστα από καιρό σε καιρό, να μην μπαγιατεύουν.

Το βράδυ, πριν κοιμηθεί, έκλεινε τα μάτια, σκεπτόταν το αυτοκίνητο πανέτοιμο και εξοπλισμένο ως τα μπούνια – και ένιωθε όμορφα. «Μπορώ να ξεκινήσω ανά πάσα στιγμή!» σκεπτόταν. «Ετοιμος!» Είχε και άδεια διεθνή στο αμάξι και τρίπτυχο, που το ανανέωνε τακτικά. ‘Εδινε πίσω το παλιό – αχρησιμοποίητο – και έπαιρνε το καινούργιο.

Τελικά, βέβαια, πήγαινε μόνο σπίτι-γραφείο, γραφείο-σπίτι. Καμιά φορά, το βράδυ, στα περίχωρα για φαΐ. Σπάνια, πολύ σπάνια, εκδρομές. Παλιά, όταν ήταν πιο νέος κυκλοφορούσε περισσότερο με το αυτοκίνητο. Είχε κάνει και δύο ταξίδια στο εξωτερικό. Ιταλία. Τώρα, είχε δουλειά ως και τα Σαββατοκύριακα. Και μετά υποχρεώσεις, παιδιά, συγγενείς.

‘Οσο όμως λιγότερο ταξίδευε, τόσο περισσότερο φρόντιζε το αυτοκίνητό του. Το γυάλιζε, το καθάριζε, το πλούτιζε με χρήσιμα αξεσουάρ, το συντηρούσε, το ετοίμαζε. Κάθε τρεις μέρες μετρούσε τα λάδια, τις στάθμες των υγρών, τις πιέσεις των ελαστικών. «Δεν ξέρεις ποτέ ποια στιγμή θα χρειαστεί να ξεκινήσεις», συλλογιζόταν.

Να ξεκινήσει για πού; Αυτό δεν είχε σημασία. Φανταζόταν τον εαυτό του να τρέχει σε ανοιχτούς δρόμους, με βροχές, χιόνια, ανέμους δυνατούς – και να κυνηγάει κάποιον προορισμό που έμενε πάντα μακρινός. ‘Ισως να έψαχνε το Ιρκούτσκ του Μιχαήλ Στρογκώφ, ίσως ο δρόμος του ήταν η Παναμερικάνα – από τον Καναδά στην Παταγονία. Πήγαινε, έφευγε – μακριά από όλα, πιο κοντά σε τίποτα.

‘Οχι πως είχε και κανένα εξαιρετικό αυτοκίνητο. ‘Ηξερε από αμάξια, ήταν πάντα ενήμερος, αλλά, δυστυχώς, τα χρήματα δεν επαρκούσαν για καθαρόαιμο. Πάντως, όταν το αγόρασε, το είχε διαλέξει με προσοχή. Ενώ η γυναίκα του σκεπτόταν τις οικογενειακές ανάγκες, αυτός μετρούσε τις δυνατότητες για μεγάλα ταξίδια, την αντοχή σε ανώμαλους δρόμους, τις απαιτήσεις εξωτικών συνθηκών.

Αυτό ήταν το τρίτο του αμάξι. Τα προηγούμενα – που κι αυτά τα κρατούσε πάντα έτοιμα για μεγάλες αποδράσεις – δεν είχαν αξιωθεί να τις ζήσουν. ‘Οταν γέρασαν, τα πούλησε – κυρίως διότι δεν θα επαρκούσαν πια στις ανάγκες του Ταξιδιού. Κι ένιωσε άσχημα, όταν τα αποχαιρετούσε, επειδή δεν εκπλήρωσε αυτό που κάθε μέρα τους υποσχόταν.

Το σημερινό του αυτοκίνητο ήταν ιαπωνικό («πιο φθηνά και πιο γερά», έλεγε) εννέα ίππων και έξι ετών. Σκεπτόταν συχνά να το αλλάξει – αλλά με τις τιμές όπως είχαν απογειωθεί… Πάντως τον έτρωγε η ανησυχία, μήπως είχε γεράσει – μήπως το μοτέρ και η ανάρτηση δεν τα έβγαζαν πέρα, όταν θα έφτανε η στιγμή.

«Κι αν δεν έρθει η στιγμή;» ρωτούσε καμιά φορά τον εαυτό του. Αλλά αμέσως είχε υποκατάστατο όνειρο. Σ’αυτό, δεν έπαιρνε εντολή να φύγει. Ξεκινούσε από μόνος του. Κάποια στιγμή η ανάγκη ξεχείλιζε και – ξαφνικά, στην μέση μιας δουλειάς, στην μέση μιας ζωής – έφευγε. ‘Επαιρνε δρόμο, διέσχιζε όλη την Ευρώπη (ανάμεσα σε δάση, ποτάμια, πύργους και πόλεις) κι έφτανε μετά στα όρια, εκεί που είναι μοναξιά, ομίχλη, έρημος και ορίζοντας. Αυτά, πάντα, πριν κοιμηθεί.

Την άλλη μέρα σπίτι-γραφείο, σπίτι-γραφείο. Καμία αλλαγή στην διαδρομή, εκτός από το ότι κάποτε έβρεχε – κι άλλοτε είχε λιακάδα. ‘Αλλοτε διάλεγε κλασική μουσική κι άλλοτε ροκ. Τίποτε άλλο.

Βλάβες, χτυπήματα, τον γέμιζαν άγχος. ‘Οσο το αυτοκίνητο διανυκτέρευε στο συνεργείο – αυτός δεν έκλεινε μάτι. «Κι αν χρειαστεί τώρα να φύγω;» ‘Οταν ξαναγύριζε σπίτι, το όνειρο συνεχιζόταν: «Το παίρνω και φεύγω, περνάω χώρες, βουνά, κάμπους…»

‘Ένιωθε έτοιμος. Αυτό ήταν το σημαντικό. Δεν ζούσε, αλλά περίμενε. Η αναμονή είχε αντικαταστήσει τη ζωή. Πάντοτε μέσα του αυτή η ένταση της ετοιμότητας, σαν την χορδή του τόξου. Πάντοτε μέσα του η άλλη πραγματικότητα – σαν υπόσχεση. Και το αυτοκίνητό του, προέκταση και σύντροφος, έτοιμο, ρυθμισμένο, ανυπόμονο.

Το ξεκίνημα το οραματιζόταν νύχτα. ‘Εβλεπε τα ρείθρα του έρημου δρόμου να διαγράφονται άσπρα, υπερφωτισμένα, κάτω από τα μεγάλα φώτα ιωδίου. Στο βάθος, τα μάτια κάποιου ζώου να γυαλίζουν φευγαλέα στη δημοσιά. Ψύχραιμο, συστηματικό, γρήγορο οδήγημα – μπροστά του χιλιάδες χιλιόμετρα… Στροφές, ευθείες, άλλες στροφές. Η διαδοχή τους τον νανούριζε και τον κοίμιζε.

‘Οσα χρόνια κι αν περνούσαν, το όνειρο ίσχυε πάντα. Η ετοιμότητα πλήρης, η αναμονή έντονη. ‘Ισως εντονότερη με την πάροδο της ηλικίας. Τώρα το Ταξίδι έπαιρνε μυθικές διαστάσεις σαν τα παραμυθένια των γεωγράφων της αρχαιότητας, των χρονογράφων του Μεσαίωνα. Η Ατλαντίδα, οι Υπερβόρειοι, οι Κυνοκέφαλοι, τα νησιά των Μακάρων…

‘Οταν, εντελώς ξαφνικά, έφυγε για την οριστική διαδρομή – (ελπίζω κι αυτή να είχε ωραίες στροφές κι ευθείες) βρήκανε το γέρικο αυτοκίνητο φορτωμένο ως επάνω εργαλεία, ανταλλακτικά, τρόφιμα.. «Τι τα κουβάλαγε όλα αυτά ο μακαρίτης;» αναρωτήθηκαν.

Το αμάξι πουλήθηκε σε ένα συνταξιούχο. Ούτε αυτό έκανε το Ταξίδι.

Νίκος Δήμου

[ Ευχαριστώ: http://www.ndimou.gr/el/keimena/anthologia/peza/anthropos/ ]

Αποφάσεις για τη νέα χρονιά – πώς (δεν) τις τηρούμε;

Image

Τελευταίες ημέρες του χρόνου και, εν αναμονή του καινούργιου πολλοί από εμάς παίρνουμε αποφάσεις για την νέα χρονιά. Συνήθως, πρόκειται για στόχους που έχουν να κάνουν με τα οικονομικά μας («θα κάνω περισσότερη οικονομία»), με την φυσική μας κατάσταση («θα ξεκινήσω γυμναστήριο») ή με κακές συνήθειες («θα κόψω το κάπνισμα») και τον τρόπο ζωής μας («θα ξεκουράζομαι περισσότερο»). Μολονότι πρόκειται για κάτι αρκετά συνηθισμένο και μάλλον εθιμοτυπικό, σπανίως κάνουμε μία παύση για να σκεφτούμε για ποιον λόγο θέτουμε τώρα αυτούς τους στόχους ή ποιες είναι οι πραγματικές πιθανότητες να φανούμε συνεπείς σε αυτές τις αποφάσεις μας.

Γιατί θέτουμε Στόχους για τη Νέα Χρονιά;

Η 1η Ιανουαρίου φαντάζει ιδανική για αυτή τη διαδικασία στοχοθέτησης, για διάφορους λόγους. Κατ’ αρχάς σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου και την έναρξη ενός καινούργιου. Είναι ένα χρονικό ορόσημο, που διαιρεί τον χρόνο σε «πριν» και «μετά» και λειτουργεί ως αφετηρία για μία νέα πορεία. Ακόμα και συμβολικά αν το εξετάσουμε, ο Ιανός (από τον οποίο πήρε το όνομά του ο μήνας Ιανουάριος) ήταν ο διπρόσωπος θεός των Ρωμαίων, που κοίταζε ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο μέλλον. Πολιτισμικά και κοινωνικά, λοιπόν, πρόκειται για μία περίοδο ανανέωσης και μετάβασης, όπου κάτι τελειώνει οριστικά και αρχίζει κάτι καινούργιο – και μαζί με αυτό, γιατί όχι και μία καινούργια, διαφορετική ή βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας;

Αξίζει να σημειωθεί πως οι περισσότερες από τις αποφάσεις που λαμβάνουμε για την νέα χρονιά, έχουν σχέση με τον αυτοέλεγχο, με μία διαμάχη που συμβαίνει μέσα μας πάνω σε διάφορα ζητήματα. Διαφορετικές πτυχές του εαυτού μας επιθυμούν διαφορετικά πράγματα. Υπάρχει η πλευρά του εαυτού μας που επιθυμεί να έχει ένα ωραίο ή καλλίγραμμο σώμα και υπάρχει κι εκείνη η πλευρά που θέλει να απολαμβάνει όλες τις πιθανές λιχουδιές, ανά πάσα στιγμή και ώρα. Υπάρχει η πλευρά του εαυτού μας που αρέσκεται να ξοδεύει χρήματα κι εκείνη η πλευρά που ξέρει ότι πρέπει να κάνει οικονομία. Αυτό που συμβαίνει με τους στόχους και τις υποσχέσεις για «τη νέα χρονιά» είναι ότι έχουν μία μακροπρόθεσμη προοπτική (κάτι που θα γίνει στο μέλλον), οραματίζονται μία βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας (άρα μας προσφέρουν άμεση ικανοποίηση την στιγμή που τις σκεφτόμαστε) και ταυτόχρονα επιβάλλονται στην αυθόρμητη πλευρά του εαυτού μας που θέλει να ξοδέψει, να φάει γλυκά ή να μείνει στο σπίτι αντί να πάει στο γυμναστήριο. Υπό μία έννοια, ενόψει της νέας χρονιάς, νιώθουμε πως ο «καλός» εαυτός μας νικάει τον «κακό».

Γιατί όχι τώρα;

Γιατί όμως περιμένουμε την νέα χρονιά για να ξεκινήσουμε την προσπάθεια υλοποίησης των στόχων μας, αφού κάλλιστα θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από σήμερα κιόλας; Μία πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνεται πολύ εύστοχα από τον καθηγητή ψυχολογίας στο Carleton University, Dr. Pychyl: «οι αποφάσεις και οι στόχοι για την νέα χρονιά είναι ουσιαστικά μία πολιτισμικά καθορισμένη μορφή αναβλητικότητας». Με άλλα λόγια, μας αρέσει να βάζουμε στόχους για τη νέα χρονιά διότι αυτό δικαιολογεί την καθυστέρησή μας στην υλοποίησή τους. Νιώθουμε καλά, γιατί έχουμε έναν στόχο για το μέλλον – πράγμα που είναι καλό – αλλά ταυτόχρονα, νιώθουμε επίσης ωραία διότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα απολύτως αυτή τη στιγμή. Το «από τη νέα χρονιά» είναι μακρινό και, μέχρι τότε, μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι κάναμε μέχρι τώρα. Είναι μία μορφή αυτό-εξαπάτησης, ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού στον εαυτό μας θα έλεγε κανείς, όπου απολαμβάνουμε την χρονική απόσταση μεταξύ πρόθεσης και πράξης.

Δηλαδή θα αποτύχω;

Κανείς δεν λέει ότι θα αποτύχουμε στους στόχους που θέτουμε για τη νέα χρονιά. Περισσότερο, θα λέγαμε πως οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται α) από τους λόγους για τους οποίους περιμένουμε την αλλαγή του χρόνου για να κάνουμε τις αλλαγές που επιθυμούμε, και β) από τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύουμε να κινηθούμε προκειμένου να τις επιτύχουμε. Το πρώτο έχει να κάνει με την ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας και με τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν στο να ξεκινήσουμε τώρα μία αλλαγή.  Το δεύτερο, ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να επιτύχουμε τους στόχους μας, αφορά κάποιες εσφαλμένες κινήσεις, που συνήθως κάνουμε.

Πώς θα καταφέρω να επιτύχω τους στόχους μου;

Καλό είναι να αποφεύγουμε τους γενικούς και ασαφείς στόχους (π.χ. «θα ξεκινήσω γυμναστήριο») και παράλληλα να σκεφτόμαστε τα εμπόδια που θα έχουμε σε καθημερινή βάση. Στο ίδιο παράδειγμα, είναι προτιμότερο να πούμε ότι θα ξεκινήσουμε γυμναστήριο 3 φορές την εβδομάδα, να σκεφτούμε ποια ώρα της ημέρας θα ήταν καλύτερη για το πρόγραμμά μας, τι θα μπορούσε να μας εμποδίσει να πάμε και πώς θα αποφύγουμε αυτό το εμπόδιο. Εδώ υπεισέρχεται και ο παράγοντας του ρεαλισμού: Αν, για παράδειγμα, αποφασίσουμε ότι θα πηγαίνουμε στο γυμναστήριο μετά τη δουλειά μας, θα πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι ρεαλιστικό. Διότι, αν τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας αργούμε να τελειώσουμε στη δουλειά ή αν επιστρέφοντας στο σπίτι μάς περιμένει μία σειρά άλλων υποχρεώσεων, τότε ο στόχος του γυμναστηρίου μετά τη δουλειά είναι εξ’ αρχής καταδικασμένος.

Σκόπιμο είναι να αποφύγουμε να βάλουμε πολλούς στόχους ταυτόχρονα, όπως να ξεκινήσουμε γυμναστήριο, να αρχίσουμε να τρώμε πιο υγιεινά και να χάσουμε κάποια κιλά. Σε καθημερινό επίπεδο, κάτι τέτοιο προϋποθέτει να βρούμε χρόνο και διάθεση για το γυμναστήριο, χρόνο για να μαγειρεύουμε στο σπίτι, χρόνο για να ψωνίζουμε φρέσκα φρούτα και λαχανικά ώστε να τα έχουμε πάντα διαθέσιμα στο σπίτι μας, κλπ. Αν δεν καταφέρουμε κάτι από αυτά απογοητευόμαστε, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να τα παρατήσουμε εύκολα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από έναν στόχο και σταδιακά, μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλες, συναφείς με αυτόν, αλλαγές.

Παρ’ ότι συχνά επιθυμούμε κάποια αλλαγή για τον εαυτό μας, πολλές φορές βαθιά μέσα μας δεν θέλουμε να αλλάξουμε – κι αυτό για διάφορους λόγους. Αν επιθυμούμε την αλλαγή επειδή «πρέπει» ή επειδή «θα ήταν καλό να…», ενδεχομένως να μην έχουμε πειστεί απολύτως να δεσμευτούμε στην προσπάθεια επίτευξής της. Αν για παράδειγμα σκεφτόμαστε ότι «πρέπει να κόψω το κάπνισμα» και θέσουμε αυτό ως στόχο για την νέα χρονιά, η πορεία μας προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι καταδικασμένη, αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να πούμε οριστικά «τέλος». Η εσωτερική μας κινητοποίηση θα καμφθεί εύκολα αν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε αποφασισμένοι για μία τέτοια κίνηση. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου πως η διακοπή κάποιων «κακών συνηθειών», όπως το κάπνισμα ή το αλκοόλ, ούτε εύκολη διαδικασία είναι, ούτε μας προσφέρει άμεση ικανοποίηση και απόλαυση. Αν μη τι άλλο λοιπόν, θα πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι ότι θέλουμε να κάνουμε αυτή την αλλαγή στη ζωή μας και να εμμείνουμε στην προσπάθεια, έχοντας κατά νου τα μελλοντικά οφέλη που θα αποκομίσουμε από αυτή.

Προσοχή στην τελειομανία μας: μία αστοχία, ένα ολίσθημα, μία παρορμητική συμπεριφορά που είναι αντίθετη προς τον στόχο μας, και αμέσως σπεύδουμε να φορτώσουμε τον εαυτό μας με ενοχές και τύψεις για το μεγάλο «λάθος» που κάναμε. Η καλύτερη σκέψη σε αυτές τις περιπτώσεις είναι «ε, και;»: «Δεν κατάφερα να πάω γυμναστήριο αυτή την εβδομάδα, γιατί είχα πολλή δουλειά- ε, και;» «Έφαγα γλυκό – ε, και;». Τα ολισθήματα δεν σημαίνουν τίποτα για τον τελικό μας στόχο, ούτε για την αποφασιστικότητά μας ή την αυτοεκτίμησή μας. Σε τελική ανάλυση, ας μην παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο στα σοβαρά – μπορούμε να γελάσουμε με το ολίσθημα, να το χαρούμε και την επόμενη ημέρα να επιστρέψουμε ξανά στο πλάνο μας.

Τέλος, καλό θα είναι να μιλήσουμε με κάποιους δικούς μας ανθρώπους και να τους ζητήσουμε είτε την πρακτική τους βοήθεια σε θέματα καθημερινότητας, είτε την ψυχολογική τους υποστήριξη και ενθάρρυνση. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας πολλές φορές δεν είναι καλός σύμβουλος. Δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε όλα μόνοι μας και για αυτό είναι σκόπιμο να έχουμε ανθρώπους γύρω μας που θα μας στηρίξουν στην προσπάθειά μας.

Εν κατακλείδι

Είναι θετικό και απαραίτητο να βάζουμε στόχους για την πορεία της ζωής μας και να προσπαθούμε να τους επιτύχουμε. Αυτό άλλωστε συνεπάγεται προσωπική ανάπτυξη και βελτίωση. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι απαραίτητο να περιμένουμε την νέα χρονιά ή τον επόμενο μήνα, ή την καινούργια εβδομάδα για να ξεκινήσουμε μία πορεία δράσης. Μπορούμε κάλλιστα να ξεκινήσουμε άμεσα. Σε κάθε περίπτωση, καλό θα είναι να έχουμε στόχους ρεαλιστικούς, προσιτούς και ικανούς να μας πάνε ένα βήμα πιο πέρα: να βελτιώνουν κάτι ουσιαστικό στη ζωή μας, είτε αυτό αφορά τις σχέσεις μας με τους άλλους, είτε την υγεία μας, είτε το επάγγελμα και τις σπουδές μας. Τέλος, θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως η πορεία προς μία αλλαγή δεν είναι ποτέ εύκολη. Απογοητεύσεις και πισωγυρίσματα υπάρχουν πάντα, σε οτιδήποτε ξεκινάμε στη ζωή μας – το μυστικό είναι να δούμε αυτά τα εμπόδια ως τρόπους ενίσχυσης της κινητοποίησής μας και του πείσματός μας να καταφέρουμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος