Υπάρχουν μοίρες που τις προκαλεί κανείς και που προσαρμόζονται σε αυτόν

Intelligence is the ability to adapt to change

Τα ευέλικτα άτομα έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται στον μέσο όρο κι έπειτα να μεταστρέφουν τις συνθήκες υπέρ τους για να επιτύχουν τους στόχους τους, όπως ο παλαιστής του τζούντο που κατευθύνει τη δύναμη του αντιπάλου του προς ίδιον όφελος.

Θα φέρουμε ένα παράδειγμα που απαντάται σε διάφορα λαϊκά παραμύθια: τον αγώνα ανάμεσα στο νερό, τον βράχο και το σπαθί.

Ο βράχος και το σπαθί πίστευαν ότι μπορούσαν να νικήσουν το νερό, επειδή το σπαθί θα το τραυμάτιζε, θα το χώριζε στα δύο, όπως χωρίζει οποιοδήποτε πράγμα, ενώ ο βράχος ήξερε ότι θα έπεφτε πάνω στο νερό και θα το κατέστρεφε. Ωστόσο, ούτε ο βράχος μπορεί να πληγώσει το νερό, απλώς το κάνει να παρεκκλίνει της πορείας του, ούτε το σπαθί, όσο και να βυθίσει τη λεπίδα του μές στο νερό, δεν το χωρίζει στα δύο. Το νερό προσαρμόζεται, τυλίγει το σπαθί, δεν παύει να ρέει και μπορεί, αντίθετα, να διαβρώσει αυτό τον βράχο και να κάνει το σπαθί να σκουριάσει και να μην κόβει.

Η υπομονή, η ηρεμία και η δυνατότητα προσαρμογής είναι ισχυρότερα όπλα. Το μαλακό – το νερό – αγκαλιάζει, ενώ το σκληρό – ο βράχος – αποδιώχνει. Μπορεί μία αιχμηρή πέτρα να είναι απειλητική, αλλά όταν το νερό εισχωρήσει στις σχισμές της και παγώσει, θα την κάνει κομμάτια. Η πέτρα θα σπάσει.

Ο δρόμος μας μπορεί να μας οδηγήσει σε πολλά μέρη, αλλά για να μάθουμε για αυτά, χρειάζεται να είμαστε σαν το νερό, να προσαρμοζόμαστε στην κοίτη των γεγονότων. Δεδομένου ότι ο κόσμος ποτέ δεν θα προσαρμοστεί σ’ εμάς, οφείλουμε να είμαστε ευέλικτοι σαν το μπαμπού, που λυγίζει με τον άνεμο αλλά δεν σπάει.

Κάθε φορά που ένα ποτάμι περνάει από έναν τόπο, μαζεύει στην κοίτη του ό,τι έχει ζήσει σε αυτό τον τόπο, όλα όσα έχουν συμβεί. Αυτά το πλουτίζουν. Με τον ίδιο τρόπο, ό,τι συναντάμε στον δρόμο μας μας τρέφει και μας προσφέρει σοφία, πάντα και εφόσον δεν θέλουμε να το καταστρέψουμε, να το καθυποτάξουμε ή να το περιφρονήσουμε.

Σε πολλές σχέσεις, ένα από τα μέλη του ζευγαριού ή και τα δύο προσπαθούν να αλλάξουν τον άλλον, να τον σμιλέψουν, ώστε να γίνει όπως θα τους άρεσε πραγματικά να είναι. Προσπαθούν να εξαναγκάσουν τον άλλον να είναι κάτι που δεν είναι. Το μυστικό των ευτυχισμένων ζευγαριών, όπως και κάθε είδους διαπροσωπικής σχέσης, είναι το να αθροίζουν ελευθερίες.

Το πεπρωμένο μας το φτιάχνουμε με τη φαντασία μας και με τις πρωτοβουλίες μας, αλλά κάθε πράξη μας χρειάζεται να είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των μεταβλητών συνθηκών.

Πρέπει να παρατηρούμε και να αντιλαμβανόμαστε πρώτα και μετά να πράττουμε.

Προσαρμογή από το βιβλίο του Allan Percy, Έρμαν Έσσε – 66 Μαθήματα Καθημερινής Σοφίας (εκδ. Πατάκη)

Τα ίδια και τα ίδια… (Η μοναξιά πάλι)

βαμβουνάκη

Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες ανθρώπων. Κατά κάποια έννοια το λέμε αυτό, δεν υπάγεται βέβαια όλη η ανθρωπότητα σε αυτές μόνο τις τέσσερις κατηγορίες…Εκείνοι που δεν αντέχουν τη μοναξιά. Εκείνοι που νιώθουν ότι αντέχουν τη μοναξιά άμα χρειαστεί να το υποστούν. Εκείνοι που αισθάνονται ότι αγαπούν τη μοναξιά. Και κάποιοι που πιστεύουν πως, εντέλει, μοναξιά δεν υπάρχει, μια και παντού βρίσκεται ο Θεός […]

Η πρώτη κατηγορία φαίνεται να είναι η πιο αδύνατη. Οι άνθρωποι που φοβούνται τη μοναξιά κάνουν τις πιο απερίσκεπτες, τις πιο σπασμωδικές και, ως εκ τούτου, τις πιο επικίνδυνες επιλογές. Διότι αν δεν μπορείς να μένεις, στην ανάγκη έστω, μόνος, αν φοβάσαι τον κενό από άλλα πρόσωπα χώρο και χρόνο σου, τότε εξαναγκάζεσαι να υποχωρείς όλο και σε μεγαλύτερους συμβιβασμούς, να χάνεις το έδαφος κάτω από τον ασταθή βηματισμό σου. Συμβιβασμούς στις φιλίες, στον έρωτα, στο επάγγελμα, στον γάμο, με τα παιδιά σου, με τους γονείς σου (λάθος μου που το αναφέρω τόσο πίσω, αφού η γονεϊκή σχέση δεν είναι μόνο συνέπεια αλλά κατά κανόνα αιτία της αδυναμίας σου), με τους γείτονες, με τους άλλους οδηγούς στον δρόμο, με κάθε πλάσμα που διασταυρώνεσαι. Θίγεται τότε και αλλοιώνεται η αληθινή σου οντότητα που δεν αντέχει να συναισθανθεί ποια όντως είναι. Δεν έχει καιρό, αφού η μόνη της έγνοια παραμένει – όλο και πιο επιτακτική – μία: να κυνηγώ κάποιους και να είμαι κοντά τους, μήπως ξεμείνω φοβισμένος μέσα στην ανυπόφορη μοναξιά.

Όμως, η βαρύτερη αιτία ανθρώπινης δυστυχίας δεν είναι ο πόνος, η ματαίωση, η ερήμωση, η αρρώστια, η φτώχεια και όσα δεινά φέρνει σε όλους η ζωή. Η μεγαλύτερη αιτία δυστυχίας μας είναι ο συμβιβασμός, οι συμβιβασμοί που κάνουμε. Διότι τα πιο μεγάλα χαρίσματα που δόθηκαν στην ύπαρξη για να ζήσει με πληρότητα είναι δύο: η αγάπη και η ελευθερία. Πρώτα η ελευθερία και ύστερα η αγάπη, αφού μόνο στον βαθμό που είσαι ελεύθερος μπορείς να αγαπάς. Είναι μεγάλος μετρητής ευτυχίας το ερώτημα: Πόσο ελεύθερος είμαι; Πόσο αγαπώ; Υπάρχουν άραγε πολλοί που αντέχουν να απαντήσουν έντιμα; Με μια σχετική ακρίβεια έστω;

Όλο το λέμε και το ξαναλέμε ότι φόβος μοναξιάς είναι φόβος του εαυτού. Κατά βάθος τρομάζουμε να συνομιλήσουμε με την ψυχή μας, όσο μάλιστα περνούν τα χρόνια και πληθαίνουν οι συμβιβασμοί, οι απωθήσεις, οι δειλίες, οι λαθεμένες και αναίτιες στην ουσία υποχωρήσεις, μαζεύεται εντός μας μία υπόγεια αποθήκη που δύσκολα πια καθαρίζεται. Δύσκολα μπαίνεις εκεί, στο μισοσκόταδο, να ψάξεις, να ψαύσεις και να βάλεις κάποια τάξη. Εκεί είναι σκεπασμένοι οι καθρέφτες με τα λευκά σεντόνια του πένθους, που ρίχνουν πάνω στο ασήμι οι τεθλιμμένοι στο σπίτι ενός νεκρού, μια και πένθος θυμίζει ένας χαμένος εαυτός.

Όσο κι αν θέλει να αγαπήσει ένας χαρακτήρας που τρομάζει υπερβολικά με τη μοναξιά, η εξάρτηση και η ανάγκη είναι τόσο μεγάλες που η γνήσια αγάπη περνάει σε δεύτερο πλάνο. Η αγάπη όμως είναι μονάχα του πρώτου πλάνου – πίσω από κάτι άλλο, πληγωμένη εξαφανίζεται. Η αγάπη, και η πιο ταπεινή, είναι το πιο περήφανο από τα αισθήματά μας. Από την άλλη, ένας χαρακτήρας αναγκεμένος, ένας χαρακτήρας εξαρτημένος, πνίγει και ενοχλεί εκείνον με τον οποίο θέλει να σχετίζεται. Ένας τέτοιος τύπος μπορεί να βολεύει τον άλλο με τις εξυπηρετήσεις ή τις κολακείες που πρόθυμα χαρίζει, όμως δεν του εμπνέει εκτίμηση. Είναι μεγάλης αξίας να μπορείς να λες – και να το εννοείς -: «Είμαι μαζί σου εφόσον συμπλέουμε όμορφα, αλλιώς φεύγω! Δεν είναι ότι παύω να σε αγαπώ, να σε βοηθάω, αλλά μπορώ να σε αγαπώ και από μακριά! Μπορώ να σε νοιάζομαι και από μακριά, αλλά δεν θέλω να σε συναναστρέφομαι! Το κοντά-κοντά μού χαλάει τον χαρακτήρα μου, το κοντά μάς λερώνει την αθωότητά μας». Υπάρχουν μάλιστα κάποια πρόσωπα δικά μας που μόνο από απόσταση μπορεί να τους αγαπά και να τους κατανοεί κανείς. Κοντά τους και για διάφορους λόγους είναι λες και η φύση ταράσσεται, ξεπερνάει τις ανθρώπινες συνήθεις αντοχές το να παλεύεις με στοιχεία του χαρακτήρα τους […]

Δίχως όρια στις ανταλλαγές μας δεν είμαστε αξιαγάπητοι, είμαστε μπελάς και ρεζιλίκι. Το πολύ πολύ, και το έσχατο, προσφερόμαστε ως ένα αντικείμενο χρήσης. Κάθε είδους χρήσης και ανάλογα με την περίσταση. Καταντούμε «άνθρωπος-πουρές» που έλεγε ο μπαμπάς μου, παίρνουμε το σχήμα τού όπου μας βάζουνε. Άσχημος δεν είναι ο δίχως δικό του προσωπικό σχήμα;

Ακόμη και οι γονείς, που όλο υποχωρούν και κάνουν στα παιδιά τους ό,τι ζητήσουν και ό,τι είναι γνήσιο και αληθινά καλό, με τα χρόνια καταντούν αντικείμενα των παιδιών τους. Τα παιδιά μπορεί να τους χρησιμοποιούν – έτσι τα έμαθαν -, όμως παράλληλα τους θυμώνουν, τα απογοητεύουν, τα εκνευρίζουν διότι από νωρίς καταλαβαίνουν ότι έχουν γονείς χωρίς χαρακτήρα, χωρίς προσωπικότητα. Πού να στηριχθούν κι αυτά, τι να τα οδηγήσει όσο μεγαλώνουν; Τέτοιοι «τρυφεροί» γονείς τα μπουκώνουν με δωρεές και ευκολίες, όμως δεν τα εμπνέουν να τους σέβονται, να τους υπολογίζουν, να θέλουν να τους μιμηθούν. Δεν υπάρχει μέτρο, σταθμά και αλφάδι σε τέτοιες ανακατωμένες οικογένειες, τα παιδιά θα εξελιχθούν ασύμμετρα, δυσαρμονικά, δυσλειτουργικά, και σίγουρα εξαρτημένα από πρόσωπα και πράγματα, έξω από το ταραγμένο οικογενειακό σπίτι.

Χρειάζονται αγώνες για να χτίζεις αυθεντικές σχέσεις. Γιατί είναι μεγάλος αγώνας το να ρισκάρεις, αν χρειαστεί, απώλειες. Όμως το ρίσκο είναι προϋπόθεση της ειλικρίνειας, βασική προϋπόθεση ελευθερίας. Προϋπόθεση γνήσιας σχέσης τελικά. Ο Χριστός λέει αιωνίως εκείνο το δυσνόητο για τον μαλθακό τρόπο που θέλουμε να ζούμε: «Για να κερδίσεις την ψυχή σου πρέπει να την χάσεις«.

Όποιος δεν αντέχει τον χαμό είναι μονίμως χαμένος.

Μάρω Βαμβουνάκη, Σιωπάς για να ακούγεσαι (εκδ. Ψυχογιός) – απόσπασμα

Η πολιτική διάσταση της ψυχανάλυσης

ΚΚ

«Η ψυχανάλυση και η πολιτική, ουσιαστικά, έχουν το ίδιο αντικείμενο: την αυτονομία των ανθρώπινων όντων. Εάν αναγνωρίσουμε τον θεμελιωδώς κοινωνικό χαρακτήρα των ανθρώπων, τότε, βλέπουμε ότι η αυτονομία (και η ελευθερία) είναι υποχρεωτικά ατομική και συλλογική.

Δεν μπορώ να ζήσω εντελώς μόνος- και μόνος δεν θα μπορούσα ποτέ να είχα γίνει ανθρώπινο όν. Δεν μπορώ, επιπλέον, να εξαφανίσω τους άλλους. Συνεπώς, το ερώτημα τίθεται ως εξής: πώς μπορώ να είμαι ελεύθερος, εάν είμαι υποχρεωμένος να ζω σε μία κοινωνία στην οποία ο νόμος καθορίζεται από κάποιον άλλον; Η μόνη αποδεκτή απάντηση συνίσταται στο να πω: έχω την ουσιαστική δυνατότητα να συμμετέχω ισότιμα με οποιονδήποτε άλλον στη διαμόρφωση και στην εφαρμογή του νόμου. Και αυτό είναι το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας.

Πώς μπορώ όμως να είμαι ελεύθερος εάν με κυβερνά το ασυνείδητό μου; Αφού δεν γίνεται ούτε να το εξαφανίσω ούτε να το απομονώσω, η μόνη απάντηση είναι: μπορώ να είμαι ελεύθερος εάν διαμορφώσω μία άλλου τύπου σχέση με το ασυνείδητό μου∙ μία σχέση χάρη στην οποία θα είμαι σε θέση να ξέρω, στο μέτρο του δυνατού, τι μου συμβαίνει∙ μία σχέση που θα μου επιτρέπει να ελέγχω, στο μέτρο του δυνατού, ό,τι από το ασυνείδητό μου περνάει στην καθημερινή εξωτερική μου δραστηριότητα. Και αυτό ακριβώς είναι που ονομάζω εδραίωση μιας στοχαστικής και αποφασίζουσας υποκειμενικότητας.

Είναι εύκολο να δείξουμε ότι μια αυτόνομη κοινωνία είναι εφικτή μόνο εφόσον αποτελείται από αυτόνομα άτομα. Είναι εύκολο να δείξουμε, επίσης, ότι αυτόνομα άτομα μπορούν να υπάρξουν μόνο μέσα σε μία αυτόνομη κοινωνία. Κι αυτό, διότι μόνο με την ουσιαστική άσκηση της αυτονομίας αναπτύσσεται η αυτονομία∙ εξάλλου, μία εκπαίδευση προσανατολισμένη προς την αυτονομία των ατόμων μπορεί να υπάρξει μόνο σ’ αυτό τον τύπο κοινωνίας.

Είναι σαφές ότι την αυτονομία δεν μπορούμε ούτε να την επιβάλουμε ούτε να τη «διδάξουμε». Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε ως ψυχαναλυτές είναι να βοηθήσουμε τον ψυχαναλυόμενο να προχωρήσει προς την αυτονομία, πράγμα που προυποθέτει ταυτόχρονα μία ορισμένη γνώση και μία ορισμένη δραστηριότητα.

Η επίτευξη της μεταφοράς αυτής της γνώσης είναι ο σκοπός της ψυχαναλυτικής ερμηνείας, η οποία θα επιτρέψει ακριβώς στον ψυχαναλυόμενο να προσεγγίσει τα κρυφά και απωθημένα κίνητρα και ορμές του. Όμως πρέπει να οδηγήσουμε τον ψυχαναλυόμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει σταδιακά ο ίδιος ικανός να αναπαράγει την ψυχαναλυτική ερμηνεία μόνος του.

Η ψυχανάλυση είναι μία δραστηριότητα πάνω στον εαυτό μας, ένας στοχασμός του εαυτού μας για τον εαυτό μας. Η ψυχανάλυση είναι η επίτευξη της ατομικής αυτονομίας, μέσω της αποτελεσματικής άσκησής της με τη βοήθεια κάποιου άλλου προσώπου. Η δραστηριότητα αυτού του άλλου προσώπου, δηλαδή του ψυχαναλυτή – που τα όριά της καθορίζονται ανάλογα με τις ανάγκες της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, από τον ψυχαναλυόμενο, σε σχέση με την εξέλιξη της πορείας του -, δεν είναι εφαρμογή μιας τεχνικής αλλά μιας πράξης. Δηλαδή είναι η δράση ενός προσώπου που προσφέρεται να βοηθήσει ένα άλλο πρόσωπο ώστε να κατακτήσει τη δυνατότητά του για αυτονομία. Στο βαθμό που το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτού του σκοπού δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένο – και δεν μπορεί να είναι, αφού προυποθέτει την απελευθέρωση των δημιουργικών ικανοτήτων του ριζικού φαντασιακού του ψυχαναλυόμενου – η δραστηριότητα αυτή είναι δημιουργία∙ με άλλα λόγια, είναι ποίησις.

Βλέπω λοιπόν στην ψυχανάλυση μία πρακτικό-ποιητική δραστηριότητα. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό της ψυχανάλυσης καθορίζει, επίσης, και τα άλλα δύο επαγγέλματα που ο Φρόυντ θεωρούσε «αδύνατα»: την παιδαγωγική και την πολιτική.

Η ψυχανάλυση – όπως η πολιτική και όπως η παιδαγωγική – είναι η δραστηριότητα μίας αυτονομίας σε μία άλλη δυνητική αυτονομία. Ο σκοπός και των τριών επαγγελμάτων συνίσταται στο να δημιουργήσουν αυτές τις νέες μορφές που είναι τα αυτόνομα άτομα και η αυτόνομη κοινωνία

Κορνήλιος Καστοριάδης,  Les carrefours du labyrinthe VI – Figures du Pensable – απόσπασμα. Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία,  στις 10/12/1999.

Carl Rogers

rogers

Carl Rogers: Αμερικανός ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής, συνιδρυτής της Ανθρωπιστικής προσέγγισης στην ψυχολογία και πατέρας της προσωποκεντρικής προσέγγισης στην ψυχοθεραπεία. Θεωρείται ο δεύτερος πιο σημαντικός ψυχολόγος του 20ου αιώνα, μετά τον S. Freud.

Η αγάπη του για τον άνθρωπο, η έμφαση που έδωσε στην ενσυναίσθηση και την άνευ όρων αποδοχή του πελάτη στην ψυχοθεραπευτική σχέση, η πίστη του στην εγγενώς θετική φύση του ανθρώπου, η κριτική που άσκησε στον ντετερμινιστικό χαρακτήρα της ψυχαναλυτικής θεωρίας, η απόρριψη της συμπεριφοριστικής (κυρίαρχης στην εποχή του) άποψης ότι το άτομο χρειάζεται κατεύθυνση, καθοδήγηση, τιμωρία και έλεγχο προκειμένου να βελτιώσει τη συμπεριφορά του και να προσαρμοστεί στην κοινωνία ομαλά, αλλά και η πρωτοποριακή εφαρμογή της έρευνας σε ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο, χαρακτηρίζουν τη σκέψη και το έργο του. Βαθιά πεπεισμένος για την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζει τον ρόλο και τη σημασία του κοινωνικού πλαισίου, θα πει: «…ο άνθρωπος δεν έχει τα χαρακτηριστικά µιας µηχανής, δεν είναι δέσµιος του ασυνειδήτου, ούτε χρειάζεται την κατεύθυνση, την καθοδήγηση, την τιµωρία ή τον έλεγχο. Παραµένει όµως δυστυχώς δέσµιος των κοινωνικών θεσµών και των θεωριών της ψυχολογίας».

Για την ενσυναίσθηση, αυτή την πολύτιμη έννοια που ο ίδιος εισήγαγε ως κεντρικό πυλώνα και προυπόθεση της αποτελεσματικότητας της ψυχοθεραπείας, εξηγεί πως, «Όταν λέω ότι χαίροµαι ακούγοντας κάποιον εννοώ ασφαλώς ότι τον ακούω βαθιά. Εννοώ ότι ακούω τις λέξεις, τις σκέψεις, τους συναισθηµατικούς τόνους, το προσωπικό νόηµα των εκφεροµένων, ακόµη και το νόηµα που βρίσκεται κάτω από τη συνειδητή πρόθεση του οµιλητή. Μερικές φορές επίσης σε ένα µήνυµα που επιφανειακώς δεν είναι πολύ σηµαντικό, ακούω µια βαθιά ανθρώπινη κραυγή που βρίσκεται θαµµένη και άγνωστη πολύ κάτω από την επιφάνεια του προσώπου».

Οι απόψεις του για το ρόλο και την ευθύνη του ψυχοθεραπευτή συμπυκνώνονται στα εξής:   «Είναι εφικτό να εξηγήσεις σε ένα άνθρωπο κάποια πράγµατα για τον εαυτό του, να του υπαγορεύσεις βήµατα, τα οποία θα µπορούσαν να τον οδηγήσουν µπροστά, να τον εκπαιδεύσεις στη γνώση, ώστε να υιοθετήσει ένα πιο ικανοποιητικό τρόπο ζωής. Όµως αυτές οι µέθοδοι είναι σύµφωνα µε την εµπειρία µου, ανώφελες και ανακόλουθες. Το µέγιστο που µπορούν να πετύχουν είναι κάποια προσωρινή αλλαγή, η οποία σύντοµα αναιρείται, αφήνοντας το άτοµο περισσότερο από ποτέ πεπεισµένο για την ανεπάρκεια του […] Ο ιδανικός άνθρωπος… δεν παρεµβαίνει στη ζωή των άλλων, ούτε επιβάλλει τον εαυτό του σε αυτούς. Ωστόσο βοηθά όλους τους άλλους στην ελευθερία τους.»

Πολυγραφότατος και δραστήριος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, προτάθηκε το 1987 για Νόμπελ Ειρήνης. Γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου του 1902 και μέχρι σήμερα το έργο και οι θεωρίες του εξακολουθούν να ασκούν σημαντική επιρροή στον χώρο της ψυχολογίας, της ψυχοθεραπείας, της συμβουλευτικής και της εκπαίδευσης.

Α. Αποστολοπούλου

Leo Buscaglia – Ελευθερία και Ευθύνη

Image

Οι διχοτομίες: καλό, κακό, σωστό, λάθος – σκέτες ανοησίες-, φυσικό, αφύσικο – δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, μόνο διαβαθμίσεις και δυνατότητες και δημιουργικότητα. Έχω στην τάξη μου μία τυφλή κοπέλα που είναι πολύ πιο φυσιολογική από μένα. Βλέπει – σίγουρα καλύτερα. Λέει, «για εμένα είναι φυσιολογικό να είμαι τυφλή, όσο και για εσένα να βλέπεις». Τι είναι φυσιολογικό; Τι είναι σωστό; Τι είναι λάθος; Ελευθερία σημαίνει να επιλέγεις και να προτιμάς κάποιες λύσεις, φτάνει να δέχεσαι την ευθύνη της ελευθερίας σου. Και όταν δοκιμάσεις τις λύσεις σου και δεν τις βρίσκεις του γούστου σου, μην τα βάζεις με μένα. Βάλ’ τα με τις επιλογές σου και δοκίμασε κάποια άλλη εναλλακτική λύση.
Εσύ αποφασίζεις, παίρνεις τα πινέλα σου, διαλέγεις τα χρώματά σου, ζωγραφίζεις τον παράδεισό σου και μετά ζεις σε αυτόν. Ζωγράφισε την κόλαση, αν το προτιμάς, μα μην κατηγορείς εμένα γι’ αυτό. Μόνο εσύ μπορείς να έχεις την ευθύνη για τη μη βίωση της ζωής σου. Ξέχνα αυτό που ήταν. Μπες μέσα σ’ αυτό που είναι! Θα το φροντίσει αυτό η στιγμή. Η ζωή δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο, αποτελεί μέρος της ευρύτερης εμπειρίας και συνεχώς επηρεάζει και επηρεάζεται από την κάθε νέα στιγμή. Δεν σου αρέσει αυτό όπου βρίσκεσαι; Άλλαξέ το! Γίνε κάποιος άλλος. Κάνε για μία φορά αυτό που θέλεις και μάθε από τις συνέπειες.

[L. Buscaglia, «Να Ζεις, Ν’ αγαπάς και να Μαθαίνεις», Εκδ. ΓΛΑΡΟΣ || Gilbert Garcin, Controlling Oneself]