Η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό

Sigmund Freud In Home Office At Desk

Η έρευνά μας για την ευτυχία δεν μας έχει  μάθει προσώρας τίποτα που δεν είναι ευρέως γνωστό. Ακόμη κι όταν τη συνεχίζουμε με το ερώτημα γιατί είναι τόσο δύσκολο για τους ανθρώπους να είναι ευτυχισμένοι, η προοπτική να μάθουμε κάτι καινούργιο δεν είναι τόσο μεγάλη. Έχουμε ήδη δώσει την απάντηση, αφού ήδη μνημονεύσαμε τις τρεις πηγές από τις οποίες προέρχονται τα βάσανά μας: την υπεροχή της φύσης, την αδυναμία του σώματός μας, και τις ατέλειες των θεσμών που ρυθμίζουν τις αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων στην οικογένεια, το Κράτος και την κοινωνία. Σε σχέση με τις δύο πρώτες, η κρίση μας δεν μπορεί να ταλαντεύεται περισσότερο· μας αναγκάζει να αναγνωρίσουμε αυτές τις πηγές πόνου και να παραδοθούμε στο αναπότρεπτο. Δεν θα κυριαρχήσουμε ποτέ ολότελα  πάνω στη φύση, ο οργανισμός μας, κομμάτι κι ο ίδιος αυτής της φύσης, θα παραμείνει πάντα ένα πρόσκαιρο, ένα περιορισμένης προσαρμογής και απόδοσης μόρφωμα. Η επίγνωση αυτή δεν λειτουργεί παραλυτικά· τουναντίον, κατευθύνει τη δραστηριότητά μας. Δεν μπορούμε να εξαλείψουμε όλα τα βάσανά μας, αλλά μπορούμε να εξαλείψουμε πολλά από αυτά, ενώ κάποια άλλα να τα ανακουφίσουμε- η εμπειρία χιλιάδων χρόνων μάς το έχει αποδείξει. Διαφορετικά συμπεριφερόμαστε με την τρίτη πηγή, την κοινωνική πηγή του πόνου. Δεν θέλουμε να την παραδεχτούμε, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί οι θεσμοί που οι ίδιοι δημιουργήσαμε δεν θα έπρεπε να μας προστατεύουν και να μας ωφελούν περισσότερο. Εξάλλου, όταν σκεφτόμαστε πόσο άσχημα έχει λειτουργήσει το ζήτημα της πρόληψης του πόνου, εγείρεται η υποψία ότι πίσω του μπορεί, επίσης, να κρύβεται ένα κομμάτι της ακατανίκητης φύσης, δηλαδή της δικής μας ψυχικής κατασκευής.

Καθώς ασχολούμαστε με τούτη την πιθανότητα, συναντάμε μια τόσο εκπληκτική άποψη, στην οποία θα θέλαμε να σταματήσουμε για λίγο. Σύμφωνα με αυτήν ένα μεγάλο μέρος ευθύνης για την αθλιότητά μας φέρει ο αποκαλούμενος πολιτισμός, που, αν τον αρνούμασταν και επιστρέφαμε στις πρωτόγονες σχέσεις, θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι. Τη λέω εκπληκτική, διότι – όπως και αν θέλουμε να ορίσουμε την έννοια πολιτισμός – όλα αυτά  με τα οποία προσπαθούμε να  προστατευτούμε από την απειλή που εκπέμπουν οι πηγές του πόνου ανήκουν στον ίδιο ακριβώς τον πολιτισμό.

[…]

Έχουμε εδώ έναν ακόμη παράγοντα απογοήτευσης. Τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι έκαναν εξαιρετικές προοόδους στις φυσικές επιστήμες και στις τεχνικές τους εφαρμογές, η κυριαρχία τους επί της φύσεως εδραιώθηκε σε έναν αδιανόητο προηγουμένως βαθμό. Τα καθέκαστα αυτών των προόδων είναι κοινώς γνωστά, και περιττεύει να τα απαριθμήσουμε. Οι άνθρωποι περηφανεύονται γι’αυτά τα επιτεύγματα, και όχι αδίκως. Όμως φαίνεται πως έχουν αντιληφθεί ότι η νεοαποκτηθείσα εξουσία επί του χώρου και του χρόνου, η υποταγή των φυσικών δυνάμεων, εκπλήρωση χιλιόχρονων πόθων, δεν αυξάνει τον βαθμό ικανοποίησης της απόλαυσης που προσδοκούν από τη ζωή, δεν τους προσφέρει περισσότερο ευτυχισμένα συναισθήματα. Έτσι, από τη διαπίστωση αυτή καλό θα ήταν να αντλήσουμε απλώς και μόνο το συμπέρασμα ότι η εξουσία επί της φύσεως δεν είναι η μοναδική προϋπόθεση τηςη ανθρώπινης ευτυχίας, όπως ακριβώς δεν είναι ο μοναδικός σκοπός των πολιτισμικών επιδιώξεων, αλλά όχι και να συναγάγουμε από αυτήν ότι οι τεχνικές πρόοδοι δεν έχουν αξία για την οικονομία της ευτυχίας μας. Θα μπορούσε να αντιτείνει  κανείς: δεν αποκομίζω ένα θετικό κέρδος απόλαυσης, δεν αυξάνεται το συναίσθημα της χαράς μου, όταν μπορώ να ακούσω όσο συχνά θέλω τη φωνή του παιδιού μου που ζει χιλιόμετρα μακριά μου, όταν μπορώ να μάθω από τον φίλο μου, αμέσως μετά την άφιξή του, ότι το μακρύ, κουραστικό ταξίδι του πήγε καλά; Δεν σημαίνει τίποτα ότι η ιατρική κατόρθωσε να μειώσει εντυπωσιακά τη θνησιμότητα των μικρών παιδιών,  ότι ο κίνδυνος μόλυνσης για τις λεχώνες έχει υποχωρήσει τόσο σημαντικά, ώστε να επιμηκυνθεί για αρκετά χρόνια ο μέσος όρος ζωής των πολιτισμένων ανθρώπων; Και θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε μια μεγάλη σειρά ευεργετημάτων που οφείλουμε στην τόσο κακολογημένη εποχή των τεχνικών και επιστημονικών επιτευγμάτων. Όμως, αφήνουμε την φωνή της απαισιόδοξης κριτικής να ακουστεί και να μας προτρέψει ότι οι περισσότερες από τις απολαύσεις αυτές είναι κατά το πρότυπο εκείνης της «φτηνής απόλαυσης» που εγκωμιάζεται σε κάποιο ανέκδοτο. Η απόλαυση εκείνου, με άλλα λόγια, που βγάζει το πόδι του από το σκέπασμα μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα, για να το ξαναβάλει μέσα. Αν δεν υπήρχε τρένο για να μειώσει τις αποστάσεις, δεν θα  υπήρχε και παιδί για να απομακρυνθεί από τον πατέρα του, και δεν θα χρειαζόταν τηλέφωνο για να ακούσει ο τελευταίος τη φωνή του. Αν δεν υπήρχαν πλοία να διασχίζουν τον ωκεανό, κανείς δεν θα έκανε ένα τέτοιο ταξίδι, και δεν θα χρειαζόταν τηλέγραφος για να ανακουφίσει την έγνοιά μου για το πώς έφτασε ο φίλος μου. Ποιο το όφελος από τον περιορισμό της παιδικής θνησιμότητας, όταν μας επιβάλλει έναν υπερβολικό περιορισμό των γεννήσεων, με αποτέλεσμα να μη μεγαλώνουμε στο σύνολο περισσότερα παιδιά από όσα κατά την εποχή πριν από την επικράτηση της υγιεινής, ενώ έχουμε δυσχεράνει τη σεξουαλική μας ζωή μέσα στο γάμο και έχουμε πιθανόν δουλέψει αντίθετα σε σχέση με την ευεργετική τάση της φυσικής επιλογής; Και, τέλος, τι να την κάνουμε τη μακροζωία, όταν ταλαιπωρούμαστε, όταν δεν έχουμε φίλους, όταν ο πόνος μάς φέρνει στο σημείο να καλοδεχόμαστε τον θάνατο σαν λύτρωση;

Φαίνεται βέβαιο ότι δεν νιώθουμε καλά μέσα στον σημεριινό πολιτισμό μας, αλλά είναι πολύ δύσκολο να κρίνουμε αν και σε ποιον βαθμό οι άνθρωποι προηγούμενων εποχών αισθάνονταν ευτυχέστεροι και κατά πόσο συνέβαλλαν σ’ αυτό οι πολιτισμικές συνθήκες. Θα έχουμε πάντα την τάση να αντιλαμβανόμαστε την αθλιότητα αντικειμενικά, δηλαδή να μεταφερόμαστε με την ευαισθησία και τις απαιτήσεις μας σ’ εκείνες τις συνθήκες και, κατόπιν, να αναζητούμε τις αφορμές που θα βρίσκαμε σ’ αυτές για συναισθήματα ευτυχίας ή δυστυχίας. Τούτος ο τρόπος παρατήρησης, που φαίνεται αντικειμενικός, διότι παραβλέπει τις παραλλαγές της υποκειμενικής ευαισθησίας, είναι φυσικά, και ο πλέον υποκειμενικός που μπορεί να υπάρξει, εφόσον κάποιος τοποθετεί στη θέση όλων των άλλων άγνωστων ψυχικών ιδιοσυγκρασιών τη δική του. Όμως, η ευτυχία είναι κάτι τελείως υποκειμενικό. Τρομάζουμε ακόμη απέναντι σε ορισμένες καταστάσεις, όπως αυτή του αρχαίου σκλάβου της γαλέρας, του αγρότη κατά τον Τριακονταετή πόλεμο, του θύματος της Ιεράς Εξέτασης, του Εβραίου που περίμενε το πογκρόμ. Αλλά μας είναι αδύνατον να προσεγγίσουμε εσωτερικά αυτούς τους ανθρώπους, να μαντέψουμε τις μεταβολές που η αρχική απάθεια, η σταδιακή άμβλυνση, η αναστολή των προσδοκιών, οι τραχύτεροι ή λεπτότεροι τρόποι νάρκωσης της ευαισθησίας τους για συναισθήματα ευχαρίστησης ή δυσαρέσκειας έχουν επιφέρει. Σε περίπτωση ακραίας πιθανότητας πόνου ενεργοποιούνται και κάποιοι προστατευτικοί ψυχικοί μηχανισμοί. Μου φαίνεται άσκοπο να συνεχίσουμε παραπέρα τούτη την πλευρά του ζητήματος.

 

S. Freud, Η δυσφορία μέσα στον πολιτισμό (εκδ. Πλέθρον, μτφ: Β. Πατσογιάννης)

Advertisements

Για την ευτυχία

hereandnow

Τι σημαίνει ευτυχία; Πότε είμαστε ευτυχισμένοι; Ίσως είναι πιο εύκολο να ορίσουμε την κατάσταση της ευτυχίας ως τις στιγμές που δεν είμαστε δυστυχισμένοι. Τι προκαλεί όμως τη δυστυχία; Ένα και μόνο πράγμα πιστεύω και πλέον είμαι βέβαιος! Οι σκέψεις μας.

Το ξέρω πως διαφωνείς, αλλά πιστεύω πως μπορώ να σου αλλάξω την άποψη. Οι σκέψεις μας έχουν πάντα δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι προς τα πίσω, στο παρελθόν. Η δεύτερη είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση, στο μέλλον. Πολλές φορές σκεφτόμαστε πράγματα όμορφα, είτε που ζήσαμε, είτε που πιστεύουμε πως θα ζήσουμε. Και είναι όμορφη η αίσθησή τους.

Τις περισσότερες φορές όμως, σκεφτόμαστε πράγματα που ζήσαμε και μας άφησαν άσχημη γεύση, μας στιγμάτισαν, μας πόνεσαν. Αναπαράγουμε άσχημες αναμνήσεις. Τις επαναφέρουμε στο παρόν μέσα από μια απλή σκέψη και τις ξανά ‘ζούμε’. Πολλές φορές πάλι σκεφτόμαστε πράγματα που περιμένουμε να έρθουν, τα οποία φοβόμαστε, μας προκαλούν άγχος. Πλάθουμε σενάρια για το μέλλον και από τη μία σκέψη πηδάμε στην επόμενη και φτάνουμε στην καταστροφή, μέχρι που συνειδητοποιούμε πως ήταν απλά μια σκέψη.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζούνε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους βυθισμένοι σε σκέψεις. Αρνητικές κατά κύριο λόγο. Θέτουν ένα στόχο, ο οποίος τους κυριεύει, πιστεύοντας πως όταν τον πετύχουνε θα είναι ευτυχισμένοι και τη στιγμή της επιτυχίας, προχωράνε στον επόμενο στόχο.

Η αλήθεια είναι μία όμως και είναι πολύ ξεκάθαρη. Το παρελθόν πέρασε, έφυγε. Το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα. Επομένως και οι δύο αυτές έννοιες είναι μη πραγματικές. Δεν υπάρχουν. Το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι το τώρα. Το σήμερα. Το εδώ. Το παρελθόν είναι το τώρα του χθες και το μέλλον το τώρα του αύριο. Και τα δύο όμως είναι στο ίδιο σημείο. Στο τώρα.

Τα προβλήματα μας πηγάζουν από ένα και μόνο πράγμα λοιπόν. Από το ζωηρό μυαλό μας. Όταν συναντάμε μία κατάσταση την οποία θεωρούμε δύσκολη έχουμε δύο και μόνο επιλογές. Να την αποδεχτούμε, να την αντιμετωπίσουμε και να την αλλάξουμε ή να φύγουμε από αυτή αν γίνεται. Δεν είναι εύκολο το ξέρω, αλλά είναι οι μόνες επιλογές που έχουμε.

Έχεις σκεφτεί ποτέ πως κατέληξες να είσαι αυτός που είσαι; Πιστεύεις πως οι όμορφες στιγμές είναι αυτές που σε διαμόρφωσαν σαν προσωπικότητα; Όχι. Οι άσχημες είναι αυτές που μας κάνουν πιο δυνατούς, που μας δίνουν γερά μαθήματα για να προχωρήσουμε στο μέλλον. Είμαστε οι αποτυχίες μας. Γινόμαστε καλύτεροι μέσα από αυτές. Μένει να μάθουμε να τις δεχόμαστε και να τις αποδεχόμαστε. Και να προχωράμε.

Η ευτυχία είναι επιλογή λοιπόν. Μπορούμε να ξεκινήσουμε να είμαστε ευτυχισμένοι από σήμερα, εδώ και τώρα, αρκεί να το θελήσουμε και να το πιστέψουμε. Αρκεί να βάλουμε στην άκρη τον ζωηρό μας νου. Αρκεί να γίνουμε παρατηρητές του. Να μάθουμε να τον ελέγχουμε. Να μην είμαστε οι σκέψεις μας. Να μην είμαστε οι δεξιότητές μας. Να μην είμαστε οι στόχοι μας. Να μην είμαστε οι επιτυχίες μας. Να μην είμαστε η εικόνα μας. Να μην είμαστε το εγώ μας. Να μην είμαστε ούτε οι αποτυχίες μας. Απλά να είμαστε.

[Ο συντάκτης επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος. Τον ευχαριστώ πολύ για το κείμενό του.]

Ευτυχία είναι…

karapanou1

Μ.: Να ξυπνάς το πρωί και να ‘χεις την ανυπομονησία να πιεις τον πρωινό σου καφέ ανάβοντας ένα τσιγάρο, και να πεις μέσα σου: «Σήμερα τι θα κάνω;» Πιστεύω στην ευτυχία, Φωτεινή. Παρά τον παραλογισμό που μας περιβάλλει, ίσως μάλιστα και σε πείσμα του παραλογισμού, δεν θα σταματήσω να πιστεύω στην ευτυχία. Μόλις γίνομαι καλύτερα, μόλις η κατάθλιψη φεύγει μακριά, είμαι ευτυχισμένη. Ξυπνάω το πρωί, φτιάχνω τον καφέ μου, ανάβω το πρώτο μου τσιγάρο. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.

Φ.: Να μη θες τίποτ’ άλλο. Να έχεις την ικανότητα να απολαύσεις έναν πρωινό καφέ.

Μ.: Όσοι υπήρξαν δυστυχισμένοι κι είχαν πολλά εμπόδια να ξεπεράσουν, είναι ίσως πιο εύκολο να είναι ευτυχισμένοι. Γιατί ποτέ γι’ αυτούς δεν ήταν δεδομένα όσα ήταν για όλους τους άλλους. Και γι’ αυτό ένας καφές φτάνει.

Άμα αρχίζεις και αισθάνεσαι ευχαρίστηση με τον πρωινό καφέ, εξαπλώνεται αυτή η ευχαρίστηση σιγά σιγά σε πολλά πράγματα. Και σοβαρά και μη σοβαρά. Και δύσκολα και εύκολα. Επειδή υπήρξα πολύ άρρωστη, δεν έχω την αίσθηση της έλλειψης στη ζωή μου. Αυτό με κάνει ευτυχισμένη.

Φ.: «Μια ζωή δεν αξίζει τίποτα, αλλά τίποτα δεν αξίζει όσο μια ζωή». Το είπε ο Μαλρό και νομίζω τα λέει όλα αυτή η φράση.

Μ.: Καμία ζωή δεν πάει στράφι, Φωτεινή. Θα υπήρχαν και ωραίες στιγμές και στην πιο μαύρη ζωή. Γνώρισα στη Γαλλία μία γυναίκα ογδόντα πέντε χρονών που ζει έξω απ’ το Παρίσι και όλη τη μέρα τρέχει από δω, τρέχει από κει, γράφει γράμματα, είναι απασχολημένη λες κι είναι ο πρόεδρος Μπους. Κάτι κάνει όλη την ημέρα. Με μεγάλη της χαρά. Και είναι ογδόντα πέντε χρονών. Δεν τη νοιάζει ούτε ο θάνατος σχεδόν.

Φ.: Μόλις με βοήθησες, Μαργαρίτα, να δώσω μια απάντηση στο αφελές ερώτημα: «Τι είναι ευτυχία;» Ευτυχία είναι σχεδόν να μη φοβάσαι τον θάνατο.

Μαργαρίτα Καραπάνου – Φωτεινή Τσαλίκογλου, Μήπως; (εκδ. Ωκεανίδα) – απόσπασμα.

Τι είναι αυτό που το λέμε Ευτυχία;

Image

Όποιος χρησιμοποιεί συχνά σελίδες κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, twitter, κλπ) θα έχει παρατηρήσει πόσες εικόνες, συμβουλές και άρθρα αναρτώνται καθημερινά σχετικά με την ευτυχία. Σε όλα αυτά η προτροπή είναι πάντα η ίδια: «να είσαι ευτυχισμένος». Αλλά και έξω από τον χώρο του internet, στην απλή καθημερινότητά μας, ο πολιτισμός και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας προτρέπουν διαρκώς, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να χαμογελάμε, να μην εκφράζουμε δυσάρεστα συναισθήματα, να είμαστε αισιόδοξοι, θετικοί, χαρούμενοι.  Εύλογα σκέφτεται κανείς πώς είναι δυνατόν, με τις συνθήκες που βιώνουμε σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, να είναι κανείς ευτυχισμένος ή τουλάχιστον χαρούμενος και αισιόδοξος. Πριν σπεύσουμε να απαξιώσουμε όλες αυτές τις προτροπές, αξίζει να κάνουμε μία παύση και να αναρωτηθούμε, τι είναι τελικά ευτυχία; Τι σημαίνει να είσαι ευτυχισμένος; Έχει η ευτυχία κάποια χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από άλλες, συναφείς έννοιες, όπως για παράδειγμα η χαρά; Και τελικά, τι μας προσφέρει το να είμαστε ευτυχισμένοι;

Η έννοια της ευτυχίας μελετάται αιώνες τώρα από φιλοσόφους, ψυχολόγους και καλλιτέχνες, τόσο στον Δυτικό κόσμο όσο και στην Ανατολή. Για τον Αριστοτέλη ευτυχής είναι ο αυτάρκης, ενώ ο Δαλάι Λάμα υποστήριξε πως η ευτυχία βρίσκεται στις σχέσεις μας με τους άλλους. Άλλοι φιλόσοφοι και στοχαστές, περιέγραψαν την ευτυχία σε σχέση με το αντίθετό της, την δυστυχία, θεωρώντας πως το ένα συνδέεται άρρηκτα με το άλλο προκειμένου να επέλθει ισορροπία. Για την Ψυχολογία, η ευτυχία είναι ένα θετικό συναίσθημα που αφορά μία μακροχρόνια και συνολική αίσθηση ψυχικής ευεξίας και ικανοποίησης από τη ζωή, μία συνολική εκτίμηση για τη ζωή μας, που προκύπτει ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος αξιολογεί την ισορροπία ανάμεσα στις θετικές και αρνητικές συναισθηματικές του εμπειρίες μέσα σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε μία πρόσφατη θεωρητική διατύπωση, ο Seligman όρισε τρία διαφορετικά είδη ευτυχίας, υποστηρίζοντας πως, όποιος πληροί και τα τρία αυτά κριτήρια, θεωρείται πως βιώνει μία γεμάτη ζωή:

1)     Η ευχάριστη ζωή, αφορά τις ηδονές και την ικανοποίηση από καθημερινές απολαύσεις.

2)     Η καλή ζωή, αφορά το ενδιαφέρον, την επιθυμία, την προσπάθεια του ατόμου να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του σε όλες τις πτυχές της ζωής του.

3)     Η ζωή με νόημα, αφορά την αυτοπραγμάτωση, δηλαδή, την προσπάθεια του ατόμου να γίνει αυτό που μπορεί να γίνει, δηλαδή, να επιτύχει έναν απώτερο στόχο που νοηματοδοτεί τη ζωή του.

Οι ηδονές, λοιπόν, οι καθημερινές απολαύσεις, δεν εξασφαλίζουν την αίσθηση της ευτυχίας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο βλέπουμε συχνά ανθρώπους που απολαμβάνουν μία ζωή γεμάτη ηδονές (φαγητό, ποτό, διασκέδαση, σεξ, κλπ), αλλά δεν είναι ευτυχισμένοι. Άλλωστε, η λεγόμενη «επιδίωξη της ευτυχίας» δεν μπορεί να αποτελεί στόχο, ακριβώς διότι η ευτυχία δεν είναι ένα έξωθεν αγαθό που θα μας έρθει με κάποιον τρόπο. Αυτό που τελικά θα μας κάνει ευτυχείς είναι τα ενδιαφέροντα, οι στόχοι και η αυτοπραγμάτωση – το νόημα στη ζωή μας. Αυτό αποδεικνύουν και οι εκατοντάδες έρευνες που έχουν γίνει σε πολύ μεγάλο δείγμα ανθρώπων, σε όλο τον κόσμο: Η ευτυχία δεν εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο και το εισόδημα. Η οικονομική ευμάρεια, σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, φαίνεται να έχει μία μικρή σχέση με την ευτυχία, αφού οι άνθρωποι σε χώρες με μέτριο εισόδημα δηλώνουν συνολικά πιο ευτυχισμένοι από αυτούς που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Αντίθετα, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει η κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, η δραστηριοποίησή του, η παραγωγικότητά του σε μία εργασία που για τον ίδιο έχει νόημα, η οργανωτικότητα, το μειωμένο άγχος, η θετική σκέψη, η εξωστρέφεια, η αυθεντικότητα, οι στενές διαπροσωπικές σχέσεις, ο αλτρουισμός, το ενδιαφέρον για καινούργια πράγματα, η απουσία υπέρμετρων φιλοδοξιών και/ ή προσδοκιών, η προσπάθεια μείωσης των αρνητικών συναισθημάτων και η αίσθηση του εσωτερικού ελέγχου της ζωής (η πεποίθηση ότι έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν και να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της ζωής τους). Σε ένα ενδιαφέρον πείραμα μετρήθηκε η ευτυχία σε έναν άνθρωπο που μόλις είχε κερδίσει εκατομμύρια στο λόττο και σε έναν άνθρωπο που μόλις είχε μάθει ότι δεν θα ξαναπερπατήσει εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε. Η πρώτη μέτρηση, έδειξε πολύ αυξημένα επίπεδα ευτυχίας για τον τυχερό του λόττο, και πολύ χαμηλά επίπεδα ευτυχίας για τον άτυχο τραυματισμένο, όπως άλλωστε ήταν και το αναμενόμενο. Ωστόσο, έξι μήνες μετά, όταν ξαναμετρήθηκαν τα επίπεδα ευτυχίας των δύο αυτών ανθρώπων, οι διαφορές που προέκυψαν ήταν ασήμαντες: και οι δύο, δήλωναν μετρίως ευτυχισμένοι.

Γιατί δεν συνέχισε να νιώθει ευτυχισμένος ο τυχερός εκατομμυριούχος; Και πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έχασε τα πόδια του, να δηλώνει ευτυχισμένος ύστερα από έξι μόλις μήνες από το ατύχημά του; Ο ανθρώπινος οργανισμός έχει έμφυτη την τάση να εξοικειώνεται με τα θετικά γεγονότα της ζωής του. Με άλλα λόγια, συνηθίζουμε το καλό που μας έχει συμβεί. Αυτή η τάση είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο για την μακροχρόνια αίσθηση της ευτυχίας αφού, όταν καταλαγιάσει το αρχικό αίσθημα της ευφορίας, αντιμετωπίζουμε το θετικό ως κάτι το δεδομένο, παύουμε να το βλέπουμε, και στρέφουμε την προσοχή μας στα προβλήματά μας. Από την άλλη πλευρά, ένα κύριο χαρακτηριστικό των ανθρώπων που δηλώνουν ευτυχισμένοι από τη ζωή τους είναι η ανθεκτικότητα. Ως ψυχική ανθεκτικότητα ορίζεται η ικανότητα του ανθρώπου να προσαρμόζεται θετικά σε αντίξοες ή τραυματικές συνθήκες, να τις αντιμετωπίζει αποτελεσματικά και να ανακάμπτει από αυτές. Θα έλεγε κανείς ότι, οι άνθρωποι αυτοί έχουν μία στάση ζωής που δίνει ενσαρκώνεται στο γνωστό «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Αυτός είναι και ο λόγος που σε πολλές έρευνες σε ανέργους και ανθρώπους με μεγάλα οικονομικά προβλήματα, ένα 10% περίπου δηλώνει ευτυχισμένο από την ζωή του, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Η ευτυχία δεν μας εξασφαλίζει μόνο μία θετική και ευχάριστη διάθεση. Αυτό, ίσως είναι το λιγότερο. Το πιο σημαντικό φαίνεται να είναι οι συνέπειες που έχει η ευτυχία για την ζωή μας, σε επίπεδο ψυχικό, σωματικό και κοινωνικό. Ειδικότερα, φαίνεται πως οι άνθρωποι που δηλώνουν υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας φέρουν περισσότερες πιθανότητες να προσληφθούν σε μία εργασία, να την διατηρήσουν και να έχουν θετικές αξιολογήσεις από τους προϊσταμένους τους, να απασχοληθούν σε δουλειές που τους χαρίζουν νόημα, ποικιλία και αυτονομία, να ανέλθουν επαγγελματικά σε υψηλότερες κλίμακες και να αντλούν μεγαλύτερη ευχαρίστηση και ικανοποίηση από την εργασία τους. Παράλληλα, έχουν μειωμένες πιθανότητες να εμφανίσουν εργασιακή εξουθένωση (burn out), να απουσιάζουν συχνά από τη δουλειά τους, να συγκρούονται με τους συναδέλφους τους ή να αδιαφορούν για την εργασία τους. Πρόκειται για ανθρώπους που δηλώνουν ευχαριστημένοι από τις σχέσεις τους (οι παντρεμένοι δηλώνουν πιο ευτυχισμένοι από τους άγαμους), διατηρούν ένα ευρύ κοινωνικό και φιλικό περιβάλλον, έχουν μειωμένες πιθανότητες εμφάνισης ψυχικών παθήσεων όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι φοβίες και η αγχώδης διαταραχή, αλλά και μειωμένες πιθανότητες εθισμού σε ουσίες ή αλκοόλ. Τέλος, σε σωματικό επίπεδο, οι άνθρωποι που δηλώνουν ευτυχισμένοι από τη ζωή τους εμφανίζουν λιγότερα αρνητικά σωματικά συμπτώματα, είναι πιο υγιείς και έχουν μειωμένες αλλεργικές αντιδράσεις. Άνθρωποι που πάσχουν από χρόνιες και απειλητικές για την ζωή τους ασθένειες (π.χ. καρκίνο ή διαβήτη) αλλά ταυτόχρονα δηλώνουν ευτυχισμένοι, έχουν χαμηλότερα επίπεδα πόνου, καλύτερη ποιότητα ζωής, και κάνουν μειωμένη χρήση φαρμάκων.

Θετικότητα, χαρά, αισιοδοξία και ελπίδα υπάρχουν πάντοτε, ανεξαρτήτως των συνθηκών. Το πρόβλημα είναι ότι δεν τα βλέπουμε. Αν προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα και τη ζωή μας, αυξάνουμε τις πιθανότητες να αποκτήσουμε μία ζωή πληρέστερη, με νόημα και ουσιαστική ευτυχία. Άλλωστε, όπως έχει πει ο φιλόσοφος Bertrand Russell, «Ο άνθρωπος, για την ευτυχία του, χρειάζεται όχι μόνο την απόλαυση κάποιων πραγμάτων, αλλά και ελπίδα, προσπάθεια και αλλαγή».

Αντιγόνη Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος.

Ενδεικτική βιβλιογραφία και σύνδεσμοι

Myers, D.G. (2007) Pursuing happiness. Psychoogy Teacher Network, 17(1).

Myers, D.G. (2000) The Funds, Friends and Faith of happy people. American Psychologist, 55.

Seligman, M.E.P. (2002) Authentic Happiness. New York: Free Press.

Ελληνική Εταιρεία Θετικής Ψυχολογίας, http://www.positiveemotions.gr/

Dr. Martin Seligman homepage: http://www.authentichappiness.sas.upenn.edu/Default.aspx

http://www.ppc.sas.upenn.edu/