A girl

schoolgirl

Άραγε για ποιό «κοριτσάκι του» να μου μιλούσε εκείνος ο ξετρελαμένος από τη λύπη κύριος; Για κείνο που εννοούσε αυτός, για κείνο που εννοούσα εγώ, γι’ αυτό που έχω ξεχάσει ή για κάποιο που δημιουργήθηκε από το  πολύ «πιθανολογώντας» – λες ο άνθρωπος να πλάστηκε από μία μικρή πιθανότητα;

Αν ναι, τότε μήπως πρόκειτια για τούτο το κοριτσάκι που η μνήμη αξιώνει να το τιμήσω με την πιθανότητα να είναι πράγματι αυτό, εκμεταλλευόμενη το ότι δεν θυμάμαι; Φαίνεται, μνήμη σημαίνει να ξεχνάς τι ακριβώς θυμάσαι. Ναι, αλλά εγώ για χάρη της δικαιούμαι να κάνω αυτό το προτεινόμενο κορίτσι θύμα ενός ξένου πατέρα και να το επιφορτίσω μ’ έναν πρόωρο θάνατο, που πιθανόν να μην είναι δικός της; Θα μου πεις, ποιος θα το ανακαλύψει. Η ανωνυμία συντηρεί τους επιφανείς σε επιφανείς, τους δε αφανείς τους κάνει αφανέστερους.

Τέλος του δημοτικού, αρχές του γυμνασίου. Φορούσε στο λαιμό του ένα οβάλ κουτάκι χρυσό. Στην ώρα του μαθήματος αυτό το κουτάκι ή το χουχούλιαζε στο χέρι της, σα να ήταν πουλί ξεπαγιασμένο που ήθελε να το ζεστάνει, ή έστριβε την αλυσίδα γύρω γύρω στο λαιμό της μέχρι τα κρικάκια της να αποτυπωθούν στην αναπνοή της ή κρατούσε ανάμεσα στα δόντια της το κουτάκι. Το μισοδάγκωνε, το εξαφάνιζε για λίγο μέσα στο στόμα της, τρόμαζες ότι το κατάπιε, ή το έγλειφε σαν το περιεχόμενο να ήταν ρευστή τροφή για μιαν ανάγκη που έπασχε από δυσκαταποσία. Φτύσ’το, φτύσ’το αμέσως, της φώναζε κάθε τόσο η δασκάλα. Το έβγαζε από το στόμα της προσεκτικά και πληγωμένο το χουχούλιαζε πάλι στη χούφτα της να το γιατρέψει.

Στο διάλειμμα την περικυκλώναμε οι πιο λαίμαργα περίεργες και της τάζαμε ξύστρες, μολύβια, μπλοκάκια, τσιμπιδάκια μαλλιών, αν μας έδειχνε τι ήταν μέσα στο κουτάκι. Αποτραβιόταν τότε πολύ μακριά μας, άνοιγε κι έκλεινε το κουτάκι με τέτοια ασκημένη ταχύτητα, που ούτε το μεγαλύτερο μυστήριο δε δηλώνει την ύπαρξή του και δεν την κρύβει με τόση αστραπιαία εξασφάλιση.

Σήμερα που το σκέπτομαι, λέω ότι το πιθανότερο αυτό το κουτάκι να μην είχε τίποτα μέσα. Γιατί τέτοιες άγριες προφυλάξεις μόνο το κενό τις παίρνει για να μην αποκαλυφθεί.

Αποκλείω διαρρήδην να ήταν μέσα στο κουτάκι η μάνα του κοριτσιού.

 

Κική Δημουλά, Εκτός Σχεδίου (εκδ. Ίκαρος)

Φωτογραφία: A Schoolgirl In Binson Et Orquigny, Getty Images.

Advertisements

Χαρά και εργασία

262

Αυτούς που κάνουν ό,τι κάνω εγώ τώρα τους λένε ωτακουστές. Κι είναι μομφή αυτό. Δικαίως. Από πού και ως πού θέλεις ν’ ακούσεις πράματα που ο άλλος δε θέλει να τα ακούσεις. Δεν το θέλησα. Ο καλός καιρός έφταιξε. Που έγινε αιτία να ανοίξω το παράθυρο. Κι η ανάγκη μου για λίγο καλό καιρό έφταιξε. Που μ’ έσπρωξε ν’ ακουμπήσω στο παράθυρο και ν’ ακούσω αυτά που μια γυναίκα έλεγε σε κάποιον, έχοντας αφήσει κι αυτή το δικό της παράθυρο ανοιχτό, ίσως κι από δική της ανάγκη για λίγο καλό καιρό.

Θα φύγω. Το πήρα απόφαση. Τι υπομονή να κάμω; Για ποιο λόγο; Τάχα και γιατί θ’ αλλάξεις εσύ τώρα μετά από τόσα χρόνια, γιατί θ’ αλλάξω κι εγώ; Πες μου, για ποιο λόγο. Σ’ το είπα από την αρχή: Ζύγισέ το. Με με βγάζεις από το δρόμο μου για να κάνεις πειράματα. Το ζύγισα, μου είχες πει. Ας ρωτήσουμε αν θες και έναν τρίτο. Μπορεί να ζήσει μια γυναίκα μ’ έναν άντρα που διαρκώς ρωτάει «γιατί;». Σου λέω: Γιάννη έχω ένα βάρος ασήκωτο, πνίγομαι. Και συ ρωτάς: Γιατί; Σου λέω: Γιάννη, δεν είναι ζωή αυτή, δεν είναι τρόπος αυτός που ζούμε, κάτι πρέπει ν’ αλλάξει. Και συ μου λες: Μα γιατί; Σου λέω: Γιάννη, πρόσεξε, όπως δε με ρώτησαν τα αισθήματά μου όταν άρχισαν, δε θα με ρωτήσουν και όταν τελειώσουν, όταν σβήσουν. Καταλαβαίνω ότι κάτι τελειώνει. Και συ με ρωτάς: Γιατί; Σε παρακάλεσα χιλιάδες φορές, σε ικέτεψα, χτες ακόμα: Γιάννη, αν δεν μπορείς να πεις τίποτ’ άλλο, τουλάχιστον μη λες αυτό το ανυπόφορο γιατί. Με χτυπάει στα νεύρα. Με φέρνει σε απόγνωση. Προτιμώ να με βρίσεις, να μη μου δώσεις απάντηση, ν’ ανοίξεις την πόρτα και να φύγεις, αλλά όχι αυτό. Και τότε εσύ μου είπες: Μα γιατί;

Δεν ξέρω γιατί, αλλά είμαι με το μέρος της. Καλά του τα λες, μονολογώ, καλά του τα λες, και είδες τον εκεί. Τσιμουδιά δε βγάζει.

Δεν αντέχω, συνεχίζει εκείνη, όλη μέρα κλεισμένη εδώ μέσα, δεν αντέχω. Εσύ νομίζεις ότι μπορεί να χορτάσει μια ζωή με το χρέος. Αμ’ δεν μπορεί. Έχει και χαρές ετούτη η ζωή. Θα φύγω. Τελείωσε. Χώνεψέ το. Εσύ είσαι μεταμορφωμένος ο θάνατος. Κι εγώ θέλω να ζήσω. Τ’ άκουσες;

Βγάζω το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο και βλέπω μέσα στο ξένο δωμάτιο.

Μόνη της μιλάει. Σιδερώνει και μιλάει.

[Κική Δημουλά, Εκτός Σχεδίου (εκδ. Ίκαρος) || Pablo Picasso, Woman Ironing (1904)]