Ποτήρια και μπουκάλια

brain-damage-drinking

Ούτε χρόνος που τη γνώρισε και είχε θητεύσει στη μοναξιά χρόνια πριν τη γνωρίσει. Ήταν αισθησιακή και δοτική, απελευθερωμένη και απελευθερωτική. Ήταν εκεί για εκείνον, αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, όχι ασφυκτικά. Από τη θηλυκότητά της απουσίαζαν οι ανούσιες ιδεοληψίες που μαστίζουν τη γυναικεία φύση. Να μια προσωπικότητα καθαρή κι ενδιαφέρουσα, ενσαρκωμένη σε ένα προκλητικό αμπαλάζ. Με μία λέξη: ιδιαίτερη. Με περισσότερες: αν ήθελε να κάνει παιδιά, θα την έκανε μάνα τους.

 Ωστόσο, το πρόβλημά του η χρόνια κατάθλιψη και το σύμπτωμά της ο χρόνιος αλκοολισμός. Δεν έβρισκε νόημα στη ζωή και, για να την κάνει λιγότερο πληκτική κι επίπονη, προσέθετε με την πρώτη ευκαιρία μπόλικη αιθανόλη. Πάνε χρόνια που, όταν δεν του έβγαινε η συνταγή, την πότιζε, μήπως και τη νοστιμέψει. Πιστή παραμυθία σε πρώτη ζήτηση η γνώριμη ουσία, που χρησιμοποιούσε ως μαξιλάρι για τη βουτιά από την ηδονή στην οδύνη και ως γέφυρα στο διχασμένο του εγώ: από τη μία ο ναρκισσισμός του για αυτό που είναι και από την άλλη η αυτοπεριφρόνηση για αυτό που γίνεται στη σούρα του. Καθημερινά, πάσχιζε να πνίξει τη δυστυχία του στο δηλητήριο, μόνο που αυτή επέπλεε, βυθίζοντας τον ίδιον αργά και βασανιστικά στον πάτο. Κατέληξε να του μεταγγίζει την απαιτούμενη ποσότητα που θα του επέφερε την επιθυμητή νηφάλια νάρκωση. Μέχρι να καταλήξει, κι ας μην ήταν πεισιθάνατος.   

 Οργισμένος με τον εαυτό του και με το σύμπαν, είχε αποσυρθεί στο κλουβί της πολύτιμης ιδιωτικότητας που είχε περίτεχνα χτίσει, σε μια απρόσφορη απόπειρα να εκτονώσει την οργή. Σε αυτό το προσωπικό κολαστήριο, αφού κατέβασε τα στόρια, ασχολήθηκε με την εκτροφή της μιζέριας που τον έτρεφε. Συνήθιζε να σκοτώνει τη μέρα του και τον εαυτό του, φιλοτεχνώντας στον καμβά της απαισιοδοξίας το πορτρέτο του και του κόσμου με μελανά χρώματα, διασκεδάζοντας την ανία της μετέωρης ύπαρξής του στα βιβλία και στα αιδοία. Στα διαλείμματα, παραδινόταν στην επώδυνη αυτοκριτική μπροστά από τα πτυχία και τα διπλώματά του, τρόπαια που είχε κοπιάσει να τα αποκτήσει, μα του γλιστρούσαν πια. Δεν είχε πλέον ταυτότητα, δεν είχε σημείο αναφοράς να συγκρατήσει τη διολίσθησή του. Ένα χάος η παρτιτούρα πάνω στην οποία συνέθετε την καταθλιπτική μουσική της καθημερινότητάς του.  

Σταδιακά, ο άλλοτε ζωντανός και κοινωνικός τύπος μεταμορφώθηκε σε έναν ψόφιο ερημίτη που περιέφερε τη μελαγχολία του στο μιζερόσπιτό του, σπάνια και εκτός, όπου περιέφερε τον σαρκασμό του για όλους και για όλα. Ίσως δεν έκανε λάθος,  σίγουρα είχε διαλέξει τον λάθος τρόπο να το κάνει. Αν κάποτε είχε οικοδομήσει κάτι με το πνευματώδες μυαλό του, το κατεδάφισε με τον οινοπνευματώδη χαρακτήρα του. Αναπόφευκτα, κατάντησε δυσαρμονικός προς το περιβάλλον που άλλοτε διαχειριζόταν αρμονικότατα. Μάλιστα, παγιδευμένος στον φαύλο κύκλο της αυτοκαταστροφής, έφτασε, πάνω σε μια ψευδαίσθηση αυτοκυριαρχίας, να επαίρεται για το άβατο τέμενος της μοναξιάς του. Του πήρε καιρό, αλλά τα κατάφερε να τον ξεβράσει το σύμπαν πάνω στο οποίο είχε ξεράσει. Κοινωνικά απόβλητος αυτός από μια κοινωνία γεμάτη απόβλητα για αυτόν. Γιατί όχι;

Γιατί ό,τι αποζητούσε εκείνη ήταν να μοιράζεται την καθημερινότητά της μαζί του. Εντελώς υγιές, αλλά του ήταν εξαιρετικά δύσκολο, επειδή ήταν άρρωστος, οπότε επιχειρούσε να το κάνει αδύνατο. Προφασιζόταν διάφορες δικαιολογίες, για να μη συμμετέχει στη ζωή της, μην τυχόν και ξεβολευτεί από την καθίζησή του, για να βολευτεί να παίρνει την απαραίτητη εβδομαδιαία δόση από τη συντροφιά της, ώστε να απομονώνεται στο καβούκι του εντωμεταξύ.

Εντωμεταξύ, εκείνη μόνωνε τα συναισθήματά της, καθώς αντίκριζε έναν άνθρωπο μισό άνθρωπο και μισάνθρωπο να γαρνίρει τον αρνητισμό του με μπόλικες εύσχημες ή άσχημες δικαιολογίες. Ό,τι είχε να εισφέρει – ένα χιούμορ τυλιγμένο στη ζελατίνα του κυνισμού, ένα καλό καυλί, πολύ κι ευρύ πνεύμα – θα ήταν υπεραρκετά χωρίς τόσο πολύ οινόπνευμα. Όσο ιδέα και αν είναι ο Μπουκόφσκι για τις ιδέες, τις ιστορίες και τη ζωή του, καμία δεν θα τον υπόμενε στη ζωή της – αυτή είναι η αληθινή ιστορία κι εκείνος δεν είναι καν ο Μπουκόφσκι.

Από μισάνθρωπος εξελίχθηκε σε απάνθρωπο που ήταν ανεπαρκής ακόμα και για μια τυπική σχέση, σαν εκείνες που δεν έπαψε ποτέ να χλευάζει, γιατί δεν έπαυε παντού να παρατηρεί. Εκείνη, ενώ τον χρειαζόταν, μάθαινε να μην τον χρειάζεται, ενόσω εκείνος τη μάθαινε να μην τον χρειάζεται. Στο θολωμένο του μυαλό είχε  δεδομένο ότι θα τον άντεχε και θα τον ανεχόταν, μόνο που τα δεδομένα γίνονται κάποτε ζητούμενα. Εκείνη ποθούσε να ζήσει, ενώ η απουσία του στη ζωή της χρόνιζε επικίνδυνα, όπως και η απουσία του στη ζωή του.

Ό,τι είχανε με ενθουσιασμό κι αισθησιασμό στήσει το ξέστησε εκείνος που με τη συντροφιά της έξης του φρόντισε να μη συντροφεύει κανέναν, ακόμα κι εκείνη με την οποία κούμπωνε στη συντροφιά. Συγχρόνως, εκείνη είχε πια συνηθίσει να ζει χωρίς αυτόν, ενώ αυτός είχε συνηθίσει να ζει στον κόσμο του και να αποστρέφεται τον κόσμο που αυτή λαχταρούσε δίπλα του να γνωρίσει. Ετοίμαζε τις βαλίτσες της από καιρό, χωρίς να το ξέρουν. Η ψυχρότητά της είχε κάνει πια μεταστάσεις στο βλέμμα, στην αφή και στην επαφή της. Τελικά, ψώνισε και υφάκι – το επιτηδευμενο κλισέ «κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, δεν μπορώ / δεν θέλω άλλο να κάνω μαζί σου χαχαχα περνώ και μόνη μου καλά» – και καλά και μπλαμπλα και τραλαλα. Σαν να έπαιρνε σάρκα και οστά μπροστά του το κλασικό εγχειρίδιο ψυχολογίας για τους μηχανισμούς αυτοάμυνας. Μα εκείνος είχε διαβάσει εκτός από τα κλασικά και τα εικονοκλαστικά, μάλιστα διάβαζε κι εκείνη, οπότε έκανε ότι κατάλαβε, κι ας κατάλαβε.  

 Έτσι ακριβώς του το αμόλησε, και άκαιρα και άκυρα κι επιτηδευμένα. Το ύφος, τα λόγια και οι πράξεις της βελονιές στα μηλίγγια του τον πυροβολούσαν εξ επαφής. Εκείνη δάκρυσε, αλλά δεν έσπασε, εκείνος έσπασε, αλλά δεν δάκρυσε. Εκείνη έδειχνε να συνέχιζε τη ζωή της, εκείνος ένιωθε πως δεν είχε πια ζωή. Ο πόνος τον σφυροκοπούσε τόσο ανελέητα, που ευχόταν να τον κατέψυχαν, για να μη νιώθει τίποτα.

Εκείνη όφειλε και μπορούσε να αντιδράσει έγκαιρα, όμως απορροφημένη από την καθημερινότητά της κι εγκλωβισμένη στην παθητικότητά της βολεύτηκε επίσης, για να αντιδράσει όψιμα – «οχυρώθηκε», όπως το βάφτισε. Μόνο που ή οχυρώνεσαι ή είσαι ντόμπρος, ή λες ψέματα ή αλήθεια, τόσο απλό και τόσο δύσκολο συνάμα. Πάντως, αντίθετα με τη μέχρι τότε παθητικότητά της, τότε του το ξεφούρνισε επιθετικά με συνοπτικές διαδικασίες, σαν να είχε απέναντί της τον χειρότερο εχθρό της – και παίζει να πιστεύει ότι τον είχε. Εκείνος προσπάθησε να φανεί ψύχραιμος, την ώρα που έχανε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ο κόλαφος ήχησε βροντερά και μια νάρκη ανατινάχτηκε στα σπλάχνα του. Δεν τον συντάραξε μόνο, τον συνέφερε κιόλας. Σε ένα πρωτοφανές διάβημα αισιοδοξίας, γνωμάτευσε ότι η κατάστασή τους είναι ιάσιμη και θα τη γιατρέψει. Όχι από άνοστο προσκοπισμό ή από πληγωμένο εγωισμό, αλλά γιατί αξίζει τον κόπο από όπου και να το πιάσεις. Χρειαζόταν ένας σεισμός, για να γκρεμίσει τον προσωπικό του λαβύρινθο. Βέβαια, στη γλώσσα των αισθημάτων το ρήμα «θέλω» δεν κλίνεται σε προστακτική, όμως υποκλίνεται σε σαρωτικές πράξεις. Έτσι, λογάριαζε πως θα την έπαιρνε από το χέρι, για να της δείξει ότι τα αισθήματά της μπορεί να είχαν σκεπαστεί στη λήθη, αλλά δεν είχαν θαφτεί στην άβυσσο. Το πήρε όλο πάνω του να σπάσει τη σκληρή κρούστα που ο ίδιος είχε σωρεύσει γύρω από την καρδιά της, με την πρώτη ευκαιρία που του έδωσε.

Βασικά, καιρός να θυμόταν πόσο ακμαίος και σφριγηλός ήταν από τη φύση του, προτού κυριαρχήσει πάνω της η δεύτερη φύση. Να επανέλθει στη φυσική του κατάσταση, όπως ήταν, πριν τη σακατέψει η χημική του επέμβαση. Τέρμα οι ανούσιες αναβλητικότητες και ασπόνδυλες θεωρητικολογίες. Ακόμα κι αν δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος για τα χειρότερά του, ήταν ο μόνος αρμόδιος να είναι στα καλύτερά του. Ενώ διατυμπάνιζε την πίστη του στη ζωή πριν το θάνατο, ευτέλιζε τη ζωή του κι επέσπευδε τον θάνατό του. Μόνο εκείνος μπορεί να κατατροπώσει το κουσούρι του που τον έχει κάνει αγνώριστο. Ήδη σπατάλησε πολύτιμο χρόνο να το πασπαλίζει με εκλογικεύσεις. Ώρα να άρει τις αντιφάσεις με πράξεις συνεπείς με τις υγιείς από τις θεωρίες που καλά γνωρίζει να δειγματίζει, χωρίς το μυαλό μουλιασμένο, το κορμί μουδιασμένο και τον εαυτό του μουχλιασμένο. Ναι, είχε δίκιο να αντιστέκεται να γίνουν οι ανόητες απάτες της μάζας αυταπάτες του, όμως είχε άδικο να στέκεται απέναντι σε μια μποτίλια πλάθοντας πιο ανόητες αυταπάτες.

Αυτό που επείγει είναι να ταξιθετήσει το χάος του, ακόμα κι αν εν τάξει το τοπίο δεν θα την εντάξει. Του οφείλει να κλείσει χρόνιους λογαριασμούς με τη μιζέρια του και να ξεφορτωθεί τις κάβες-καβάτζες της, ποτήρια και μπουκάλια. Δεν έχει λόγο να αλλάξει, έχει κάθε λόγο να γίνει αυτός που ήταν – ο εαυτός του. Άρα, έχει λίγα να αλλάξει και πολλά να πράξει.

 Όσο για εκείνη, του δωσε την ευκαιρία, μα του την πρόδωσε.

Γιατί; Γιατί έτσι.

Έτσι έγινε, έτσι είναι κι έτσι θα γίνει, χωρίς εκείνη.

Advertisements

Ouverture

giannaras

Ἀδελφιδός μου παρῆλθε·
ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ.

Γνωρίζουμε τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας (αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστο κράμα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μας) «ξέρει», μὲ φοβερὴ ὀξυδέρκεια πέρα ἀπὸ νοήματα, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς κερδίζεται μόνο στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Στὴν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπενδύει ἡ φύση μας στὸν ἔρωτα ὅλη τὴ ἀπύθμενη δίψα της γιὰ ζωή. Δίψα τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς – τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία ξέρουμε ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τρόπος ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἡ φύση μας διψάει ἀπεγνωσμένα τὴ σχέση, δίχως νὰ ξέρει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Δὲν ξέρει νὰ μοιράζεται, νὰ κοινωνεῖ, ξέρει μόνο νὰ ἰδιοποιεῖται τὴ ζωή, νὰ τὴν κατέχει καὶ νὰ τὴν νέμεται. Ἂν ἡ γεύση τῆς πληρότητας εἶναι κοινωνία τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἄλλον, ἡ ὁρμὴ τῆς φύσης μας ἀλλοτριώνει τὴν κοινωνία σὲ ἀπαίτηση ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τοῦ Ἄλλου. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι ποτὲ ποινή, εἶναι μόνο αὐτοεξορία.

Τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τὸν σπουδάζουμε πάντοτε σὰν χαμένο παράδεισο. Τὸν ψηλαφοῦμε στὴ στέρηση, στὸ ἐκμαγεῖο τῆς ἀπουσίας του. Ἔγγλυφο ἴχνος τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίκρα τῆς μοναξιᾶς στὴν ψυχή μας, ἡ ἀνέραστη μοναχικότητα. Γεύση θανάτου. Μὲ αὐτὴ τὴ γεύση μετρᾶς τὴ ζωή. Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.

 

Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων (εκδ. Δόμος).

[Ευχαριστώ: http://users.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/]

Ο μικρός πρίγκιπας

ΜΠ1

 

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.

– Καλημέρα, είπε η αλεπού.

– Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είπε τίποτα.

– Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, από τη μηλιά…

– Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…

– Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

– Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…

– Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει.

– Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:

– Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Εσύ δεν είσαι απ’ εδώ, είπε η αλεπού, τι γυρεύεις;

– Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς! Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;

– Όχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τι πάει να πει «ημερώσει;»

– Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…».

– Να δημιουργείς δεσμούς;

– Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…

– Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Ξέρω ένα λουλούδι…νομίζω πως με ημέρωσε…

– Γίνεται, είπε η αλεπού. Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα…

– Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:

– Πάνω σ’ άλλο πλανήτη;

– Ναι.

– Έχει κυνηγούς σ’ αυτόν τον πλανήτη;

– Όχι.

– Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;

– Όχι.

– Τίποτα δεν είναι τέλειο, αναστέναξε η αλεπού. Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:

– Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό λοιπόν βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’ τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’ τη φωλιά μου, σα μια μουσική. Κι ύστερα, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα το  μικρό πρίγκιπα.

– Σε παρακαλώ…ημέρωσέ με, του είπε.

– Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράματα να γνωρίσω.

– Δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!

– Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις. Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…

Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.

– Θα ‘ταν πιο καλά να έρχεσαι πάντα την ίδια ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι λόγου χάρη, στις τέσσερις το απόγευμα, εγώ θ’ αρχίζω από τις τρεις να είμαι ευτυχισμένη. Όσο θα περνάει η ώρα, τόσο εγώ θα νιώθω και πιο ευτυχισμένη. Στις τέσσερις πια, δε θα μπορώ να καθίσω και θα τρώγομαι∙ θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε και να’ ναι, δε θα ξέρω ποτέ ποια ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα καλά της…Σ’ όλα χρειάζεται κάποια τελετή.

– Τι είναι τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Είναι κι αυτό κάτι που πολύ παραμελήθηκε, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει τη μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, τη μια ώρα με τις άλλες ώρες. Οι κυνηγοί μου, λόγου χάρη, έχουν μια τελετή. Κάθε Πέμπτη χορεύουν με τις κοπέλες του χωριού. Γι’ αυτό η Πέμπτη είναι θαυμάσια μέρα! Μπορώ και κάνω μια βόλτα ως τ’ αμπέλι. Αν χόρευαν οι κυνηγοί όποτε και να ‘ναι, όλες οι μέρες θα μοιάζαν μεταξύ τους, κι εγώ δε θα είχα καθόλου διακοπές.

ΜΠ3

 

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

– Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

– Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.

– Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.

– Και τότε τι κέρδισες;

– Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

 

 

Antoine de Saint-Exupéry, Ο Μικρός Πρίγκιπας (XXI- απόσπασμα), εκδ. Ηριδανός.

[Εικονογράφηση: Kim Min Ji: http://www.thelittleprince.com/kim-min-jis-enchanting-the-little-prince/]

Χαρά και εργασία

262

Αυτούς που κάνουν ό,τι κάνω εγώ τώρα τους λένε ωτακουστές. Κι είναι μομφή αυτό. Δικαίως. Από πού και ως πού θέλεις ν’ ακούσεις πράματα που ο άλλος δε θέλει να τα ακούσεις. Δεν το θέλησα. Ο καλός καιρός έφταιξε. Που έγινε αιτία να ανοίξω το παράθυρο. Κι η ανάγκη μου για λίγο καλό καιρό έφταιξε. Που μ’ έσπρωξε ν’ ακουμπήσω στο παράθυρο και ν’ ακούσω αυτά που μια γυναίκα έλεγε σε κάποιον, έχοντας αφήσει κι αυτή το δικό της παράθυρο ανοιχτό, ίσως κι από δική της ανάγκη για λίγο καλό καιρό.

Θα φύγω. Το πήρα απόφαση. Τι υπομονή να κάμω; Για ποιο λόγο; Τάχα και γιατί θ’ αλλάξεις εσύ τώρα μετά από τόσα χρόνια, γιατί θ’ αλλάξω κι εγώ; Πες μου, για ποιο λόγο. Σ’ το είπα από την αρχή: Ζύγισέ το. Με με βγάζεις από το δρόμο μου για να κάνεις πειράματα. Το ζύγισα, μου είχες πει. Ας ρωτήσουμε αν θες και έναν τρίτο. Μπορεί να ζήσει μια γυναίκα μ’ έναν άντρα που διαρκώς ρωτάει «γιατί;». Σου λέω: Γιάννη έχω ένα βάρος ασήκωτο, πνίγομαι. Και συ ρωτάς: Γιατί; Σου λέω: Γιάννη, δεν είναι ζωή αυτή, δεν είναι τρόπος αυτός που ζούμε, κάτι πρέπει ν’ αλλάξει. Και συ μου λες: Μα γιατί; Σου λέω: Γιάννη, πρόσεξε, όπως δε με ρώτησαν τα αισθήματά μου όταν άρχισαν, δε θα με ρωτήσουν και όταν τελειώσουν, όταν σβήσουν. Καταλαβαίνω ότι κάτι τελειώνει. Και συ με ρωτάς: Γιατί; Σε παρακάλεσα χιλιάδες φορές, σε ικέτεψα, χτες ακόμα: Γιάννη, αν δεν μπορείς να πεις τίποτ’ άλλο, τουλάχιστον μη λες αυτό το ανυπόφορο γιατί. Με χτυπάει στα νεύρα. Με φέρνει σε απόγνωση. Προτιμώ να με βρίσεις, να μη μου δώσεις απάντηση, ν’ ανοίξεις την πόρτα και να φύγεις, αλλά όχι αυτό. Και τότε εσύ μου είπες: Μα γιατί;

Δεν ξέρω γιατί, αλλά είμαι με το μέρος της. Καλά του τα λες, μονολογώ, καλά του τα λες, και είδες τον εκεί. Τσιμουδιά δε βγάζει.

Δεν αντέχω, συνεχίζει εκείνη, όλη μέρα κλεισμένη εδώ μέσα, δεν αντέχω. Εσύ νομίζεις ότι μπορεί να χορτάσει μια ζωή με το χρέος. Αμ’ δεν μπορεί. Έχει και χαρές ετούτη η ζωή. Θα φύγω. Τελείωσε. Χώνεψέ το. Εσύ είσαι μεταμορφωμένος ο θάνατος. Κι εγώ θέλω να ζήσω. Τ’ άκουσες;

Βγάζω το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο και βλέπω μέσα στο ξένο δωμάτιο.

Μόνη της μιλάει. Σιδερώνει και μιλάει.

[Κική Δημουλά, Εκτός Σχεδίου (εκδ. Ίκαρος) || Pablo Picasso, Woman Ironing (1904)]

Ερωτευόμαστε εκείνον που ανταποκρίνεται στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;»

JAMiller

Hanna Waar (από εδώ και στο εξής ΗW): Μας διδάσκει κάτι η ψυχανάλυση για τον έρωτα;

Jacques-Alain Miller ( από εδώ και στο εξής JAM): Πολλά πράγματα, επειδή είναι μια εμπειρία της οποίας πηγή είναι ο έρωτας. Είναι το ερώτημα του αυτόματου και, ακόμη συχνότερα, αυτού του μη συνειδητού έρωτα που φέρνει ο αναλυόμενος στον αναλυτή και καλείται μεταβίβαση. Είναι σκηνοθετημένος έρωτας αλλά φτιαγμένος από το ίδιο υλικό με τον αληθινό έρωτα.  Ρίχνει φως στον μηχανισμό του: ο έρωτας απευθύνεται σε αυτόν/την που νομίζεις ότι γνωρίζει την αληθινή αλήθεια σου. Αλλά ο έρωτας σε κάνει να σκεφτείς ότι αυτή η αλήθεια είναι ευχάριστη ενώ στην πραγματικότητα είναι  δύσκολο να την αντέξεις.

HW: Τι είναι λοιπόν το να ερωτεύεσαι αληθινά;

JAM: Το να είσαι αληθινά ερωτευμένος είναι να πιστεύεις ότι με το να ερωτεύεσαι θα πάρεις μια αλήθεια για τον εαυτό σου. Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει την απάντηση ή μια απάντηση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;»

HW: Γιατί κάποιοι γνωρίζουν πώς να ερωτεύονται και κάποιοι άλλοι όχι;

JAM: Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πώς να προκαλέσουν τον έρωτα στο άλλο πρόσωπο, όντας εραστές κατά συρροή, παρομοίως άνδρες και γυναίκες. Γνωρίζουν τι ωθεί  κάποιον να ερωτευτεί. Αλλά δεν ερωτεύονται απαραιτήτως, μάλλον παίζουν τη γάτα με το ποντίκι με το θήραμά τους. Για να ερωτευτείς πρέπει να παραδεχτείς την έλλειψή σου και να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι τον/την άλλο/η, ότι σου λείπει. Εκείνοι που νομίζουν ότι είναι πλήρεις μόνοι τους ή θέλουν να γίνουν δεν ξέρουν να ερωτεύονται. Και μερικές φορές το επιβεβαιώνουν με πόνο. Χειραγωγούν, κινούν τα νήματα αλλά για τον έρωτα δεν γνωρίζουν ούτε τα ρίσκα του ούτε την ευχαρίστησή του.

HW: «Πλήρεις μόνοι τους»: μόνο ένας άνδρας θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο..

JAM: Καλή παρατήρηση! Ο Lacan συνήθιζε να λέει: «Το να ερωτεύεσαι είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις». Αυτό σημαίνει: το να ερωτεύεσαι  είναι το να αναγνωρίζεις την έλλειψή σου και να τη δίνεις στον άλλο, να την τοποθετείς στον άλλο. Δεν είναι να δίνεις αυτό που κατέχεις, αγαθά και δώρα, είναι να δίνεις κάτι που δεν κατέχεις, κάτι που είναι πέρα από σένα. Για να το κάνεις αυτό πρέπει να αποδεχτείς την έλλειψη, τον «ευνουχισμό»  σου όπως έλεγε ο Freud.  Και αυτό είναι ουσιωδώς γυναικείο. Κάποιος αγαπά πραγματικά από μια γυναικεία θέση. Η αγάπη σε εκθηλύνει (feminise). Για αυτό η αγάπη στον άνδρα είναι πάντα λίγο κωμική, αστεία. Αν όμως επιτρέψει στον εαυτό του να φοβηθεί την γελοιοποίηση, τότε στην πραγματικότητα δεν είναι και πολύ σίγουρος για τον ανδρισμό του.

HW: Είναι πιο δύσκολο για τους άνδρες να ερωτευτούν;

JAM: Ω ναι! Ακόμη και ένας ερωτευμένος άνδρας έχει αναλαμπές αξιοπρέπειας, ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο αντικειμένο του έρωτά του, επειδή αυτός ο έρωτας τον βάζει σε μια θέση έλλειψης, εξάρτησης. Για αυτό και μπορεί να επιθυμεί γυναίκες με τις οποίες δεν είναι ερωτευμένος, έτσι ώστε να επιστρέψει στην ανδροπρεπή  θέση που αναστέλλει  όταν είναι ερωτευμένος. Ο Freud καλεί αυτή την αρχή «υποβάθμιση της ερωτικής ζωής» στους άνδρες: τον διαχωρισμό μεταξύ έρωτα και σεξουαλικής επιθυμίας.

ΗW: Και στις γυναίκες;

JAM: Είναι λιγότερο συχνό. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ένας διπλασιασμός του ανδρικού συντρόφου. Από τη μια είναι ο άνδρας που τους δίνει απόλαυση και που επιθυμούν, και από την άλλη ο άνδρας του έρωτα, που είναι εκθηλυμένος, απαραιτήτως ευνουχισμένος. Μόνο που δεν είναι η ανατομία που έχει εδώ τα ηνία: υπάρχουν μερικές γυναίκες που υιοθετούν μια ανδρική θέση. Υπάρχουν όλο και περισσότερες. Ένας άνδρας για αγάπη και άλλοι άνδρες για απόλαυση, που γνώρισαν στο διαδίκτυο, στο δρόμο ή στο τρένο.

HW: Γιατί «όλο και περισσότερες»;

JAM: Τα κοινωνικοπολιτισμικά  στερεότυπα της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας βρίσκονται σε μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού. Οι άνδρες καλούνται να αποκαλύψουν τα συναισθήματά τους, να αγαπούν και να εκθηλυνθούν. Οι γυναίκες αντιθέτως υφίστανται μια πίεση για αρρενοποίηση: στο όνομα της νομικής ισότητας οδηγούνται στο να συνεχίζουν να λένε: «και εγώ επίσης». Την ίδια στιγμή οι ομοφυλόφιλοι/ες απαιτούν τα ίδια δικαιώματα και σύμβολα με τους ετεροφυλόφιλους  όπως ο γάμος και η γονεϊκότητα. Υπάρχει μια μεγάλη αστάθεια στους ρόλους, μια διαδεδομένη ρευστότητα στο θέατρο του έρωτα, που έρχεται σε αντίθεση με την σταθερότητα του χτες. Ο έρωτας γίνεται ρευστός, όπως παρατήρησε ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman. O καθένας οδηγείται στο να εφεύρει το δικό του life style, να υιοθετήσει τον δικό του τρόπο απόλαυσης και έρωτα. Τα παραδοσιακά σενάρια γίνονται σταδιακά ξεπερασμένα. Η κοινωνική πίεση για εναρμόνιση δεν έχει εξαφανισθεί αλλά φθίνει.

HW: «Ο έρωτας είναι πάντα αμοιβαίος» είπε ο Lacan. Αληθεύει αυτό ακόμη στο παρόν πλαίσιο; Τι σημαίνει;

JAM: Αυτή η πρόταση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά χωρίς να γίνεται κατανοητή ή γίνεται κατανοητή με λάθος τρόπο. Δεν σημαίνει ότι το να είσαι ερωτευμένος με κάποιον είναι αρκετό για να είναι ερωτευμένος και εκείνος μαζί σου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο. Σημαίνει: «Αν σε έχω ερωτευτεί, είναι επειδή είσαι αξιαγάπητος. Εγώ είμαι αυτός που ερωτεύεται αλλά και εσύ ανακατεύεσαι σε αυτό, επειδή υπάρχει κάτι σε εσένα που με κάνει να σε ερωτευτώ. Είναι αμοιβαίο, επειδή υπάρχει ένα πίσω-μπρος: η αγάπη που έχω για εσένα είναι το ανταποδοτικό αποτέλεσμα του αίτιου της αγάπης που είσαι για μένα. Έτσι εμπλέκεσαι και εσύ. Ο έρωτάς μου για εσένα δεν είναι απλώς δικό μου ζήτημα αλλά και δικό σου. Ο έρωτας μου λέει κάτι για σένα που πιθανώς να μην το γνωρίζεις». Αυτό δεν εγγυάται ούτε στο ελάχιστο ότι κάποιος θα ανταποκριθεί στον έρωτα του άλλου: όταν αυτό συμβαίνει είναι πάντα της τάξης του θαύματος, δεν υπολογίζεται προκαταβολικά.

HW: Δεν τον ή την βρίσκουμε τυχαία. Γιατί αυτός ο άνδρας ή γιατί αυτή η γυναίκα ;

JAM: Είναι αυτό που ο Freud ονομάζει Liebesbedingung, η κατάσταση της αγάπης, το αίτιο της επιθυμίας. Είναι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή σύνολο χαρακτηριστικών  που οδηγούν το άτομο να επιλέξει τον/ την αγαπημένο/η. Αυτό διαφεύγει εξ’ ολοκλήρου των νευροεπιστημών, επειδή είναι μοναδικό σε κάθε άνθρωπο, εξαρτάται από την μοναδική προσωπική του ιστορία. Για παράδειγμα, ο Freud αναφέρει για έναν ασθενή του ότι αίτιο της επιθυμίας του ήταν η γυαλάδα μιας γυναικείας μύτης.

HW: Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στον έρωτα που θεμελιώνεται σε τέτοια ασήμαντα πράγματα!

JAM: Η πραγματικότητα του ασυνείδητου ξεπερνά την φαντασία. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα θεμελιώνονται στην ανθρώπινη ζωή, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έρωτα σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες». Είναι αλήθεια ότι στους άντρες βρίσκεις τέτοια αίτια επιθυμίας, τα οποία είναι όπως τα φετίχ. Η παρουσία τους είναι απαραίτητη για να πυροδοτηθεί η διαδικασία της αγάπης. Μικροσκοπικές ιδιαιτερότητες, ενθύμια του πατέρα, της μητέρας, του αδελφού, της αδελφής, κάποιου/ας από την παιδική ηλικία επίσης παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή ερωτικού αντικειμένου από την γυναίκα. Αλλά η γυναικεία μορφή της αγάπης είναι περισσότερο ερωτομανιακή παρά φετιχιστική: θέλουν να αγαπηθούν και το ενδιαφέρον, η αγάπη, που τους δείχνεται είναι συχνά sine qua non για την πυροδότηση της αγάπης τους ή τουλάχιστον της συγκατάθεσής τους.  Αυτό το φαινόμενο βρίσκεται στην βάση του φλερτ των ανδρών προς τις γυναίκες.

HW: Αποδίδεις κάποιον ρόλο στις φαντασιώσεις;

JAM: Στις γυναίκες οι φαντασιώσεις, είτε συνειδητές είτε ασυνείδητες, είναι αυτές που παίζουν τον αποφασιστικό ρόλο για τη θέση της jouissance και λιγότερο η επιλογή του ερωτικού αντικειμένου.  Για τους άντρες ισχύει το αντίθετο.  Για παράδειγμα, μια γυναίκα μπορεί να φτάνει σε οργασμό (απόλαυση) με την προϋπόθεση ότι φαντάζεται κατά τη συνουσία ότι την χτυπούν, τη βιάζουν, ή ότι είναι μια άλλη γυναίκα ή ότι είναι κάπου αλλού, απούσα.

HW: Και η αντρική φαντασίωση;

JAM:  Την συναντούμε στην ιστορία του έρωτα με την πρώτη ματιά. Το κλασικό παράδειγμα που σχολιάστηκε από τον Lacan στη νουβέλα του Γκαίτε, το αιφνίδιο πάθος του Βέρθερου για τη Σαρλό τη στιγμή που τη βλέπει για πρώτη φορά καθώς ταΐζει τα παιδιά τριγύρω της. Εδώ είναι η μητρική ποιότητα της γυναίκας που πυροδοτεί τον έρωτα. Ένα άλλο παράδειγμα παρμένο από την πρακτική μου είναι το εξής: ένα αφεντικό στα 50 του βλέπει υποψηφίους για τη θέση γραμματέως. Εμφανίζεται μια νεαρή γυναίκα 20 χρονών. Αμέσως της δηλώνει τον έρωτά του. Αναρωτιέται τι του συνέβη και ξεκινά ανάλυση. Εκεί αποκαλύπτει τι πυροδότησε την αντίδρασή του. Στη γυναίκα συνάντησε χαρακτηριστικά που του θύμισαν τι ήταν στην ηλικία των 20 όταν πήγε στην πρώτη του συνέντευξη για δουλειά. Κατά κάποιον τρόπο ερωτεύτηκε τον εαυτό του. Σε αυτά τα δύο παραδείγματα βλέπουμε τις δύο πλευρές του έρωτα που διαχώρισε ο Freud: είτε ερωτεύεσαι κάποιον/α που προστατεύει, σε αυτή την περίπτωση τη μητέρα, ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου.

HW: Ακούγεται σαν να είμαστε κούκλες!

JAM: Όχι, μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας τίποτα δεν γράφεται προκαταβολικά, δεν υπάρχει πυξίδα, προκαθορισμένη σχέση. Η συνάντησή τους δεν είναι προγραμματισμένη, όπως είναι μεταξύ του σπερματοζωαρίου και του ωάριου. Δεν έχει να κάνει ούτε με τα γονίδιά μας. Οι άνδρες και οι γυναίκες μιλούν, ζουν σε έναν κόσμο λόγου, και αυτό είναι καθοριστικό.  Οι τροπικότητες του έρωτα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην περιβάλλουσα κουλτούρα. Κάθε πολιτισμός διακρίνεται για τον τρόπο που δομεί τη σχέση μεταξύ των φύλων. Τώρα στη Δύση, στις κοινωνίες μας που είναι φιλελεύθερες, νομικο-δικαιϊκές  το «πολλαπλό» είναι έτοιμο να εκθρονίσει το «ένα». Το ιδεώδες μοντέλο του μεγάλου έρωτα για μια ζωή χάνει σταδιακά έδαφος, έναντι του γρήγορου ραντεβού, του γρήγορου έρωτα και ενός πλήθους εναλλακτικών, διαδοχικών, ακόμη και ταυτόχρονων ερωτικών σεναρίων.

HW: Και η αγάπη μακροπρόθεσμα; Η αιώνια αγάπη;

JAM: Ο Μπαλζάκ είπε: «κάθε πάθος που δεν είναι αιώνιο είναι φρικτό». Αλλά μπορεί ο δεσμός να κρατήσει για μια ζωή μέσα στην εγγραφή του πάθους; Όσο περισσότερο ένας άνδρας αφιερώνεται σε μια γυναίκα, τόσο περισσότερο τείνει να αποδεχτεί μια μητρική σήμανση για αυτόν: περισσότερο εξαϋλωμένη και απλησίαστη παρά αγαπημένη. Οι παντρεμένοι ομοφυλόφιλοι αναπτύσσουν αυτή τη λατρεία της γυναίκας καλύτερα: Ο Αραγκόν  τραγουδάει τον έρωτα του για την Έλσα.  Όταν πεθαίνει, είναι γεια σας αγόρια! Και όταν μια γυναίκα γαντζώνεται σε έναν άντρα, τον ευνουχίζει. Έτσι το μονοπάτι είναι δύσβατο. Το καλύτερο πεπρωμένο για τη συζυγική αγάπη είναι η φιλία, αυτό ουσιαστικά που είπε ο Αριστοτέλης.

HW: Το πρόβλημα είναι ότι οι άντρες λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι θέλουν οι γυναίκες και οι γυναίκες δεν ξέρουν τι περιμένουν οι άντρες από αυτές…

JAM: Ναι. Αυτό που έρχεται ως αντίρρηση στην αριστοτελική λύση είναι ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος, όπως είπε ο Lacan με έναν στεναγμό. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει.

*Ο Jacques-Alain Miller είναι ψυχαναλυτής και συγγραφέας, ιδρυτικός μέλος και πρόεδρος της World Association of Psychoanalysis και επιμελητής της σειράς βιβλίων «Τα Σεμινάρια του Ζακ Λακάν».

[Ευχαριστώ: Στο ντιβάνι με τον Λακάν ]

Το άτομο έναντι της ομάδας

lonelinessandlove

Μερικές φορές είναι δύσκολο να ξέρω ποιος είμαι, ενώ άλλες φωνές είναι διατεθειμένες και έτοιμες να με ορίσουν και να με εξηγήσουν. Το να είμαι ο εαυτός μου, κάποτε ήταν μια απλή υπόθεση, αλλά, με την αυξανόμενη ανάμειξη σε ομάδες, δεν είμαι πια τόσον αυθόρμητα σίγουρος. Μέρος απ’ αυτή την αμφιβολία προέρχεται από την ανατροφοδότηση και τις προσωνυμίες που δέχομαι: «είσαι εξαιρετικός», «είσαι πολύ ευγενικός», «είσαι πολύ νωθρός», «γνοιάζεσαι πάρα πολύ», «δεν ξέρεις καν ότι υπάρχω», «είσαι πολύ ισχυρός», «χρειάζεσαι ν’ αναπτύξεις περισσότερη δύναμη», «είσαι πάρα πολύ ευαίσθητος», «δεν είσαι αρκετά ευαίσθητος», «μ’ αρέσει το μουστάκι σου», «δεν μ’ αρέσει το μουστάκι σου», «κάμνεις ηθικολογικές κρίσεις», «ποτέ δεν είσαι πρόθυμος να κάμεις κρίσεις», «ο θρησκευτικός μυστικισμός σου με τρομάζει», «ο αθεϊσμός σου είναι ο λόγος που δεν σ’ εμπιστεύομαι», «δεν παρουσιάζεις αρκετή ηγετική ικανότητα», «είσαι πάρα πολύ ευθύς».

Είμαι πραγματικά τόσο ριζικά διαφορετικός για διαφορετικά άτομα; Είμαι ασυνεπής κι ευμετάβλητος; Πώς συμβαίνει να με αντιλαμβάνονται μ’ αυτούς τους αντίθετους τρόπους;

Όσο οι άλλοι δέχονται τις δικές μου αντιλήψεις για τον εαυτό μου σαν έγκυρες, δεν υπάρχει σύγκρουση. Αλλά όταν οι αυτοεκτιμήσεις μου διαφέρουν από εκείνο που βλέπουν οι άλλοι, αν επιμένω να διατηρώ τον εαυτό μου, τότε είναι αναπόφευκτο ότι θα αμφισβητηθώ, θα προκληθώ και μερικές φορές θα απορριφθώ. Ίσως μπορεί να επιτευχθεί μία ισορροπία που δεν εξαρτάται μόνο από τις αντιλήψεις μου για τον εαυτό μου, αλλά περιλαμβάνει και την ανατροφοδότηση των άλλων. Όταν δεν βρίσκομαι σε επαφή με τον εαυτό μου, οι αντιλήψεις των άλλων μπορεί να βοηθήσουν να βρω το δρόμο. Οπωσδήποτε, εγώ βλέπω αυτή την κατεύθυνση προς την αυτό-επίγνωση σαν μία τυχαία κίνηση από τα έξω προς τα μέσα. Είναι η πεποίθησή μου ότι τα ουσιαστικά σχήματα της προσωπικής ανάπτυξης παραμένουν μέσα μας και βγαίνουν προς τα έξω.  

Σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να επιμείνω στις αισθήσεις μου και να συνεχίσω να πιστεύω σε ό,τι βλέπω, αισθάνομαι, ακούω και αγγίζω. Η εμπειρία μου είναι πραγματική, άσχετο τι λεν οι άλλοι και άσχετο πόσοι θα το πουν. Η τελική κρίση είναι δική μου, αν και σε κάθε σημείο της πορείας είμαι αρκετά δεκτικός για να μαθαίνω από τις εμπειρίες των άλλων [..]

Κάποτε απορώ πώς οι άλλοι μπορούν να είναι τόσο σίγουροι και απόλυτοι στις αντιλήψεις τους, όταν εγώ συχνά ψηλαφώ για να αποφασίσω ποιος είμαι, ιδίως όταν αντιμετωπίζω καινούριους ανθρώπους. Πώς συμβαίνει, ώστε εγώ να χρειάζομαι χρόνο ν’ αποφασίσω, ενώ οι άλλοι συχνά αποφασίζουν γρήγορα και μιλούν σαν να με ήξεραν καλύτερα απ’ ό,τι εγώ γνωρίζω τον εαυτό μου; Όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, όταν ο εαυτός και οι άλλοι βρίσκονται σε διαφορές, η κατάσταση σπάνια διευκρινίζεται με μια γρήγορη ματιά μέσα μας. Όταν η αλλαγή είναι στιγμιαία, είναι πιο πιθανό να δεχόμαστε νέες σκέψεις ή αισθήματα μάλλον παρά να τα οικειοποιούμαστε σαν αναγκαία συστατικά ενός εαυτού. Οι πιέσεις της ομάδας, που μας σπρώχνουν να αντιλαμβανόμαστε πιο έγκυρα και πιο αποτελεσματικά, δεν είναι βοηθητικές. Το άτομο βοηθείται μόνο, όταν ενθαρρύνεται να μπει για λίγο στο δικό του μοναχικό κόσμο και να μείνει με τον εαυτό του μέχρι να φθάσει τη δική του καθαρότητα και αίσθηση της κατεύθυνσης. Μπορεί να ‘ναι δυνατό αυτή η ατομική αναζήτηση να συμβεί στην ομάδα, ή να ‘ναι αναγκαίο να αποσυρθεί το άτομο σε ένα ήσυχο μέρος.

Ο αυτό-στοχασμός συχνά απορρίπτεται σε μία ομάδα, ακόμη κι όταν είναι φανερό πως το άτομο χρειάζεται να μείνει με τον εαυτό του. Το άτομο πιέζεται να αποκλείσει ό,τι συμβαίνει μέσα του, πριν να γνωρίσει τον εαυτό του. Όταν το άτομο δοκιμάζει την πίεση και δραστηριοποιείται ή φοβερίζεται, δεν ακούει πια τον εαυτό του ούτε νοιώθει τις σκέψεις και τα αισθήματά του. Δεν γνωρίζει πια τι είναι πραγματικό. Για να επιτύχει μία κατάσταση ειρήνης με τους άλλους μπορεί να καταφύγει σε δραματικές μεθόδους ή μπορεί να συνθηκολογήσει και να κάνει ό,τι αναμένεται από τους άλλους να κάνει. Μέσα στην ομάδα, το άτομο χρειάζεται χρόνο, να του δοθεί ευκαιρία να σκεφτεί. Χρειάζεται χρόνο να εξετάσει, να ερευνήσει και να ακολουθήσει εσωτερικές σκέψεις και αισθήματα. Όταν μέλη της ομάδας ενοχλούν, απαιτούν και διαμορφώνουν γρήγορα δηλώσεις, όταν μία ισχυρή συγκινησιακή δύναμη κατευθύνεται εναντίον του μοναχικού ατόμου, το άτομο εμπλέκεται περισσότερο στις συγκινησιακές φορτίσεις παρά στη δική του αναζήτηση της αλήθειας. Η ατομική συνειδητοποίηση μπορεί να κινηθεί πιο σιγά από την ομαδική συνειδητοποίηση, αλλά στο τέλος αυτή είναι η μόνη πραγματική που έχει νόημα. Το άτομο θα ‘πρεπε να ήταν ελεύθερο να αποφασίσει κατά πόσο επιθυμεί να επιδιώξει την ταυτότητά τους μέσα στην ομάδα ή μόνο του και η απόφασή του θα ‘πρεπε να γίνει σεβαστή […]

Για να εξημερώσουμε έναν άλλο άνθρωπο, δεν χρειάζεται μία αυταρχική διαδικασία. Σύμφωνα με το νόημα του «Μικρού Πρίγκιπα», δεν σημαίνει να ημερέψουμε ή να καλουπιάσουμε ή να συντρίψουμε, να υποτάξουμε και να μειώσουμε πνευματικά ή να περιορίσουμε και να μαλακώσουμε, όπως συμβαίνει τόσο συχνά όταν ένα άτομο ξεχωρίζει έντονα και απειλεί την κλονισμένη ενότητα της ομάδας. Να εξημερώσουμε το άτομο σημαίνει να εγκαταστήσουμε δεσμούς μαζί του. Αυτό σημαίνει μία προθυμία να μπούμε στη ζωή του και να σεβαστούμε τις μοναδικές του απαιτήσεις. Να εξημερώσουμε σημαίνει να είμαστε πρόθυμοι να χάσουμε χρόνο, να μην βιαζόμαστε, αλλά να εκτιμούμε απλώς το ότι είμαστε μαζί με το πρόσωπο. «Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού. «Αλλά εσείς δεν πρέπει να το ξεχνάτε. Γίνεστε υπεύθυνοι, για πάντα, για ό,τι εξημερώσετε».

Clark E. Moustakas, Μοναχικότητα και αγάπη (Εκδ. Ταμασος) – απόσπασμα.

Η ωραία τρέλα του γαμήλιου έρωτα

bruckner19

Η υπερβολή της εποχής μας συνοψίζεται στο άπιαστο όνειρο: όλα σε ένα ή τα θέλω όλα. Ένα και μοναδικό πλάσμα πρέπει να συμπυκνώνει όλες μου τις προσδοκίες. Ποιος μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοια απαίτηση; Η ιλιγγιώδης αύξηση των διαζυγίων στην Ευρώπη δεν οφείλεται στον εγωισμό μας αλλά στον ιδεαλισμό μας: είναι αδύνατο να ζήσουμε μαζί, απέναντι στο είναι δύσκολο να μείνουμε μόνοι. Τα ζευγάρια διαλύονται όχι από απογοήτευση, αλλά από υπερβολική ιδέα για τον εαυτό τους. Από τον έρωτα δεν μένει παρά «το κεραυνοβόλο βλέμμα του θεού» (Αντρέ Μπρετόν) κι αυτό είναι το πρόβλημα. Παραφορτώνουμε το καράβι, το επενδύουμε με τόσες ελπίδες, ώστε τελικά ναυαγεί. Δεν υποφέρουμε από έλλειψη συναισθημάτων αλλά από υπερβολική ανάγκη για συναισθήματα.

Πιστεύω ακόμα στον μεγάλο έρωτα, ακούμε να λέμε. Όμως δεν έχει νόημα να πιστεύουμε σε μία αφηρημένη έννοια, όσο αξιοθαύμαστη κι αν είναι, καλύτερα να πιστεύουμε στα άτομα, τα ευάλωτα και ατελή άτομα. Αγαπώντας τον έρωτα καταλήγουμε στην εξιδανίκευσή του. Κάποτε αποκλεισμένος από τον γάμο, ο έρωτας-αίσθημα διαλύθηκε εκ των έσω προτού μπει σε κίνδυνο από τις υπερβολικές φιλοδοξίες – η βουλιμία του σηματοδοτεί και την απώλειά του. Από τότε που αφαιρέθηκαν τα εμπόδια που τον τροφοδοτούσαν με το να τον φρενάρουν, είναι υποχρεωμένος να βρει μόνος του τα μέσα για να ανανεωθεί. Πεθαίνει, όχι από τα εμπόδια που συναντά, αλλά από την εύκολη επιτυχία του. Λένε ότι το πάθος είναι ακαταμάχητο: πράγματι, αντιστέκεται σε όλα εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Η αρχαία τραγωδία αντέτασσε μια αδύνατη ένωση στη σκληρή τάξη των πραγμάτων – η σύγχρονη τραγωδία είναι ο έρωτας που σκοτώνει τον εαυτό του, που πεθαίνει επειδή νικά. Η ελευθερία του τού επιτρέπει να φθάνει στο απόγειό του και να παρακμάζει. Ποτέ οι ερωτικές μας ιστορίες δεν ήταν τόσο βραχύβιες, ποτέ δεν έφταναν τόσο νωρίς στο κρεβάτι και στη συμβίωση, εφόσον δεν υπάρχουν πια εμπόδια. Η δυστυχία μας δεν οφείλεται πια στην έλλειψη, οφείλεται στον κορεσμό.

Πρόκειται για μια ευρέως διαδεδομένη ασθένεια: η δαιμονική αναζήτηση του ερωτικού αντικειμένου που απογοητεύει και αντικαθίσταται από ένα άλλο, το οποίο με τη σειρά του επισκιάζεται από ένα τρίτο, ένα τέταρτο, μία σειρά από φλόγες που τρεμοσβήνουν κι ύστερα χάνονται για πάντα. Ενθουσιαζόμαστε, ψυχραινόμαστε, δεν είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι. Κάθε φορά υπερτιμάμε τα συναισθήματά μας, νιώθουμε ψευτοερωτοχτυπημένοι – όπως γράφει ο Σταντάλ, «πιστεύουμε ότι αγαπάμε κάποιον για όλη μας τη ζωή στη διάρκεια μίας και μοναδικής βραδιάς». Η αδελφή ψυχή δεν είναι ποτέ αρκετά ωραία, έξυπνη, σέξι, όλοι οι υποψήφιοι είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία. Ο πρίγκιπας ήταν λοιπόν ένας τιποτένιος, η σεξοβόμβα μία ψυχρή νευρωτική, μία μέγαιρα. Αυτή είναι η κόλασή μας, αντίβαρο της προόδου: δεν μπορούμε να ερωτευτούμε άνδρες ή γυναίκες στο ύψος των προσδοκιών μας, επειδή οι προσδοκίες μας είναι μη ρεαλιστικές.

Έτσι, φτάνουμε στη μοναξιά. Μετά τα τριάντα, αντί να βρούμε το ονειρεμένο πλάσμα, καθόμαστε μπροστά στην τηλεόραση και μασουλάμε πρόχειρα φαγητά περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο. Γι’ αυτό και πολλαπλασιάζονται οι μοναχικές και πονεμένες ψυχές στο διαδίκτυο, που συμμετέχουν σε μία αγορά «δεύτερο χέρι»: χωρισμένοι και ξαναπαντρεμένοι κάμποσες φορές «ερωτεύονται» έναν άγνωστο και είναι έτοιμοι να κάνουν τα ίδια λάθη, τις ίδιες εξωφρενικές επιλογές […]

Θα πεθαίνατε για κάποιον που αγαπάτε; Το ζήτημα όμως δεν μπαίνει έτσι, κυρίως πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να ζήσουμε με κάποιον, όχι να πεθάνουμε. Η ρουτίνα της καθημερινότητας συνεπάγεται τη συνέπεια της κάθε στιγμής και κάνει ανώφελη την εξονυχιστική εξέταση της κάθε χειρονομίας, της κάθε ακραίας ή τυχαίας κίνησης. Κάποτε η συναισθηματική αγωγή συνίστατο στην αποφυγή της απογοήτευσης: έπρεπε να βρούμε το δρόμο μας στους μαιάνδρους της καρδιάς, να μην παραδοθούμε στις παρορμήσεις, να αντιμετωπίσουμε τις χίμαιρες της νιότης και να επιλέξουμε ένα πνευματικό και ηθικό δρομολόγιο. Όλη η φιλολογία μάς διδάσκεια, αντιθέτως, πώς να ανασκαλεύουμε τη φωτιά, πώς να φλεγόμαστε…Ανατροπή σε σχέση με την κλασική εποχή: η κλασική εποχή φοβόταν τα μεγάλα πάθη, που προκαλούν δυστυχία – εμείς φοβόμαστε τη χλιαρότητα…Στην πραγματικότητα, δεν φοβόμαστε πια την αναρχία της συμπεριφοράς, αλλά την εξάλειψη των συγκινήσεων. Αυτό που επιζητούμε είναι το πάθος – ποιητικό, ευτυχισμένο – χωρίς τις μοιραίες του συνέπειες.

Pascal Bruckner, Το παράδοξο του έρωτα (εκδ. Πατάκη) – απόσπασμα