Μιξοπολιού* προ-σχολικές (μόνο) αναμνήσεις

λαμπα.jpg

Αίσθηση: Οι κόπιτσες στον νηπιακό καβάλο – εκεί που κούμπωνε η ολόσωμη φορμίτσα. Κοφτερή σκληράδα στο κου-ντε-πιέ από το λουστρίνι παπούτσι. Χθές ήταν;

Τρόμος: Άσπρο σκυλί, «λουλού», της κυρίας στο ισόγειο. Με φερμάρει κολλημένον στην εξώπορτα, με ασημένιο τάληρο στη χούφτα. Το τάληρο θρυμματίζει τη τζαμαρία, ένα κομμάτι γυαλί σφηνώνεται στο μπράτσο μου. Ανεξάλειπτα: η ουλή στο μπράτσο και ο τρόμος μπροστά σε αγριεμένο σκυλί.

Γεύση: Με το ένα χέρι κλείνω τη μύτη μου σαν με τσιμπίδα. Στο άλλο κρατάω φέτα πορτοκάλι. Πρέπει να καταπιώ την κουταλιά το μουρουνόλαδο και να χώσω αμέσως στο στόμα μου το πορτοκάλι. Πληρώνω την καθυστέρηση (της αλλαγής των γεύσεων) ως σήμερα.

Προτίμηση: «Ποιο είναι το καλύτερό σου φαγητό;». Η απάντηση συνιστά πρωτίστως επίδειξη ότι έμαθα επιτέλους να προφέρω σωστά το κάπα: «Κοτόπουλο κοκκινιστό». Είναι και η μόνη ανάμνηση της γιαγιάς, δεν έχω άλλη εικόνα της.

Πανικός: Ο θυρωρός της διπλανής πολυκατοικίας, ο Μανώλης, με παίρνει μαζί του στην «Αθήνα». (Ξέρω ότι μένω στην πλατεία Αγάμων – η διάκριση πλατείας Αγάμων και «Αθήνας» μου είναι ακόμα δυσπρόσιτη.) Κόσμος πολύς, χάνω το χέρι του που με κρατούσε. Ο Μανώλης άφαντος κι εγώ για λίγα λεπτά στο κενό ενός πρωτόγνωρου φόβου. Πότε έπαψε να ξεμυτίζει πανικός σε ασυνόδευτη ξενιτειά;

Φιλίες: Στο διπλανό από το σπίτι μας οικόπεδο παίζω μόνος στους λάκκους με τα βροχόνερα. Πλησιάζει δειλά συνομήλικος άγνωστος. – Πώς σε λένε; – Τάκη. Ξεκινάμε ναυμαχίες με πλεούμενα στο νερόλακκο. – Θες να γίνουμε φίλοι; Χαμόγελο συγκατάθεσης. (Ζει άραγε σήμερα ο Τάκης;)

Εντυπωσιασμός: Βυθισμένος σε βαθειά πολυθρόνα ο Καραγάτσης, με ρόμπα φαρδειά, χώνει τη γάτα από τη μασχάλη μέσα στο μανίκι του και τη βγάζει στην παλάμη του φιλική και ναζιάρα. Τον χαζεύω κατάπληκτος.

Φύλο: Ανεβαίνω με την Κατερίνη στην ταράτσα, έχει να μαζέψει τη μπουγάδα. (Εμείς δεν έχουμε υπηρέτρια με μαύρο φουστάνι και άσπρη ποδιά, έχουμε όμως την Κατερίνη που δεν πάει πια σχολείο και βοηθάει τη μητέρα μου στις δουλειές.) Χαζεύω τα στεγνωμένα ρούχα. – Τι είναι αυτό; ρωτάω για κάποιο την Κατερίνη. – Να μη ρωτάς, είσαι μικρός, απαντάει περίεργα θορυβημένη. Όταν κατεβαίνουμε, σπεύδει να δώσει αναφορά στη μητέρα με συνωμοτικά μισόλογα. – Γιατί κάνεις έτσι; της λέει ήρεμα η μητέρα. Και σε μένα: – Αυτό το λέμε σουτιέν, το φοράμε οι γυναίκες για να μας κρατάει το στήθος.

Πράσινο: Το μεγάλο φυλλόδεντρο στην είσοδο του σπιτιού μας. Πρώτα στην Πρωτέως 3. Ύστερα, Σπάρτης 11. Πόσα χρόνια ζει το φυλλόδεντρο;

Κρουστό γαλάζιο: Ο ουρανός της Αθήνας τη μέρα που μπαίνουν οι Γερμανοί. Ένα αεροπλάνο κόβει ράθυμα βόλτες στην ανοιξιάτικη φωτοχυσία.

Κόκκινο: Το πελώριο στα μάτια μου πασχαλινό αυγό, δώρο από τον νονό μου. Έκθαμβος για το σοκολατένιο εύρημα στα σωθικά μου, αναφωνώ: Πω-πω ένας ό-ο-ρας! (Το κάπα ήταν η πιο καθυστερημένη γλωσσική μου κατάκτηση.)

Συλλαβισμός της ζωής, και η φλυαρία της μνήμης στέρηση. Ποιος είναι τελικά ο αληθινός εαυτός μου; Αυτό που ήμουν τότε, αυτό που είμαι σήμερα, αυτό που θα είμαι αύριο αν με προλάβει η άνοια; Πότε και πού σαρκώνεται η υποστατική μου ετερότητα, η υπαρκτική μου ταυτότητα, ο «πυρήνας» ή το «εγώ» μου; Στροβιλιζόμαστε στο κενό, στο αξεδιάλυτο μυστήριο του θανάτου. Μάθαμε τη συγκρότηση του πυρήνα των ατόμων, τα στοιχεία της ύλης των απώτατων γαλαξιών, τη σύνθεση του φωτός, τη δομή του DNA. Και δεν ξέρουμε να ορίσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Το μόνο που ισχυρίζεσαι κι ο Θεός δεν μεταβάλλει, Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχει, Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα. Ελύτης έφη.

[*Μιξοπολιός: ο κατά το ήμισυ πολιός, ο έχων εν μέρει πολιάς τρίχας, ψαρός, ψαρομάλλης.]

Χρήστος Γιανναράς, Απόσπασμα κειμένου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό η λέξη, (τεύχος 148), σελ.643-647.

**έργο του Σπύρου Βασιλείου (1979)

Te Deum

Image

Κάθε ἄνθρωπος ἕνα μοναδικὸ βλέμμα, ἕνα μοναδικὸ χαμόγελο. Μιλάει, σκέφτεται, ἀγαπάει ὅπως κανένας ἄλλος, οὔτε πρίν, οὔτε μετά. Τραγουδάει τὸν ἔρωτα ἄκρη στὴ θάλασσα, βουτάει στὸ κύμα ὅλος ἀλκή. Βγαίνει στὸ βράχο, χαίρεται τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἀκούει τὸ φλοῖσβο. Ρουφάει τὸ παρὸν μὲ τὴν ἀμεριμνησιὰ τοῦ αἰώνιου.

Ἄσχετος μὲ τὸν θάνατο ποὺ θὰ τὸν θερίσει, ἄσχετος μὲ τὴν προδοσία τῆς σάρκας του ποὺ κάθε μέρα μαραίνεται καὶ κάποτε θὰ σαπίσει στὸ χῶμα.

Ἡλιοκαμμένο ἀγόρι, μὲ τὸ ζαρκαδίσιο κορμὶ καὶ τὰ ἁλατισμένα ματόκλαδα, τί σχέση ἔχεις ἐσὺ μὲ τὸν αὐριανὸ ἑαυτό σου, τὸν γέροντα ποὺ σέρνεται μὲ τρεμάμενα μέλη, κυρτωμένος, εὔθραυστος, κι ἀδύναμο φῶς στὰ σακουλιασμένα του μάτια. Καὶ σὺ ὁλόδροσο κορίτσι, σπαρταριστὸ κορμὶ ἡδονικοῦ λεόπαρδου, πῶς μεταλλάζεις τὸ διάφανο δέρμα, τὸ ὁλόφωτο βλέμμα, τὸ κρουστὸ στῆθος, τὰ ζωντανὰ μαλλιὰ ὅπου ἀνασαίνει ὁ ἄνεμος. Πῶς μεταλλάζεις σὲ μαραμένη κίτρινη γεροντικὴ σάρκα, στρεβλὲς ἀρθρώσεις, μελανιασμένες φλέβες, κομπιαστὴ ἀνάσα. Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἑαυτός μας, τὸ πραγματικό μας πρόσωπο. Πότε καὶ ποῦ σαρκώνεται ἡ ἀληθινή μας ταυτότητα, ποιός ὁ «πυρήνας» τῆς ὕπαρξής μας, τὸ πραγματικὸ «ὑποκείμενο» τόσο τοῦ κάλλους ὅσο καὶ τῆς φθορᾶς.

Μάθαμε τὴ συγκρότηση τοῦ πυρήνα τῶν ἀτόμων, τὴ δομὴ τοῦ DΝΑ, τὴ σύνθεση τοῦ φωτός, τὰ στοιχεῖα τῆς ὕλης τῶν ἀπώτατων γαλαξιῶν. Καὶ δὲν ξέρουμε νὰ ὁρίσουμε οὔτε τὴν ἔναρξη οὔτε τὸ πέρας τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου, τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ψάχνουμε τὸ αἴνιγμα τῆς ὕπαρξής μας, τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὅπως βλέπουμε τὰ σκουλίκια στὸ ἀπόβροχο νὰ ψάχνουν τὴ λάσπη. Τυφλά, μέσα σὲ προκαθορισμένα, ἀξεπέραστα ὅρια. Ἡ σκέψη καὶ ὁ λόγος δὲν μᾶς ἐξασφαλίζουν παρὰ μόνο ψευδαισθήσεις γνώσης, μόνο παραβολές, ἀλληγορίες, εἰκόνες μέσα ἀπὸ ἔσοπτρα καὶ αἰνίγματα. Γαντζωνόμαστε σὲ ἐμπειρίες ἄλλων, ἐμπειρίες ἀνθρώπων ποὺ μαρτυροῦν πὼς εἶδαν τὸν Θεό, πὼς μίλησαν μαζί Του. Καὶ ἀντικειμενοποιοῦμε αὐτὲς τὶς ἄρρητες ἐμπειρίες σὲ τετράγωνες ἔννοιες ποὺ στηρίζουν τὴ λογική μας. Γιὰ νὰ χτίσουμε πάνω στὴ λογικὴ τὴν ψυχολογική μας αὐτάρκεια, τὴ θωράκιση ποὺ ἀποτρέπει τὸ φόβο καὶ τὸν πανικό.

Ὑπάρχει ἕνας τρόπος νὰ ἀπορεῖς, ἐνῶ ἐμπιστεύεσαι. Κι αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν ψηλαφοῦμε μόνο στὸν ἔρωτα. Ὁ ἔρωτας σημαίνει πίστη, ἐμπιστοσύνη, αὐτοπαράδοση. Εἶσαι μέσα στὴ σκοτεινιὰ ἀτέλειωτων ἀναπάντητων ἐρωτημάτων. Ὅμως ἐγκαταλείπεσαι στὸν πόθο, κι αὐτός, σὲ βεβαιώνει ἂν ὁ Ἄλλος ποθεῖ τὸν πόθο σου. Καὶ τότε ἔχουν ἀπαντηθεῖ τὰ ἐρωτήματα δίχως ἀπάντηση. Τὰ σημαινόμενα λειτουργοῦν δίχως σημαίνοντα. Εἶναι μόνη ἡ γλώσσα τῆς ἀναφορᾶς, ἡ γλώσσα τοῦ πόθου. Αὐτὴ ποὺ μιλάει τὸ βρέφος θηλάζοντας τὸ στῆθος τῆς μάνας. Αὐτὴ ποὺ μιλᾶνε οἱ ἐρωτευμένοι στὴ σιωπὴ τῆς «μίας σάρκας».

Χρήστος Γιανναράς, «Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων», Εκδ. Δόμος – απόσπασμα