Ο Alain de Botton «διαβάζει» τον E. Hopper

Το 1906, σε ηλικία 24 ετών, ο Έντουαρντ Χόπερ πήγε στο Παρίσι, όπου και ανακάλυψε την ποίηση του Μποντλαίρ, τα έργα του οποίου έμελλε να διαβάζει και να απαγγέλλει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί τα έβρισκε τόσο θελκτικά: έτρεφε κι εκείνος το ίδιο ενδιαφέρον για τη μοναξιά, για τη ζωή στην πόλη, για τη μοντερνικότητα, για την παρηγοριά που προσφέρει η νύχτα και για τους χώρους που σχετίζονται με το ταξίδι. Το 1925 αγόρασε το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα μεταχειρισμένο Dodge, και από το σπίτι του στη Νέα Υόρκη πήγε οδηγώντας στο Νέο Μεξικό. Από τότε και στο εξής περνούσε καθ’ οδόν αρκετούς μήνες κάθε χρόνο, κάνοντας στάσεις εδώ κι εκεί για να σκιτσάρει ή να ζωγραφίσει, άλλοτε στο δωμάτιο κάποιου μοτέλ και άλλοτε στο καπό του αυτοκινήτου, πότε στην ύπαιθρο και πότε σ’ ένα διανυκτερεύον καθεστιατόριο.

EHNight_Shadows

E. Hopper, Night Shadows

Από το 1941 έως το 1955 διέσχισε πέντε φορές τις ΗΠΑ, μένοντας στα μοτέλ Μπεστ Γουέστερν ή στα Ορεινά Καταλύματα Ντελ Χέιβεν και στα ξενοδοχεία των αλυσίδων Άλαμο Πλάζα και Μπλου Τοπ. Ένιωθε να τον έλκουν οι φωτεινές επιγραφές που αναβόσβηναν στο πλάι του δρόμου διαφημίζοντας «Δωμάτια με TV και μπάνιο», τα κρεβάτια με το λεπτό στρώμα και τα τραχιά σεντόνια, τα μεγάλα παράθυρα με θέα στο πάρκινγκ ή σε παρτέρια με φροντισμένο γκαζόν, οι αινιγματικοί πελάτες που έφταναν αργά τη νύχτα κι αναχωρούσαν χαράματα, τα παρατημένα στη ρεσεψιόν διαφημιστικά φυλλάδια με τα αξιοθέατα κάθε περιοχής και το βαρυφορτωμένο καροτσάκι της καθαρίστριας που περίμενε σταθμευμένο σε κάποιο σιωπηλό διάδρομο. Για φαγητό πήγαινε σε καντίνες για τους ξενύχτηδες ή σε καταστήματα για περαστικούς οδηγούς, με θρυλικές πια ονομασίες όπως Hot Shoppe Mighty Mo ή Steak’N’Shakes και Dog’N’Sudds, ενώ για καύσιμα σταματούσε σε πρατήρια με το σήμα της Mobil, της Standard Oil, της Gulf και της Blue Sunoco.

EHHotelRoom

E. Hopper, Hotel Room

Και σε όλα αυτά τα τοπία, που κανείς δεν τα λάμβανε υπόψη, παρεκτός ίσως για να τα χλευάσει, εκείνος έβρισκε κάτι ποιητικό, κάτι από την poesie des motels, την poesie des petites restaurants au bord d’ une route*. Οι πίνακές του (και οι δηλωτικοί τίτλοι τους) φανερώνουν ένα μόνιμο ενδιαφέρον για πέντε κατηγορίες χώρων που σχετίζονται με το ταξίδι: Ξενοδοχεία, Δρόμοι και Πρατήρια Καυσίμων, Καφεστιατόρια, Θέα από το Τρένο, και Εσωτερικό Τρένων και Υλικό Τροχοφόρων.

EHearly-sunday-morning

E. Hopper, Early Sunday Morning

Το επικρατέστερο θέμα είναι η μοναξιά. Οι μορφές του Χόπερ δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται πολύ μακριά από το σπίτι- κάθονται ή στέκονται μόνες, άλλη να κοιτάζει ένα γράμμα καθιστή στην άκρη του κρεβατιού κάποιου μοτέλ, άλλη να τα πίνει σ’ ένα μπαρ, κάποιες να ατενίζουν το τοπίο από το παράθυρο ενός κινούμενου τρένου, μερικές να διαβάζουν ένα βιβλίο σε φουαγιέ ξενοδοχείου. Τα πρόσωπά τους ευάλωτα, εσωστρεφή. Πρόσφατα, μάλλον, εγκατέλειψαν κάποιον- ή τις εγκατέλειψε εκείνος. Ψάχνουν για δουλειά, για σεξ ή για συντροφιά, μετέωρες σε μέρη μεταβατικά. Συχνά είναι νύχτα, κι έξω από το παράθυρο καραδοκεί το σκότος, η απειλή της υπαίθρου ή μιας πόλης άγνωστης.

EHcompartment-c-car

E. Hopper, Compartment C Car.

Στον πίνακα Self Service (ή Automat, 1927) μια γυναίκα κάθεται μόνη και πίνει ένα φλιτζάνι καφέ. Η ώρα είναι περασμένη και, αν κρίνουμε από το καπέλο και το πανωφόρι της, έξω κάνει ψύχρα. Η αίθουσα φαίνεται μεγάλη, έντονα φωτισμένη και άδεια. Το ντεκόρ είναι απλώς λειτουργικό – ένα τραπέζι με μαρμάρινη επιφάνεια, βαριές και ανθεκτικές μαύρες ξύλινες καρέκλες, τοίχοι λευκοί. Η γυναίκα φαίνεται κλεισμένη στον εαυτό της, ίσως και λίγο φοβισμένη, σαν να μην το συνηθίζει να κάθεται μόνη σε δημόσιο χώρο. Προφανώς, κάτι έχει πάει στραβά. Άθελά της προσκαλεί το θεατή να πλάσει με τη φαντασία του μια ιστορία γι’ αυτήν, μια ιστορία προδοσίας, απώλειας. Προσπαθεί να μη δείξει ότι το χέρι της τρέμει καθώς φέρνει το φλιτζάνι στα χείλη της. Θα είναι ίσως γύρω στις έντεκα το βράδυ, Φεβρουάριο μήνα, σε μια μεγαλούπολη της Βόρειας Αμερικής.

EHautomat-1927

E. Hopper, Self Service (Automat)

Το Self Service είναι ένας πίνακας που βρίθει από θλίψη- αλλά δεν μας τη μεταδίδει. Έχει τη δύναμη των σπουδαίων μελαγχολικών έργων μουσικής. Παρά το απέριττο περιβάλλον, ο χώρος δεν φαίνεται εξαθλιωμένος. Οι άλλοι που βρίσκονται στην ίδια αίθουσα θα είναι μάλλον εξίσου απορροφημένοι στα δικά τους. Άντρες ή γυναίκες, θα πίνουν καφέ μόνοι, βυθισμένοι σε σκέψεις κι αυτοί, τηρώντας ανάλογη απόσταση από την κοινωνία: απομονωμένοι, αλλά όλοι μαζί, πράγμα ωφέλιμο, αφού μειώνει το καταπιεστικό αίσθημα που νιώθει κάθε μοναχικός επειδή είναι μόνος. Στα φουαγιέ των ξενοδοχείων και στα καφέ-μπαρ των σταθμών, στα καφεστιατόρια των εθνικών οδών και στα αντίστοιχα καταστήματα που μένουν ανοιχτά ως αργά το βράδυ στις πόλεις, το αίσθημα απομόνωσης γίνεται ίσως λιγότερο έντονο μέσα στο πλαίσιο του κοινόχρηστου χώρου, κι αυτό ενδεχομένως μας επιτρέπει να νιώσουμε ξανά την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μία κοινότητα. Η απουσία αναφορών σε κάποια οικογενειακή ζωή, το δυνατό φως και τα απρόσωπα έπιπλα, όλα αυτά μαζί μπορεί να προσφέρουν ανακούφιση σ’ εκείνους που έχουν φτάσει να βρίσκουν ψεύτικη την οικιακή θαλπωρή. Και σε ένα τέτοιο μέρος ίσως είναι πιο εύκολο να ενδώσουμε στη θλίψη απ’ ό,τι στο σαλόνι μας με τη γνώριμη ταπετσαρία και τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες, το ντεκόρ ενός καταφυγίου που ξέρουμε ότι μας έχει απογοητεύσει.

Ο Χόπερ μάς καλεί να νιώσουμε κι εμείς τα αισθήματα της γυναίκας αυτής στην απομόνωσή της. Την αποδίδει ως πλάσμα αξιοπρεπές και γενναιόδωρο, με μόνο μειονέκτημα ίσως μία κάποια αφέλεια, το ότι εμπιστεύεται χωρίς επιφυλάξεις – σαν να προχωρούσε αμέριμνη και να χτύπησε σε μία σκληρή προεξοχή. Μας ωθεί να μπούμε στη θέση της, να δούμε τον κόσμο με τα μάτια του παρία. Οι μορφές που απεικονίζει δεν είναι ενεργοί πολέμιοι της οικιακής ζωής, απλώς φαίνεται, κατά κάποιον ακαθόριστο τρόπο, να έχουν προδοθεί από αυτήν, πράγμα που τις εξώθησε να φύγουν μακριά ή απλώς να βγουν έξω, έστω και περασμένη ώρα. Το διανυκτερεύον καφεστιατόριο, η αίθουσα αναμονής του σταθμού και το μοτέλ αναδεικνύονται ως άσυλα για τους καλοπροαίρετους που δεν έχουν καταφέρει να βρουν ένα σπιτικό στο συνηθισμένο κόσμο, για τις ψυχές που ο Μποντλαίρ θα αποκαλούσε με τον τιμητικό τίτλο «ποιητικές».

EHstudy

E. Hopper, Study for Nighthawks

Αν βρίσκουμε κάτι ποιητικό στα βενζινάδικα και στα μοτέλ της εθνικής οδού, αν μας έλκουν τα αεροδρόμια ή τα κουπέ των τρένων, αιτία μάλλον είναι ότι, παρά την ταλαιπωρία και τους συμβιβασμούς που επιβάλλει η αρχιτεκτονική τους, έχουμε σαφώς την αίσθηση πως αυτοί οι χώροι απομόνωσης προσφέρουν ένα απτό σκηνικό για να ζήσουμε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από τις εγωκεντρικές ανέσεις, τις έξεις και τους περιορισμούς του συνηθισμένου, αμετακίνητου κόσμου μας.

 

Alain de Botton, Η τέχνη του ταξιδιού (εκδ. Πατάκη) – απόσπασμα.

*Γαλλικά στο πρωτότυπο: «Την ποίηση των μοτέλ, των μικρών εστιατορίων στο πλάι του δρόμου».

 

 

 

Advertisements

Μεθύστε

Image

Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.

Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Charles Baudelaire  || photo by Gilbert Garcin, «Chasing after Time»

[Ευχαριστώ: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/charles_baudelaire_poems.htm#ΜΕΘΥΣΤΕ ]