Τρόποι Ανάγνωσης

Pontalis

Ποτέ δεν σταματάμε να διαβάζουμε, ιδίως εμείς οι κάτοικοι των πόλεων, ακόμα κι αν δεν ανοίγουμε βιβλίο, ακόμα κι αν δεν αγοράζουμε εφημερίδες: ονόματα δρόμων, καταστημάτων, διαφημιστικά πανό, φανάρια στις διασταυρώσεις, σήματα οδικής κυκλοφορίας, κ.λ.π. Καλούμαστε να είμαστε απλώς και μόνον αναγνώστες σημείων. Ο σύγχρονος κόσμος, ο κόσμος των πόλεων, κατοικείται από σημεία στα οποία ανταποκρινόμαστε. Αναστάτωση όποτε αγνοούμε τι σημαίνουν (σ’ ένα ταξίδι στο εξωτερικό, για παράδειγμα) ή όποτε είναι ακαθόριστα κι εξαναγκαζόμαστε να τα ερμηνεύσουμε.

Στην ερωτική κατάσταση, στην υπερδιέγερση της ζήλιας, καραδοκούμε για τα σημεία (Προυστ, Αλαίν). Θέλουμε να ξέρουμε, να ξέρουμε τι μας περιμένει. Προσπαθούμε να διαβάσουμε ένα πρόσωπο, θα θέλαμε να είναι ανοιχτό βιβλίο, αποκρυπτογραφήσιμο απ’ άκρου σ’ άκρο, να μην κρύβει τίποτα. Διαβάζω ένα πρόσωπο, διαβάζω τις σκέψεις – ο μόνος τρόπος ν’ αποφύγουμε την αναγκαστικά απατηλή απάντηση στην ερώτηση «τι σκέφτεσαι;» -, διαβάζω τα όνειρα, εισχωρώ στις πτυχώσεις του ύπνου της Αλμπερτίν. Απαίτηση που είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί: τα σημεία συγκαλύπτουν το αντικείμενο δίχως να το γυμνώνουν.

Σημερινός πληθωρισμός της λέξης «διαβάζω». Διαβάζουμε ένα χάρτη, μία ακτινογραφία∙ στο ποδόσφαιρο, στο τένις, πρέπει να διαβάσουμε το παιχνίδι του αντιπάλου. Μας μαθαίνουν να διαβάζουμε έναν πίνακα ζωγραφικής.

Η εμπειρία της ανάγνωσης δεν είναι αυτό. Είναι το ακριβώς αντίθετο. Διαβάζω ένα βιβλίο, αφήνομαι να παρασυρθώ από αυτό, συναινώ να παρασυρθώ από το άγνωστο με μια διπλή κίνηση αποξένωσης – «παραξενέματος» – και οικειοποίησης, σημαίνει πως ξεμαθαίνω να αποκωδικοποιώ τα σήματα, να ερμηνεύω τις εικόνες. Η «κειμενική» κριτική περιορίζει την αναγνωστική εμπειρία στην αποκρυπτογράφηση: αποκωδικοποιώ, ανιχνεύω τα σημαίνοντα…Όταν ο Ρολάν Μπαρτ αναγνωρίζει την απόλαυση του αναγνώστη, την ονομάζει απόλαυση του κειμένου. Ο συγγραφέας, πιθανόν, κατασκευάζει ένα κείμενο. Αλλά δεν είναι ένα κείμενο αυτό το οποίο μου δίνει απόλαυση, με συνεγείρει, με αναστατώνει.

Γνωρίσαμε στο παρελθόν, και μερικές φορές τις ξανασυναντούμε, συγκινήσεις εξίσου έντονες μ’ εκείνες που δοκιμάζαμε όταν ήμαστε παιδιά, καθώς βυθιζόμαστε – ξαπλωμένοι στο πάτωμα, πάνω σ’ ένα κρεβάτι – μέσα σ’ ένα βιβλίο για να χαθούμε, για να ξεχάσουμε την ταυτότητά μας, το παρόν μας, την οικογένειά μας. Παύαμε να ακούμε ό,τι λεγόταν γύρω μας. Οι μητέρες μας μάς επέπλητταν – «θα χαλάσεις τα μάτια σου» -, ενόσω αυτά ανοίγονταν σε ολόκληρους κόσμους, σε αγνοημένες χώρες, σε ανησυχητικά πρόσωπα, σε τρελές περιπέτειες, σε γυναίκες που άλλοτε μας φόβιζαν, άλλοτε μας γοήτευαν, και τις οποίες ερωτευόμαστε για πάντα.

Η αναγνωστική εμπειρία προαναγγέλλει την εμπειρία της ψυχανάλυσης. Είναι και οι δύο παραφορά, μεταβίβαση, εκτός εαυτού. Είναι και οι δύο δοκιμασία στο αλλότριο. Σ’ ένα αλλότριο εγγύτατο πιθανώς ως προς την καταγωγή.

Συναινείς να αιχμαλωτιστείς, να συνεπαρθείς, να μη βλέπεις πια ό,τι υπάρχει γύρω σου, να μη μείνεις άλλο κλεισμένος σ’ εκείνο που νομίζεις εαυτό σου, να μην ακούς άλλο τίποτε από αυτές τις φωνές που έρχονται από την «ενδοχώρα».

Πριν από τον συγγραφέα, ο αοιδός. Πριν από το μυθιστόρημα, το παραμύθι. Πριν από το γραπτό, ο λόγος. Πριν από τη γλώσσα, η ποίηση, που μας κάνει να πιστεύουμε πως η λέξη είναι, πιθανότατα, το πράγμα.

Jean- Bertrand Pontalis, Παράθυρα (εκδ. Εστία) – απόσπασμα

Advertisements

Απογοητευμένοι και απογοητευτικές

Pontalis

Μου λέει πως η βραδιά που πέρασε χθες στο σπίτι κάποιων φίλων τον απογοήτευσε. Τον ρωτώ τι ακριβώς προσδοκούσε. Δεν ξέρει ακριβώς, τίποτε ιδιαίτερο, ωστόσο απογοητεύτηκε.

Μπορεί να υπάρξει άραγε απογοήτευση χωρίς προσδοκία, με μια προσδοκία η οποία αγνοεί τι προσδοκά, που προσδοκά περισσότερα ή διαφορετικά πράγματα, μια προσδοκία του απροσδόκητου; Στην πραγματικότητα η βραδιά εκτυλίχθηκε όπως θα την περίμενε: ένα καλό γεύμα, μία ζωηρή συζήτηση, κλπ. Εξαιρετική βραδιά, απογοητευτική. Έλειπε ίσως μια γυναίκα που θα τον είχε αναστατώσει ή κάποιες κουβέντες που θα μπορούσαν να τον εξοργίσουν. Ο άνθρωπος αυτός επιρρίπτει συχνά στον εαυτό του το ότι είναι υπερβολικά γαλήνιος, ότι μεθόδευσε μια ζωή από την οποία τίποτα δεν λείπει. «Επιτυχία, από κάθε άποψη, η ζωή μου».

Συνεχίζει. Θυμάται κάποια κρίση στον σχολικό του έλεγχο, άλλοτε: «Εξαιρετικός μαθητής, με απολύτως ικανοποιητικές επιδόσεις σε όλους τους τομείς». Ήταν τόσο περήφανος τότε. Σήμερα, λέει, αυτά του γυρίζουν τ’ άντερα. Να ικανοποιείς τους καθηγητές, τους γονείς σου… «Πόσο υπάκουος ήμουν, πόσο υποταγμένος! Δεν έχω διάθεση να σας ικανοποιήσω, να δειχθώ καλός αναλυόμενος για να με προστατέψετε». «Προτιμάτε να με απογοητεύσετε;»

Να απογοητεύσει, πώς όμως; Θα ‘ταν δώδεκα ή δεκατριών ετών. Θαύμαζε τον πατέρα του, «ο καλύτερος άνθρωπος, δίκαιος, πάντοτε διαθέσιμος, ποτέ δεν οργιζόταν». Και ιδού – η πρόκληση, τόσο νωρίς – πήγε κοντά στον πατέρα του και, ξαφνικά, τον χαστούκισε. «Έτσι, στα καλά καθούμενα, αλλά έπρεπε να το κάνω». Μετά από αυτό ξέσπασε σε κλάματα υπό το αποβλακωμένο βλέμμα του πατέρα του. Το περιστατικό δεν ξαναναφέρθηκε ποτέ. Ο καλός μαθητής, ο καλός γιος ακολούθησε το δρόμο του: «Επιτυχία, από κάθε άποψη» και, σποραδικά, η αιχμηρή απογοήτευση από το ότι δεν κατόρθωσε να απογοητεύσει.

Στα λατινικά, ο deceptor σημαίνει τον απατηλό (το πονηρό δαιμόνιο του Ντεκάρτ). Στα αγγλικά, to deceive: δελεάζω, εξαπατώ. Διαψεύδω τις προσδοκίες του άλλου. Αυτή η γυναίκα που διατείνεται πως είναι μονίμως απογοητευμένη – στους έρωτες, στη δουλειά της – επιδίδεται στην προσπάθεια να απογοητεύσει. Και τότε οι άντρες – «τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους, μα ποιοι νομίζουν πως είναι;» – είναι εκείνοι που ανησυχούν: «Μα τι μου λείπει και ψάχνει διαρκώς αλλού;»

Θα έπρεπε μήπως, για να μην απογοητευόμαστε, να μην περιμένουμε τίποτα; Να γεννιόμαστε χωρίς αυταπάτες, ώστε να είμαστε σίγουροι πως δεν θα τις χάσουμε; Να είμαστε, από το ξεκίνημα κιόλας, ασαγήνευτοι; Τέτοια σκέφτομαι συχνά, με αφορμή τον Ρ. που δεν λησμονεί ποτέ πως όλα είναι θνητά, που παίρνει τα πράγματα όπως έρχονται, που δεν εξανίσταται και δεν παραπονιέται ποτέ. Αυτός ο εκ γενετής ασαγήνευτος, σαγηνεύεται με το παραμικρό: με μια αντανάκλαση ουρανού στα νερά μιας λιμνούλας, μ’ έναν σκύλο που του κάνει χαρές, και κυρίως, κυρίως, με τα ψηλόλιγνα πόδια ή με το διαφαινόμενο στήθος μιας γυναίκας που συνάντησε στο δρόμο.

Αν δεν ήταν οι μητέρες μας απογοητευτικές, δεν θα δεχόμαστε τίποτε από όσα, ανέλπιστα, μας προσφέρει η ζωή.

Jean-Bertrand Pontalis, Παράθυρα (εκδ. Εστία)