Ο Κόσμος της Σοφίας

Εικόνα

 

«…παρ’ όλο που τα φιλοσοφικά ερωτήματα ενδιαφέρουν και αφορούν όλους τους ανθρώπους, δε γίνονται όλοι οι άνθρωποι φιλόσοφοι. Οι περισσότεροι φυλακίζονται (για διάφορους λόγους) τόσο βαθιά μέσα στην καθημερινότητα, που θάβουν μια για πάντα την έκπληξή τους για το φαινόμενο της ζωής. [..]

Για τα παιδιά όμως, ο κόσμος – κι όλα όσα κλείνει μέσα του – είναι κάτι καινούργιο, που προκαλεί το θαυμασμό και την έκπληξη. Οι μεγάλοι δεν τον βλέπουν έτσι. Οι περισσότεροι μεγάλοι άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο σαν κάτι εντελώς κανονικό και συνηθισμένο.

Και στο σημείο αυτό ακριβώς, οι φιλόσοφοι αποτελούν μία αξιοθαύμαστη μειοψηφία. Ο φιλόσοφος δεν κατάφερε ποτέ να σταθεί απέναντι στον κόσμο χωρίς απορία και θαυμασμό. Δεν κατάφερε ποτέ να συνηθίσει τον κόσμο. Για έναν ή για μία φιλόσοφο, ο κόσμος εξακολουθεί να είναι κάτι ακατανόητο, κάτι μυστηριώδες κι αινιγματικό. Οι φιλόσοφοι, λοιπόν, και τα μικρά παιδιά έχουν κάτι κοινό. Με άλλα λόγια, ο φιλόσοφος μένει, για όλη του τη ζωή, παιδί και συνεχίζει, όσο ζει, να θαυμάζει και ν’ απορεί με τον κόσμο, όπως κι ένα παιδί.

Και τώρα θα πρέπει ν’ αποφασίσεις, αγαπητή μου Σοφία: Είσαι ένα παιδί, που δεν έχει ακόμα «συνηθίσει» τον κόσμο, ή είσαι μια φιλόσοφος που μπορεί να ξορκίσει τη δύναμη της συνήθειας και να συνεχίσει, για όλη της τη ζωή, να βλέπει τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού;

Αν, απλώς, κουνάς τώρα το κεφάλι και δε νιώθεις ούτε παιδί ούτε φιλόσοφος, αυτό σημαίνει πως έχεις συνηθίσει τόσο πολύ να ζεις μέσα στον κόσμο, που δεν απορείς και δε σαστίζεις πια. Ο δισταγμός κρύβει κινδύνους. Γι’ αυτό, για λόγους ασφαλείας, προσφέρομαι να σου κάνω αυτά τα μαθήματα. Δε θέλω να γίνεις από τους νωθρούς κι αδιάφορους ανθρώπους, που τίποτα δεν τους συναρπάζει. Θέλω να ζήσεις μία ζωή θαυμάσια και συναρπαστική.

[…]

Σύντομη περίληψη: Ένα κάτασπρο λαγουδάκι βγαίνει μέσα από ένα άδειο ημίψηλο. Κι επειδή είναι ένα τεράστιο λαγουδάκι, το κόλπο αυτό χρειάζεται δισεκατομμύρια χρόνια για να γίνει. Μέσα στο τρίχωμά του γεννιούνται όλοι οι άνθρωποι. Κι απορούν μ’ αυτό το κόλπο, που κατά βάση δεν είναι δυνατό να γίνει, κι όμως γίνεται. Μεγαλώνοντας, οι άνθρωποι χώνονται όλο και πιο βαθιά μέσα στις τρίχες του μικρού λαγού κι εκεί μένουν. Εκεί μέσα είναι τόσο βολικά και ζεστά, που δεν τολμούν να σκαρφαλώσουν στις μικρές τριχούλες και να ξαναβγούν στο φως. Μόνο οι φιλόσοφοι έχουν το θάρρος να ξεκινήσουν το ταξίδι που θα τους οδηγήσει ως τα πιο μακρινά σύνορα της γλώσσας και της ύπαρξης. Μερικοί χάνονται στο δρόμο, άλλοι, όμως, γαντζώνονται σφιχτά στο τρίχωμα του λαγού και φωνάζουν στους υπόλοιπους, που έχουν μείνει βαθιά χωμένοι και βολεμένοι στο μαλακό του τρίχωμα, τρώγοντας και πίνοντας του καλού καιρού.

«Κυρίες και κύριοι», φωνάζουν, «πετάμε στο ΔΙάστημα, χωρίς να στηριζόμαστε πουθενά!»

Αλλά κανείς από τους ανθρώπους κάτω στο τρίχωμα του λαγού δε δίνει σημασία στις φωνές των φιλοσόφων.

«Θεέ μου, τι φασαρία που κάνουν!» λένε μονάχα.

Κι ύστερα συνεχίζουν την κουβέντα τους όπως και πριν: Μου δίνεις σε παρακαλώ, το βούτυρο; Πόσο ανέβηκαν σήμερα οι μετοχές; Πόσο κάνουν οι ντομάτες; Το ‘μαθες; Λένε πως η Νταϊάνα είναι έγκυος…»

 

Jostein Gaarder, «Ο Κόσμος της Σοφίας – Μυθιστόρημα για την Ιστορία της Φιλοσοφίας», Εκδ. ΛΙΒΑΝΗΣ (απόσπασμα)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s