Ο Κόσμος του Σεξ

miller«Η αληθινή προδοσία είναι να ζεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο και να χρησιμοποιήσεις το πνεύμα σου για να τον δικαιολογήσεις.»

Jean Guehenno, Caliban Parle, εκδ. Grasset, Παρίσι.

Παρ’ όλες τις οπισθοδρομήσεις που καταγράφει η ιστορία, παρά την άνοδο και την πτώση των πολιτισμών, παρά τον αφανισμό φυλών και ηπείρων, υπάρχει κάποιο αήττητο και κραταιό οικοδόμημα που είναι το αληθινό ενδιαίτημα του ανθρώπου. Όταν το συνειδητοποιήσουμε, θα πάμε να το κατακτήσουμε. Δεν θα είναι ανάγκη να σωριάσουμε τον κόσμο σε ερείπια προηγουμένως.

Όπως ακριβώς οι ποταμοί χύνονται και γίνονται ένα με τον ωκεανό, έτσι όλοι οι ελάσσονες τρόποι πρέπει εντέλει να ενδώσουν στον μείζονα τρόπο, βαφτίστε τον όπως θέλετε. Ήθη, έθιμα, νόμοι, συνήθειες, πεποιθήσεις, δόγματα – όλα αυτά είναι ήσσονος σημασίας. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι να γίνει κανόνας το θαυμαστό. Ακόμα και σήμερα, όσο ματαιωμένοι και απογοητευμένοι κι αν είμαστε, το θαυμαστό δεν είναι ολότελα απόν. Αλλά πόσο γκροτέσκες, πόσο σπασμωδικές και αδέξιες είναι οι προσπάθειές μας να το αναδείξουμε. Όλη η ευφυία, όλος ο σπαραξικάρδιος μόχθος που ξοδεύεται στις επινοήσεις, τις οποίες εκλαμβάνουμε ως εξαίσια θαύματα, δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως νέτες σκέτες σπατάλες αλλά και ως ασυναίσθητες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρώπου ώστε να προβλέψει και να αποφύγει το θαυμαστό. Γεμίζουμε ακατάσχετα τον κόσμο με τις επινοήσεις μας, δίχως ποτέ να διανοούμαστε μήπως είναι αχρείαστες – ή και επιζήμιες. Μηχανευόμαστε εκπληκτικά μέσα επικοινωνίας, αλλά επικοινωνούμε, άραγε, ο ένας με τον άλλο; Μετακινούμε εδώ κι εκεί τα κορμιά μας με απίστευτες ταχύτητες, αλλά αφήνουμε ποτέ όντως το σημείο από όπου ξεκινήσαμε; Διανοητικά, ηθικά, πνευματικά, είμαστε αλυσοδεμένοι. Τι έχουμε πετύχει με το να εξαφανίσουμε ολόκληρες οροσειρές, με το να τιθασεύσουμε την ενέργεια πανίσχυρων ποταμών, ή με το να μετακινήσουμε ολόκληρους πληθυσμούς εδώ κι εκεί σαν πιόνια στη σκακιέρα, αν εμείς οι ίδιοι παραμένουμε τα ίδια νευρικά, ελεεινά, απογοητευμένα πλάσματα που ήμασταν και πριν; Το να αποκαλείς πρόοδο μια τέτοια δραστηριότητα είναι η απόλυτη αυταπάτη. Μπορεί να πετυχαίνουμε στο να αλλοιώνουμε το πρόσωπο της γης ώσπου να γίνει αγνώριστο ακόμα και στον ίδιο τον Δημιουργό, αλλά αν αυτό δεν έχει επίδραση και σ’ εμάς, τότε ποιο το νόημα;

Οι έλλογες, εννοηματωμένες πράξεις δεν χρειάζονται σάλο. Όταν τα πράγματα είναι έτοιμα να σωριαστούν σε ερείπια και να καταστραφούν, ίσως η πιο μεστή νοήματος στάση είναι να μείνεις ασάλευτος. Ο άνθρωπος που επιτυγχάνει να συνειδητοποιήσει και να εκφράσει την αλήθεια που βρίσκεται εντός του μπορούμε να πούμε ότι προβαίνει σε μια δραστηριότητα πολύ πιο ισχυρή απ’ ό,τι το ρήμαγμα μιας αυτοκρατορίας. Δεν είναι, επιπλέον, πάντοτε απαραίτητο να εκφέρεις την αλήθεια. Όσο κι αν καταρρέει και αποσυντίθεται ο κόσμος,  πάντα η αλήθεια εμμένει.

Εν αρχή ην ο Λόγος. Ο άνθρωπος τον κάνει πράξη ασυναίσθητα. Αυτός είναι η πράξη, και όχι ο πράττων.

Henry Miller, Ο Κόσμος του Σεξ (εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Γ. – Ίκαρος Μπαμπασάκης. (απόσπασμα)

Φωτογραφία: Peter Gowland.

Η Ποίηση

 

pablo-neruda-00123

Κάποτε με πλησίασε

η ποίηση. Δεν ξέρω, δεν ξέρω,

αγνοώ από πού ‘ρθε,

απ’ τον χειμώνα αν κατέβηκε

ή τάχα απ’ τα ποτάμια.

Δεν ξέρω από πού αλλά ούτε και πότε,

όχι, δεν ακούστηκαν φωνές, ούτε

λόγος υπήρξε ούτε σιωπή∙

κι όμως μ’ έκραξε κάτω απ’ το δρόμο,

απ’ το σύγκλαδο πάνω της νύχτας –

μ’ έκραξε εμένα, ξαφνικά

και όλως εξ απροόπτου,

ανάμεσα σ’ άλλους πολλούς,

ανάμεσα από φλόγες σφοδρότατες∙

μα μ’ έκραξε και μόνον μου

κατά την επιστροφή μου,

εκεί όπου είταν να πάω∙

την είδα που δεν είχε όψη∙

πήγα κοντά και μ’ ακούμπησε.

~

Δεν ήξερα τι λένε

σ’ αυτές τις περιστάσεις,

το στόμα μου

ούτε γρυ δεν έβγαλε,

τα μάτια μου μέναν τυφλά,

και κάτι χτύπαγε σφοδρά μες στο στήθος μου,

πυρετός ή πλανημένη αιώρηση∙

κι έτσι συνήθισα να ‘μαι μόνος

αφ’ ότου ανέλυσα

εκείνο το έγκαυμα,

κι έπιασε κι έγραψα

τους πρώτους μπερδεμένους μου στίχους,

άτσαλους, άμορφους, ένα τέλειο

τίποτα,

ή πεντακάθαρη σοφία

ενός που δεν καταλαβαίνει τίποτα∙

πλην ξάφνου είδα

ν’ ανοίγουν

και ν’ αποκαλύπτονται

οι ουρανοί,

οι πλανήτες,

γλώσσες φυτών να κυματίζουν,

το σκότος διάτρητο,

σα σουρωτήρι,

κι από μέσα του να στραγγίζουνε

βέλη, φωτιές, λουλούδια,

η νύχτα που όλα τα κατέχει και τα κατελεί,

το σύμπαν εν όλω, ακέραιο.

~

Κι εγώ, ένα ον

ανθρώπινο, μικρό,

μεθυσμένο ανθρωπάκι στο κενό

με το μέγα έναστρο διάστημα,

είδωλο ο ίδιος του κενού,

ομοίωμα του μυστικού του κώδικα,

ένιωσα πολλοστημόριο να ‘μαι

της αβύσσου,

και κουτρουβαλώντας με όλα τ’ αστέρια αντάμα

βρήκα την καρδιά μου εν τω άμα

να ‘ναι κυριολεκτικώς στο έλεος του ανέμου.

 

Pablo Neruda, Η Ποίηση (Η στείρωση των αστέρων – πενηντατέσσερα ποιήματα του έρωτα και του θανάτου, εκδ. Τυπωθήτω – Λάλον Ύδωρ, μτφ. Γ. Κεντρωτής. Τίτλος πρωτοτύπου: La poesia. Απ’ τη συλλογή Memoria de Isla Negra (1964).

Ouverture

giannaras

Ἀδελφιδός μου παρῆλθε·
ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ.

Γνωρίζουμε τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας (αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστο κράμα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μας) «ξέρει», μὲ φοβερὴ ὀξυδέρκεια πέρα ἀπὸ νοήματα, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς κερδίζεται μόνο στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Στὴν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπενδύει ἡ φύση μας στὸν ἔρωτα ὅλη τὴ ἀπύθμενη δίψα της γιὰ ζωή. Δίψα τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς – τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία ξέρουμε ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τρόπος ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἡ φύση μας διψάει ἀπεγνωσμένα τὴ σχέση, δίχως νὰ ξέρει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Δὲν ξέρει νὰ μοιράζεται, νὰ κοινωνεῖ, ξέρει μόνο νὰ ἰδιοποιεῖται τὴ ζωή, νὰ τὴν κατέχει καὶ νὰ τὴν νέμεται. Ἂν ἡ γεύση τῆς πληρότητας εἶναι κοινωνία τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἄλλον, ἡ ὁρμὴ τῆς φύσης μας ἀλλοτριώνει τὴν κοινωνία σὲ ἀπαίτηση ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τοῦ Ἄλλου. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι ποτὲ ποινή, εἶναι μόνο αὐτοεξορία.

Τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τὸν σπουδάζουμε πάντοτε σὰν χαμένο παράδεισο. Τὸν ψηλαφοῦμε στὴ στέρηση, στὸ ἐκμαγεῖο τῆς ἀπουσίας του. Ἔγγλυφο ἴχνος τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίκρα τῆς μοναξιᾶς στὴν ψυχή μας, ἡ ἀνέραστη μοναχικότητα. Γεύση θανάτου. Μὲ αὐτὴ τὴ γεύση μετρᾶς τὴ ζωή. Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.

 

Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων (εκδ. Δόμος).

[Ευχαριστώ: http://users.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/]

Youth

Youth

 

Δύο άντρες ηλικιωμένοι, με περισσότερη ζωή πίσω τους απ’ όση μπροστά τους, φίλοι από τα βαθιά τους νιάτα, σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στις Ελβετικές Άλπεις. Επιτυχημένοι, διάσημοι, περιστοιχισμένοι μία ζωή από τους πειρασμούς της ομορφιάς: γυναίκες, μουσική, εικόνες, σενάρια. Ο ένας φανερά παραιτημένος, περιμένει να πεθάνει. Ο άλλος φανερά ακούραστος, ετοιμάζει την νέα του ταινία. Δίπλα τους, ένας Μαραντόνα να ασθμαίνει στη δεύτερη απλωτή στην πισίνα, παχύσαρκο φάντασμα του Θεού που ακόμα είναι για τους όλους τους υπόλοιπους. Αλλά και η Μις Υφήλιος, τόσο απερίγραπτα όμορφη, σφριγηλή και έξυπνη όσο δεν μπορεί πια να είναι η ζωή των δύο φίλων. Σε κάθε καρέ τα αντίθετα: Ένα γερασμένο σώμα μέσα σε μία σφύζουσα ζωής φύση. Ένα νέο κορίτσι που κάνει μασάζ σε ένα σώμα χαλαρωμένο από το πέρασμα του χρόνου. Ένα κόκκινο κραγιόν σε χείλη ηλικιωμένα. Ένα ζευγάρι συνταξιούχων που κάνουν έρωτα στα όρθια, στον κορμό ενός δέντρου μέσα στο δάσος. Ένας παλιός έρωτας κι ένας καινούργιος. Η πάλη ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, στην υγεία και την αρρώστια, την δέσμευση και την ελευθερία, τον φόβο και την επιθυμία.

«I’m always going home.
Always going to my father’s house.»

Αυτά συμβαίνουν στο Youth. Και είναι αυτά που συμβαίνουν στην ζωή όλων μας, ανεξαρτήτως ηλικίας. Συμβαίνει δε, με έναν τρόπο που ίσως και ο ίδιος ο Sorrentino να μην είχε συνειδητοποιήσει. Διαβάζω σε συνέντευξή του, σχετικά με το γιατί επέλεξε να «εμφανιστεί» ο Μαραντόνα σε αυτή την ταινία. Ως απάντηση λέει ότι κάποτε ο Μαραντόνα του έσωσε τη ζωή. Όταν ήταν μικρός, πολλά καλοκαίρια τα περνούσε με τους γονείς του σε ένα σπίτι στο βουνό. Εκείνη τη φορά επέμεινε να μην πάει μαζί τους, ώστε να παρακολουθήσει έναν αγώνα με τον Μαραντόνα. Οι γονείς του πήγαν στο σπίτι στο βουνό, μία έκρηξη στο σύστημα θέρμανσης, εκείνοι σκοτώθηκαν, εκείνος σώθηκε.

 «Fear…That is an amazing feeling too,
you know?»

Θα μπορούσα να ρισκάρω την υπόθεση ότι ο Sorrentino έφτιαξε αυτή την ταινία για να ξορκίσει το παρελθόν του. Ένα παρελθόν νεότητας που κατακλύζεται από το θάνατο – τον τραγικό, σε ένα σπίτι στο βουνό – των γονιών του.

Το δίλημμα λοιπόν είναι τι θα επιλέξεις να αφήσεις πίσω σου και η δυσκολία που το συνοδεύει είναι στο πώς θα το κάνεις αυτό. Πώς να επιλέξεις τα γηρατειά όταν η νεότητα είναι τόσο ποθητή, πώς να επιλέξεις την επιθυμία όταν ο τρόμος είναι τόσο βολικός, πώς να καταφέρεις τελικά να υπερβείς τους φόβους σου και να ανοιχτείς στη ζωή; Δύσκολη επιλογή, ακόμα πιο δύσκολη η σκέψη αυτής, και τρομακτική η προοπτική να την κάνεις πραγματικότητα- να αγκαλιάσεις τους φόβους σου.

Ο άνθρωπος που έμοιαζε περισσότερο ελεύθερος, τρέμει μπροστά στην απειλή της συνταξιοδοτικής ρουτίνας, δεν αντέχει την κατάρρευση της ψευδαίσθησης που χρόνια τον κρατούσε ζωντανό και αυτοκτονεί. Εν ψυχρώ, θα έλεγε κανείς – Ίσως όχι και τόσο, θα σχολίαζε ένας προσεκτικός παρατηρητής. Κι ο παραιτημένος, ο παντελώς παραδομένος στο παρόν της απόσυρσης, του περιθωρίου πλέον της ζωής, ο νωθρός, όπως τον λέει η κόρη του, στέκει στα πόδια του, αντιμετωπίζει τους φόβους και τις ενοχές του και τα τιμάει όπως τους πρέπει. Αντέχει.

 

 «I have finally come
to a conclusion…
…I have to choose.
I have to choose what is really
worth telling.
The Horror or Desire?
And I chose the Desire.
You, each one of you…
…You opened my eyes.
You made me see that I should not be wasting
my time on the senselessness of Horror.
I want to tell about your Desire,
my Desire.
So pure, so impossible,
so immoral…
…But it doesn’t matter
because that’s what makes us alive.»

 

Σκέφτομαι πως ίσως η ελευθερία να μας περιμένει στο τέλος του φόβου: του φόβου της αρρώστιας, της φθοράς, του θανάτου. Ίσως ελευθερία να μην είναι τίποτα παραπάνω από την επιθυμία να ζήσεις, να λαχταρήσεις, να νιώσεις, να αγγίξεις τους άλλους. Να αφεθείς να αιωρηθείς ψηλά σε έναν γκρεμό και να αφεθείς στην – αβέβαιη, φυσικά – εμπιστοσύνη προς εκείνον που σου λέει «κοίταξε εμένα». Σε αυτή τη στροφή του βλέμματος, είτε πάνω από τον γκρεμό, είτε πάνω στη σκηνή, είτε προς ένα γυμνό σώμα, είτε προς την αλήθεια ενός μικρού παιδιού, είτε (κυρίως) προς τον ίδιο τον εαυτό μας, εκεί που οι φόβοι μας βρίσκονται μισό βλέμμα πίσω μας, ίσως εκεί ακριβώς να υπάρχει αυτό που λέμε «ελευθερία».

 

Αποστολοπούλου Αντιγόνη, Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Μεθόριος και Κύκλοι

ToulouseLautrec the alcoholic

Άρχισα να πίνω στα 17 μου και σταμάτησα γύρω στα 42. Συνεπώς, για χρό­νια, έζησα βαδίζοντας, ή μάλλον τρεκλίζοντας, πάνω στη λεπτή μεθόριο που χώριζε τις συνήθειες ενός ανθεκτικού πότη από το φάσμα των συμπτω­μάτων του αναπτυσσόμενου εθισμού, κάτι σαν χείλος γκρεμού απ’ όπου η κατάρρευση, έστω και αν απείχε αρκετά, πάντως ήταν ορατή. Έτσι, ενηλικιώθηκα αφουγκραζόμενος τους σακχαρομύκητες που δρούσαν μέσα στη μαγιά της μπίρας προκαλώντας τις περίφημες αλκοολικές ζυμώσεις. Όμως, σιγά σιγά, ε­ξαιτίας της γαστρίτιδας που με ταλαιπωρούσε σαν προκαταβολή της θείας δί­κης, παραιτήθηκα απ’ τη γλυκόπικρη γεύση της μπίρας, προτιμώντας τα λεγό­μενα σκληρά ποτά, που εξάλλου ταίριαζαν στη βαναυσότητα με την οποία τι­μωρούσα τον εαυτό μου ακριβώς για το ότι ήταν τόσο αδύναμος ώστε να πί­νει του σκοτωμού. Δύσκολα θα ‘βρισκε κανείς πιο εύγλωττο παράδειγμα φαύ­λου κύκλου.

Το αλκοόλ, για το οποίο λέγονται καθημερινά στην τηλεόραση αμέτρητες ασυναρτησίες από ψυχολόγους της κακιάς ώρας, είναι αυτό καθεαυτό έ­νας φαύλος κύκλος, μια αιώνια κίνηση περιστροφής γύρω απ’ το δίπολο μα­νία/κατάθλιψη. Σημειωτέον ότι το hangover είναι σωματικό μόνον στους πρω­τάρηδες, που ταλαιπωρούνται από πονοκέφαλο και ναυτία· απεναντίας, στους έμπειρους πότες το hangover είναι αποκλειστικά ψυχικό, κυρίως ανυ­πόφορη κακοκεφιά και ισχυρές μετασεισμικές δονήσεις με επίκεντρο τα ο­χυρά της ενοχής. Το πρωινό της εκάστοτε επομένης, μέσα στην άβυσσο της αυτολύπησης, δεν έχεις άλλη διέξοδο από το να αναζητήσεις κάποιο φάρμα­κο για την ατονία και τα φρικτά μουδιάσματα της σκέψης σου και το φάρμα­κο δεν είναι πλέον η ασπιρίνη, που θα περιόριζε το βάσανο της αγγειοσυστο­λής όπως όταν ήσουν εικοσάρης, αλλά ένα διεγερτικό των λιπόθυμων ψυχι­κών ίσκιων, οι οποίοι -καλώς τους!- ξυπνούν αμέσως μόλις ακούσουν το κουδούνισμα απ’ τα παγάκια στο ποτήρι. Ξαναπίνεις σήμερα για να μη θυμάσαι τι ήπιες χθες.

Και οι ίσκιοι είναι και πάλι ετοιμοπόλεμοι και η βραδιά θα ξετυλιχθεί με τους ίδιους ηχηρούς καβγάδες, την ίδια εξουθενωτική ευφορία, τις ίδιες παραισθήσεις μεγαλείου και, εντέλει, την ίδια σπουδαιοφανή κατρακύλα στην αποβλάκωση, όπου ο χρήστης του αλκοόλ ζει αλυσοδεμένος. Και πολλοί βιάζονται να του πουν ότι αν έκοβε το ποτό θα ελευθερωνόταν, ενώ η αλή­θεια είναι, αντίστροφα, ότι, ΑΝ ελευθερωνόταν, τότε ναι, θα εγκατέλειπε το ποτό συνειδητοποιώντας πως η μέθη υπεδείκνυε απλώς μια παρακαμπτήριο γύρω απ’ το φέρον υποστύλωμα του είναι του, αυτό που η γερμανική γλώσσα, ας της αναγνωρίσουμε την πρωτιά, ονόμασε dasUnbewusste, το ασυνείδητο.

Tέτοια υπήρξε ανέκαθεν και η διαφορά μου, κατ’ ουσίαν ιδιοσυγκρασιακή, απ’ τον φίλο μου τον Κωστή Παπαγιώργη, που αφήνει στα γραπτά του να εννοηθεί το αυτονόητο, δηλαδή ότι το αλκοόλ οδηγεί σε προβλήματα συνύπαρξης, ενώ για μένα, αντίθετα, είναι τα προβλήματα συνύπαρξης που οδηγούν στο αλκοόλ, και όχι μόνον αλλά αποδεικνύονται οι καλύτεροι ξεναγοί στα τοπία της κραιπάλης. Αναλόγως, κατ’ εμέ, η αγοραφοβία, που συχνά πλήττει τους πρώην χρήστες αμέσως μόλις βγουν απ’ το λούκι, δεν αποτελεί αίτιο, όπως για τον Κωστή, αλλά αποτέλεσμα. Δυστυχώς, είτε αρέσει είτε όχι, το αίτιο παραμένει φροϋδικής τάξεως και ελάχιστα με ενδιαφέρει αν ο Φρόι­ντ θεωρείται ή όχι ξεπερασμένος. Εφόσον το αλκοόλ έχει γίνει απαραίτητο, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι έχεις βάλει στο στόμα σου τον μαστό μιας φαντασιακής μητέρας που η τρελή της αγάπη, συγκεχυμένη και ανεπαρκής, θα σε δηλητηριάζει ισοβίως με την αποζημίωση ενός είδους φυτικής νάρκης, η ο­ποία υπόσχεται να αμβλύνει τον ορίζοντα των συμβάντων μέχρι του σημείου να πιστέψεις ότι τα νοσταλγείς. Και η παραπειστική αυτή νοσταλγία ισοδυ­ναμεί με τη βιοχημική έκρηξη του οινοπνεύματος των 40 βαθμών.

Αυτά ως προς το μπιμπερό. Από μια άποψη, δεν έχουν εντελώς άδικο ό­σοι λένε ότι ο αλκοολικός μάχεται την πλήξη, αφού μοιάζει να κάνει ει­δικά αυτό, ωστόσο, στην πραγματικότητα, δεν αναζητάει παρά τη σβέση των αντιστάσεων της ψυχής του, την εξουδετέρωση των ελατηρίων που κινητοποιούνται με τη συγκίνηση. Αναζητάει τη στασιμότητα, άρα την άλλη όψη της ί­διας εκείνης πλήξης που φαινομενικά απεχθάνεται. Από τα βάθη αυτού του τέλματος, μια μυστική φωνή τον παροτρύνει να εύχεται συμβάντα που θα χρη­σιμεύουν σαν έμμεσες διαβεβαιώσεις του ότι εξακολουθεί να είναι ζωντανός. Όμως άπαξ και αντιληφθεί εκείνη τη ζωντανή ρίζα που πάλλεται μέσα του κα­τά τη στιγμή της ευφορίας, τρομάζει αρκετά ώστε να την πνίξει με μια ποσό­τητα επιπλέον αναισθητικού. Σ’ αυτόν τον αποενεργοποιημένο τρόμο, που κα­ταλήγει να τον απολαμβάνει κανείς αντί παυσίπονου, ο ποιητής Ηλίας Λόγιος είχε δώσει το όνομα «πένθος του ορυκτού».

Σαν τους περισσότερους φίλους μου, φερ’ ειπείν σαν τον Λάγιο ή τον Κωστή ή τον Ίκαρο Μπαμπασάκη, ξόδεψα δεκαετίες πιστεύοντας, ή μισοπιστεύοντας, ότι το αλκοόλ ήταν κάτι στο οποίο μπορούσαν να πιστωθούν η­ρωικοί θρύλοι και φλογερές επαναστάσεις κατά του κομφορμισμού της μεσαίας τάξης, μεθυσμένες περιπέτειες ποιητών σαν τον Ρεμπό και τον Βερλέν και ταξίδια σε παράλληλους, περιθωριακούς, φαντασμαγορικούς κόσμους στρωμένους με πορφύρες. Γιατί αληθεύει ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σ’ αυ­τούς που θέλουν να ακούν ιστορίες της πείνας και σ’ εκείνους που προτιμούν τις ιστορίες της δίψας, κι εμείς ανήκαμε στη δεύτερη κατηγορία.

Εντούτοις, το αλκοόλ, εκ των υστέρων το καταλαβαίνει κι ένας αφελής, δεν είναι παρά το μείζον σύμπτωμα μιας σοβαρής διαταραχής και η παραφορά τόσων και τόσων καλλιτεχνών που έζησαν με την έμπνευση τους να πυρακτώνεται στις φωτιές που υποδαύλιζαν το αψέντι και το ουίσκι ή το ρού­μι ήταν, στην ουσία, μια δρακόντεια άμυνα των ψυχικών τους αντισωμάτων -όπως καληώρα με τον Λάγιο. Σαν να λέμε, αν η ίδια κατάχρηση γινόταν από κάποιον λιγότερο επιδέξιο στις συνομιλίες με τον θάνατο και την τρέλα, αυ­τός θα καταντούσε απλώς πιο ανόητος απ’ ό,τι ήταν όταν άρχισε να καλοπιά­νει τον μπάρμαν ζητώντας ένα τελευταίο για τον δρόμο.

Σε πείσμα της γραμματικής, η αγάπη είναι αρσενική και ο έρωτας θηλυκός αλλά το αλκοόλ είναι όντως ουδέτερο. Πίνοντας, επιδιώκουμε α­κριβώς την ουδετερότητα, έναν πλήρη συμψηφισμό αποχαύνωσης και υπερ­διέγερσης· το ανομολόγητο όνειρο του πότη είναι η κατάσταση αιώρησης στον αφρό του θανάτου. Μ’ αυτό τον αντιπερισπασμό κατορθώνει να παραβλέψει την απελπισία απ’ το ότι του έλειψε εκείνο που πρωτίστως και πάντοτε λείπει, δηλαδή η πλησμονή, η περίσσεια έλλογων και ισορροπημένων σχέσεων στορ­γής με τους γεννήτορες. Έτσι, το ποτό είναι μια περιοχή πένθους όπου πενθείς για το φέρετρο, όχι για τον νεκρό. Όσο λάθος είναι να πεις ότι η σύφιλη με­ταδίδεται με το νανούρισμα, άλλο τόσο σφάλλεις πιστεύοντας ότι ο πυρετός του αλκοόλ, μεταδίδεται από τις κακές συναναστροφές.

 

Ευγένιος Αρανίτσης, κείμενο από την στήλη του «Παράδοξα», στην Ελευθεροτυπία.

*Πίνακας: Henri de Toulouse-Lautrec, «The Alcoholic, Father Mathias»

[Ευχαριστώ: https://torafeio.wordpress.com/]

Οι Έκνταλ γιορτάζουν

μαλβινα
Σπίτι ακατάστατο. Εσύ το λες ζωισμένο. Βιβλία στο πάτωμα. Τα παιδιά στην τραπεζαρία. Με τους φίλους τους. Ο μικρός με το κορίτσι του. Για κοίτα. Γέλια – μια ξεχασμένη κατσαρόλα καίγεται. Μαχαιροπίρουνα χτυπάνε ακόμα πού και πού πάνω στα κρύσταλλα. Μουσικές και μουσικές. Κυριακή μεσημέρι – μια οικογένεια που σαν ανοιχτό όστρακο, αλλά προστατευμένη φαίνεται. Κόκκαλα ψαριού πάνω στην παλισάνδρη της τραπεζαρίας. Ίχνη λαδολέμονου στα όμορφα μουτράκια τους. Στο Β&Ο ο Πέρυ Μπλέικ σου. Τους αρέσει.Στο καθιστικό μετά. Καναπέδες και τραπέζια προορισμένα να υποδεχτούν φιλικά πόδια. Το πιν απ της οικογένειας οκλαδόν. Η όμορφή μου αδυνατούλα με τα αθλητικά της. Ώρα για ζάχαρες. Τα σορμπέ μου, δεν μπορείς να πεις. Το καλύτερο σερβίρισμα της πόλης. Χρώματα ροζ και βερντεμέντε. Λιωμένες σοκολάτες και κουλίς. Και λίγη άχνη. Να μας συντρέξει το πνεύμα του Τζάσπερ Τζόουνς. Ψηλά τα ποτήρια. Κολονάτα ποτήρια, κάθε μέρα γιορτή. Μικρή μου Φάνυ, μικρέ μου Αλέξανδρε, και εσύ Ισμαήλ. Παίρνω αγκαλιά το μωρό με τα λακκάκια. Θα βγάλω λόγο. «Εμείς οι Έκνταλ. Ίσως δεν είμαστε γεννημένοι για να κάνουμε σπουδαία πράγματα. Ίσως δεν αφήσουμε ίχνος στον πλανήτη. Η ανθρωπότητα μπορεί να κάνει και χωρίς εμάς. Εμείς οι Έκνταλ είμαστε προορισμένοι για να υμνήσουμε τη ζωή. Τη χαρά. Τα μικρά, καθημερινά πράγματα. Το γέλιο ενός μωρού. Ένα κρασί γεννημένο από ήλιους και όχι από καταχνιές. Τον έρωτα. Χορέψτε τώρα. Οι Έκνταλ γιορτάζουν». Αυτό με τρελαίνει. Η έξαψη της χαράς. Που ξεβάφει στα μάγουλα με το δεύτερο ποτήρι. Μετά το σώμα δεν αμύνεται. Λυμένοι οι ώμοι στα μαξιλάρια του καναπέ. Λυμένες κουβέντες. Τελείωσαν τα τασάκια. Αποτσίγαρα μέσα στο πιάτο τώρα πια. Εκεί που λίγο πριν κείτονταν έκπαγλες συνθέσεις. Ζάχαρη άχνη πάνω στην καραμέλα, πώς τη φτιάχνεις; Θα σου το εξηγήσω. Με κάθε λεπτομέρεια θα σου το εξηγήσω. Και ας μην τη φτιάξεις ποτέ. Απομεσήμερο – φλαμανδικό φως φωτίζει τα αστραφτερά μου. Και άλλοι καφέδες και άλλα αποτσίγαρα. Εν τη αταξία η τάξις. Πόσο καιρό έχω να το θυμηθώ;Όμως το είχα πάντα κατά νου. Λίγο διευθετημένα να είναι τα πράγματα της ψυχής – και σπρώχνει δίχως τύψεις τα ψίχουλα κάτω από το χαλί. Αύριο τα ψίχουλα. Τώρα έχει ζωή. Σιγά μην κάτσεις να μαζέψεις. Έχει ζωή. Και δεν μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από πάνω της. Η απόλυτη τάξη είναι –λένε– επιθυμία θανάτου. Πολλή τάξη οι πεισιθάνατοι. Πολλά καλογυαλισμένα παρκέ οι απαρηγόρητοι.Τη θυμάμαι να συγυρίζει μανιωδώς. Υστερικές γυναίκες, λέει ο δόκτωρ Χάπινες. Αδικαίωτες, θυμοί πνιγμένοι μέσα σε αποστειρωμένες μπανιέρες. Αν μπορούσαν να βράσουν και τα μωρά τους, θα τα έβραζαν με χαρά. Αποστειρωμένο μωρό, καμιά μυρωδιά. Σαν ζωή όπως όπως. Γυναίκες. Κάθε φορά που επιθυμούν να σπάσουν κάτι, το γυαλίζουν. Όσο πληθαίνει η έσω αταξία τόσο τα σπίτια των ανθρώπων νεκροτομεία. Και αυτές οι καινούριες κουζίνες. Τις έχω άχτι. Δεν φτιάχτηκαν τυχαία έτσι. Ανοξείδωτες κουζίνες. Ανοξείδωτα ντουλάπια. Ψυγειοκαταψύκτης ανοξείδωτος. Νομίζεις πως θα τον ανοίξεις και θα ξεπροβάλει ένα πόδι με καρτελάκι. Μια ψυχή με καρτελάκι, δεν τη βλέπει κανείς. Πρέπει να το φωνάξει. Να διαφημίσει το θάνατό της. Ανοίγει φούρνους η νεκρή ψυχή, καθαρίζει, περιφέρεται. Υγρό που σκοτώνει τα βακτηρίδια του φούρνου. Μα ο φούρνος δεν έχει βακτηρίδια. Καμιά σημασία. Πες πως έχει. Πανάκεια τα νεκρά βακτηρίδια, ειδικά του φούρνου, για την ψυχή της γυναίκας. Που καθαρίζει λες και δεν πρόκειται να ξαναλερώσει. Ποτέ, κανένας, τίποτα.Σερβίρω καφέ, αδειάζω τα τασάκια, θυμάμαι ένα μονόπρακτο του Χάινερ Μύλλερ. Η ηρωίδα του γύρισε σπίτι της. Έκανε τα τηλεφωνήματα της επόμενης μέρας. Διευθέτησε τους λογαριασμούς. Άδειασε τα ντουλάπια της. Τα έφτιαξε. Καθάρισε το ψυγείο. Έκανε παρκέ. Ξεσκόνισε. Κάθισε μετά στην πολυθρόνα της. Με ένα πλεκτό. Είδε λίγη τηλεόραση. Και πριν πέσει στα ατσαλάκωτα σεντόνια της κατάπιε εκατό υπνωτικά. Συγύρισε τα κουτιά πριν πέσει. Ύστερα ο ανεξύπνητος. Επιθυμία θανάτου η απόλυτη τάξη.Όταν είσαι μέσα σου χάλια, λέει η μικρή σκορπίζοντας απλόχερα τα ψίχουλά της, το μάτι σου στέκει μόνο στο ελάττωμα. Ανύπαρκτη ζωή, ρυπαρή ζωή, ζωή-ύβρις. Τότε ανακαλύπτεις παντού το ρύπο. Απορρυπαντικά. Για τις νεκρές ψυχές εφευρέθηκαν. Είσαι μέσα σου καλά, το παιδί σου ζωγραφίζει τους τοίχους, στέκεις, κοιτάς, χαίρεσαι. Κάνεις μαζί του σύντομες φιλοσοφικές συζητήσεις πάνω στη φύση του ναΐφ αρνιού. «Ωραία το σχεδίασες. Χωρίς ουρά, ακόμα καλύτερο. Έλα να βάλουμε από πάνω και αστέρια».Στο σπίτι των Έκνταλ οι τοίχοι περιμένουν. Τον πιο μικρό να σηκωθεί να ζωγραφίσει. Στο σπίτι των Έκνταλ, το μισοκάθαρο από γιορτή σπίτι, δεν ζει πια το φοβισμένο κοριτσάκι. Τριών χρόνων και φώναζε: «Το παιδί θέλει να πάει στο χώμα. Το παιδί σας θέλει να πάει στο χώμα». Ό,τι έβλεπε έξω από το συγυρισμένο σπίτι, χώμα το έλεγε. Το σιντριβάνι ήταν χώμα. Τα βότσαλα στον κήπο, χώμα και αυτά. Χώμα η ταράτσα. Χώμα τα δέντρα και τα άλλα σπίτια. Σταυροκοπιούνταν οι οικείοι. Μακάβριο παιδί, όλο «αφήστε με να πάω στο χώμα». Γρουσούζικο παιδί. Μέσα στο σπίτι οι νεκροί. Πορτρέτα πεθαμένων. Στιλβωμένα ασημικά. Πολυθρόνες-σαρκοφάγοι. Σπίτι-τεφροδόχος. Και την Κυριακή, πάντα ψάρι. Νεκρό δείπνο. Σιωπή στο τραπέζι. Πουθενά κόκαλα ψαριού. Κανένα ίχνος από ψίχουλο. Ο παππούς επόπτευε από το κάδρο. Τότε το παιδί τρόμαζε και όλο «αφήστε με να πάω στο χώμα. Στο χώμα καλύτερα».Τώρα δεν θέλει, παρά τα φύλλα του φθινοπώρου. Να παραδέρνουν στο παρκέ της. Χωρίς τις θήκες τα CD. Η θεωρία της, των καλών ημερών… Πως τα πράγματα πρέπει να πεθαίνουν πριν από μας. Δεν γίνεται να σε κληρονομεί ο καναπές σου. Είναι βλακεία.Στο σπίτι των Έκνταλ, τα πόδια όλων πάνω στο τραπέζι. Το κρασί ξεβάφει το ξύλο τριανταφυλλιάς. Τόσο το καλύτερο, θα θυμάμαι για πάντα το μεσημέρι της Κυριακής. Που ακούμπησες το ποτήρι σου στο σεκρετέρ μου και ξέβαψε. Όσο θα υπάρχει σεκρετέρ εγώ θα το θυμάμαι. Μέχρι να ξεχαστεί στην άκρη του και ένα τσιγάρο σου αναμμένο. Και το σεκρετέρ να πάρει φωτιά. Και τότε ακόμα μεγαλύτερη χαρά στο σπίτι των Έκνταλ. Δύο τζάκια. Το ένα, το σεκρετέρ. Η τριανταφυλλιά καίγεται δύσκολα, θα αντέξει πιο πολλές ώρες η φωτιά. Εκτός και αν θέλουμε περισσότερη φλόγα. Πιάσε το οινόπνευμα. Αν θέλετε μπορούμε και την άλλη εβδομάδα να κάψουμε κάτι. Μέχρι να βαρεθούμε τις φωτιές και να αρχίσουμε να πετάμε νερά.Ήρεμη γυναίκα, χαρούμενη. Είκοσι δύο χρόνων. Είχε έναν τρόπο να ευγνωμονεί – ποιον, δεν ήξερε. Για τη μέρα που της χαρίστηκε. Ένα πρωί ξυπνάει, παραγγέλλει ένα φορτηγό με βότσαλα. Στρώνει το υπνοδωμάτιο. Πάνω κρεβάτι μπρούντζινο. Με ουρανό. Με γάζες. Ανοιχτά παράθυρα και το κρεβάτι ταξιδεύει. Ήρεμος άντρας, χαρούμενος κι αυτός. Είχε έναν τρόπο να την ευγνωμονεί. Για τα όνειρα που αφειδώς εφεύρισκε. Για να του τα χαρίσει. Κουβέντα για γδαρμένα πέλματα – ο άντρας. Χαρούμενη αυτή. Ξερά βότσαλα και το δωμάτιο, άλλοτε παραλία, άλλοτε καλύβα από πέτρα του Σουφ.Ήρεμη γυναίκα, χαρούμενη. Και έφτασε μέρα που το είδε. Εκείνο το αποτσίγαρο. Πεταμένο πίσω από ένα δέντρο. Ανάμεσα στα άλλα δέντρα. Έπρεπε να ψάξεις πολύ για να το διακρίνεις. Γύρω τάξη νεκρική. Επιθυμία θανάτου. Μόνο το αποτσίγαρο. Το εκτός του οπτικού της πεδίου αποτσίγαρο. Δεν πολυφαινόταν. Αλλά υπήρχε. Το είχαν δει και άλλοι νεκροί. Βροχές διέλυσαν το φίλτρο, λίγος καπνός στη ρίζα του δέντρου. Το αποτσίγαρο. Βγήκε και το μάζεψε. Ένα αποτσίγαρο και μια ζωή τη χωρίζει από κείνη τη μέρα.Στο σπίτι των Έκνταλ, ημέρα Κυριακή, τα αποτσίγαρα μέσα στις γλάστρες. Καμιά φορά, όταν βαριέται, και στο ποτήρι μέσα. Ήμερες ψυχές, διασαλευμένη η έξω τάξη. Πού βρίσκεται η χαμένη κάλτσα; Στη χώρα με όλες τις χαμένες κάλτσες. Δεν εξηγείται αλλιώς. Υπάρχει κάπου μια χώρα που μεταναστεύουν οι αταξινόμητες, αδιευθέτητες κάλτσες. Όλες μαζί. Το προτιμούν από το να πνίγονται η μία μέσα στην άλλη. Βράδυ, και στο σπίτι των Έκνταλ γυναίκα ήρεμη σέρνει ένα πιάτο στο κρεβάτι της. Ψάχνω για την κασέτα σου, βρίσκω μιαν άλλη. Πρόγευμα στο Τίφανυς. Τρώει τον κόσμο να ανακαλύψει τα χαμένα της παπούτσια η ηρωίδα. Βρίσκει μόνο το ένα. «Μπες μέσα, γείτονα. Ψάξε κι εσύ. Κροκοδειλένια μαύρη γόβα. Βρες τη μου».Έχεις δίκιο, φίλε. Όσο υπάρχει έστω και ένας καλός γείτονας, αδύνατον να χαθεί μια γόβα. Ηρωίδα χαρούμενη, ακατάστατη. Το άρωμά της στο γραμματοκιβώτιο μέσα. Για να μη χάνεται στο μπάνιο. Να σου πω μια καληνύχτα και να κλείσω. Νύσταξα; Καληνύχτα, φίλε. Έχε απόψε το κινητό δίπλα σου, φίλε. Μην ονειρευτώ αβαεία με παγκάρια και τρομάξω. Φίλε, Φάνυ, Αλέξανδρε, καλώς ήρθατε πίσω στο σπίτι των Έκνταλ.
Μαλβίνα Κάραλη
[Ευχαριστώ: http://www.lifo.gr ]

Το σπίτι του Αστερίου

Picasso Le Minotaure

Η δε [Πασιφάη] Αστέριον εγέννησε.
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ, Βιβλιοθήκη, Γ΄, 1

Ξέρω πως με λένε φαντασμένο, ίσως και μισάνθρωπο, ίσως και τρελό. Οι κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν έρθει η ώρα) είναι γελοίες. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δε βγαίνω από το σπίτι μου, αλήθεια είναι όμως και ότι οι πόρτες του (άπειρες τον αριθμό) είναι ανοιχτές μέρα και νύχτα τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα ζώα. Όποιος θέλει, μπαίνει. Δεν θα βρει εδώ γυναικείες πομπές ούτε τις αλλόκοτες τελετουργίες των ανακτόρων, θα βρει όμως γαλήνη και απομόνωση. Θα βρει ακόμα κι ένα σπίτι που είναι μοναδικό σ’ όλη τη γη. (Ψεύδονται όσοι λένε πως στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο.) Ακόμα κι οι συκοφάντες μου παραδέχονται πως σ’ ολόκληρο το σπίτι δεν υπάρχει ούτε ένα έπιπλο. Άλλη γελοιότητα είναι το ότι τάχα εγώ, ο Αστέριος, είμαι φυλακισμένος. Να το ξαναπώ ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωνιά; Ένα σούρουπο μάλιστα, βγήκα στο δρόμο∙ κι αν γύρισα εδώ πριν πέσει η νύχτα, ήταν γιατί με φόβισαν τα πρόσωπα του πλήθους, πρόσωπα ξεθωριασμένα και πλακουτσωτά, σαν ανοιχτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, αλλά απ’ το απελπισμένο κλάμα ενός παιδιού και τις ηλίθιες ικεσίες του όχλου, κατάλαβα πως μ’ είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έφευγε μακριά, έπεφτε στα γόνατα∙ μερικοί σκαρφάλωσαν στον στυλοβάτη του Ναού των Λάβρεων∙ άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, αν δεν κάνω λάθος, έπεσε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που η μητέρα μου ήταν βασίλισσα: δεν μπορώ να συχνωτίζομαι με τον όχλο, αν και το ζητάει η ταπεινοφροσύνη μου.

Πάντως, είμαι μοναδικός. Δεν μ’ ενδιαφέρει τί μπορεί να μεταδώσει ένας άνθρωπος στους άλλους∙ κι εγώ, σαν τον φιλόσοφο, είμαι της γνώμης ότι τίποτα δεν μπορεί να μεταδοθεί με την τέχνη της γραφής. Οι κοινότοπες και ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν καμία θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για τα σπουδαία∙ ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τί διαφέρει το ένα γράμμα από το άλλο. Κάποια γενναιόδωρη αδημονία δεν μου επέτρεψε να μάθω να διαβάζω. Καμιά φορά, μετανιώνω γι’ αυτό, γιατί οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.

Να διευκρινίσω ότι δε μου λείπουν οι διασκεδάσεις. Σαν το κριάρι που χιμάει να κερατίσει, διασχίζω τρέχοντας τις πέτρινες στοές, ώσπου να σωριαστώ στο χώμα, ζαλισμένος. Κρύβομαι πίσω από μια στέρνα ή στη στροφή ενός διαδρόμου και καμώνομαι ότι με κυνηγούν. Έχει κάτι εξώστες, απ’ όπου αφήνομαι να πέφτω ώσπου να γεμίσω αίματα. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να παίξω τον κοιμισμένο, κρατώντας τα μάτια μου κλειστά και βαριανασαίνοντας. (Κάπου κάπου κοιμάμαι στ’ αλήθεια∙ κάπου κάπου ανοίγω τα μάτια μου, και το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Απ’ όλα όμως τα παιχνίδια μου, αυτό που μ’ αρέσει πιο πολύ είναι να παίζω τον άλλο Αστέριο. Κάνω πως με επισκέπτεται και πως του δείχνω το σπίτι. Όλο ευγένεια και φιλοφρονήσεις του λέω: Τώρα επιστρέφουμε στην προηγούμενη διασταύρωση ή Τώρα βγαίνουμε σε μια άλλη αυλή ή Καλά το φαντάστηκα πως θα σου άρεσε τα φρεάτιο ή Κοίτα εδώ μια στέρνα που γέμισε άμμο ή Τώρα θα δεις πώς διακλαδώνεται το υπόγειο. Καμιά φορά κάνω λάθος, και τότε γελάμε κι οι δυο με την καρδιά μας.

Τα παιχνίδια αυτά δεν είναι το μόνο πράγμα που έχω κατεβάσει απ’ το κεφάλι μου∙ μ’ έχει απασχολήσει πολύ και το σπίτι. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, και κάθε μέρος είναι ένα άλλο μέρος. Δεν υπάρχει μία αυλή, ένα πηγάδι, μία ποτίστρα, ένα παχνί∙ υπάρχουν δεκατέσσερα [= άπειρα] παχνιά, ποτίστρες, πηγάδια, αυλές. Το σπίτι είναι μεγάλο όσο και ο κόσμος∙ ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Νά όμως που, για να ‘χω εξαντλήσει τις αυλές με τα πηγάδια και τις κονισαλέες στοές από γκρίζα πέτρα, βγήκα μια μέρα στο δρόμο και είδα τον Ναό των Λάβρεων και τη θάλασσα. Αυτό δεν το ‘χα καταλάβει, μέχρι που ήρθε ένα όραμα της νύχτας και μου αποκάλυψε ότι οι ναοί και οι θάλασσες είναι πάλι δεκατέσσερις [= άπειρες]. Τα πάντα είναι πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, υπάρχουν όμως και δυο πράγματα στον κόσμο που δείχνουν να είναι μόνο μια φορά: πάνω, ο δυσνόητος ήλιος∙ κάτω, ο Αστέριος. Μπορεί και να ‘μαι εγώ που έπλασα τ’ αστέρια και τον ήλιο και το θεόρατο σπίτι, μα τώρα δεν θυμάμαι τίποτα.

Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους λυτρώσω απ’ το κακό. Ακούω τα βήματά τους ή τις φωνές τους στα βάθη των πέτρινων στοών και τρέχω όλο χαρά να τους προϋπαντήσω. Η τελετή διαρκεί λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Εκεί που πέφτουν, εκεί μένουν, κι αυτό με βοηθάει να ξεχωρίζω τη μια στοά απ’ την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ξέρω όμως πως ένας από δαύτους, την ώρα που ξεψυχούσε, προφήτεψε πως κάποτε θα ‘ρχόταν κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δεν με βαραίνει η μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει και μια μέρα θα προβάλει μέσ’ από τη σκόνη. Αν η ακοή μου μπορούσε να συλλάβει όλους τους ψιθύρους στον κόσμο, θα ξεχώριζα τα βήματά του. Είθε να με πάει σε κάποιον χώρο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς θα ‘ναι ο λυτρωτής μου; αναρωτιέμαι. Θα ‘ναι ταύρος ή άνθρωπος; Θα ‘ναι μήπως ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι; Ή θα ‘ναι σαν κι εμένα;

 

Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα αίμα.

«Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;» είπε ο Θησέας. «Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.»

Στην Μάρτα Μοσκέρα Ήστμαν

J. L. Borges, Το Άλεφ (εκδ. Ύψιλον), μτφ. Α. Κυριακίδης || P. Picasso, The Minotaur