Να αποκτάς σώμα

Εγώ να σε δέρμα

εγώ να σε πόρτα

εγώ να σε παράθυρο

εσύ να με κόκαλο

εσύ να με ωκεανό

εσύ να με τόλμη

εσύ να με μετεωρίτη

Εγώ να σε χρυσό κλειδί

εγώ να σε εκπληκτική

εσύ να με παροξυσμό

Εσύ να με παροξυσμό

και να με παράδοξο

εγώ να σε κλειδοκύμβαλο

εσύ να με σιωπηλά

εσύ να με καθρέφτης

εγώ να σε ρολόι

Εσύ να με αντικατοπτρισμό

εσύ να με όαση

εσύ να με πουλί

εσύ να με έντομο

εσύ να με καταρράκτη

Εγώ να σε σελήνη

εσύ να με σύννεφο

εσύ να με πλημμυρίδα

Εγώ να σε διάφανη

εσύ να με ημίφως

εσύ να με ημιδιάφανο

εσύ να με άδειο πύργο

και να με λαβύρινθο

Εσύ να με παράλλαξη

και να με παραβολή

εσύ να με όρθιο

και πλαγιασμένο

εσύ να με πλάγιο

Εγώ να σε ισημερία

εγώ να σε ποιητή

εσύ να με χορό

εγώ να σε ιδιαίτερη

εσύ να με κάθετο

και πατάρι

Εσύ να με ορατό

εσύ να με σιλουέτα

εσύ να με άπειρα

εσύ να με αδιαίρετο

εσύ να με ειρωνεία

Εσύ να με εύθραυστο

εγώ να σε φλογερή

εγώ να σε φωνητικά

εσύ να με ιερογλυφικό

Εσύ να με διάστημα

εσύ να με καταρράχτη

εγώ να σε καταρράχτη

με τη σειρά μου αλλά εσύ
εσύ να με ρευστό

εσύ να με πεφταστέρι
εσύ να με ηφαιστειακό

εμείς να μας συντρίψιμοι

Εμείς να μας σκανδαλωδώς
μέρα και νύχτα

εμείς να μας ακόμα και σήμερα

εσύ να με εφαπτόμενο

εγώ να σε ομόκεντρη

Εσύ να με διαλυτό

εσύ να με αδιάλυτο

εσύ να με ασφυκτιώντας

και να με ελευθερώτρα

εσύ να με συντριπτική

Εσύ να με ίλιγγο
εσύ να με έκσταση

εσύ να με παθητικά

εσύ να με απόλυτα

εγώ να σε απούσα

εσύ να με παράλογο

Εγώ να σε ρουθούνι

εγώ να σε κόμη

εσύ να με στοιχειώνεις

εγώ να σε στήθος

εγώ προτομή το στήθος σου μετά να σε πρόσωπο

εγώ να σε μπλούζα

εσύ να με οσμή εσύ να με ίλιγγο

εσύ γλιστράς

εγώ να σε μπούτι εγώ να σε χαϊδεύω

εγώ να σε ριγώ

εσύ να με δρασκελίζεις

εσύ να με ανυπόφορο

εγώ να σε αμαζόνα

εγώ να σε λαιμό εγώ να σε κοιλιά

εγώ να σε φούστα

εγώ να σε ζαρτιέρα εγώ να σε κάλτσα εγώ να σε Μπαχ

ναι εγώ να σε Μπαχ για κλειδοκύμβαλο βυζί και φλάουτο

εγώ να σε τρέμουσα

εσύ να με γοητεύεις εσύ να μ’ απορροφάς

εγώ να σε διεκδικώ

εγώ να σε διακινδυνεύω εγώ να σε σκαρφαλώνω

εσύ να με αγγίζεις

εγώ να σε κολυμπώ

αλλά εσύ εσύ να με στροβιλίζεις

εσύ να με ελαφροαγγίζεις εσύ να με περιζώνεις

εσύ να με σάρκα πετσί δέρμα και δάγκωμα

εσύ να με μαύρο σλιπ

εσύ να με κόκκινες χορεύτριες

κι όταν εσύ δεν ψηλό τακούνι τις αισθήσεις μου

εσύ οι κροκόδειλοι

εσύ οι φώκιες εσύ τις μαγεύεις

εσύ να με σκεπάζεις

εγώ να σε ανακαλύπτω εγώ να σε επινοώ

κάποτε εσύ να παραδίνεσαι

εσύ να με υγρά χείλη

εγώ να σε απελευθερώνω εγώ να σε παραληρώ

εσύ να με παραληρείς και να με παθιάζεις

εγώ να σε ώμο εγώ να σε σπόνδυλο εγώ να σε αστράγαλο

εγώ να σε βλεφαρίδες και κόρες του ματιού

και αν εγώ δεν ωμοπλάτη πριν από τους πνεύμονές μου

ακόμα κι από απόσταση εσύ να με μασχάλες

εγώ να σε ανασαίνω

μέρα και νύχτα να σε ανασαίνω

εγώ να σε στόμα

εγώ να σε ουρανίσκο εγώ να σε δόντια εγώ να σε γρατζουνίζω

εγώ να σε αιδοίο εγώ να σε βλέφαρα

εγώ να σε ανάσα

εγώ να σε μηρό

εγώ να σε αίμα εγώ να σε λαιμό

εγώ να σε γάμπες εγώ να σε βεβαιότητα

εγώ να σε μάγουλα εγώ να σε φλέβες

εγώ να σε χέρια

εγώ να σε ιδρώτα

εγώ να σε γλώσσα

εγώ να σε αυχένα

εγώ να σε ταξιδεύω

εγώ να σε σκιά εγώ να σε σώμα και να σε φάντασμα

εγώ να σε αμφιβληστροειδή μες στην ανάσα μου

εσύ να με ίρις
εγώ να σου γράφω

εσύ να με σκέφτεσαι.

Gherasim Luca, Prendre corps (μτφ. Α. Παγουλάτος)

Φωτογραφία: Gherasim Luca, Passionnément, 1944. Private collection, Paris. © Micheline Catti-Ghérasim Luca.

[Ευχαριστώ: exostispress.gr]

Αυτο-σχεδιασμός

fridakahlo

[…] Με τα παιδιά της ηλικίας της οι σχέσεις της Φρίντα είναι πάντα τεταμένες, λόγω του σωματικού της μειονεκτήματος. Τα παιδιά είναι ανελέητα και την κοροϊδεύουν: «Φρίντα, κουτσοπόδα», «Κουτσο-Φρίντα» της φωνάζουν. «Τότε η Φρίντα έβριζε με όλους τους τρόπους που είχε ακούσει». Ίσως η εμπειρία της αρρώστιας να την είχε μεγαλώσει ταχύτερα από τα άλλα παιδιά, κι έτσι οι μικροί της φίλοι να βρίσκουν μόνο αυτό τον τρόπο να τη «μικρύνουν». Μόνο με το ποδήλατο έχει πρόβλημα η Φρίντα. Κατά τ’ άλλα γρήγορα καταφέρνει να περπατά κανονικά, «με απόλυτη μεγαλοπρέπεια και χάρη στις κινήσεις της. Τα προβλήματα που είχε στο βάδισμά της ήξερε να τα καλύπτει τόσο καλά, που μερικές φορές έμοιαζε να κινείται ανάλαφρα σαν πουλί». Ως παιδί, οι γονείς της κάποτε την ντύνουν αγγελάκι και της βάζουν ψεύτικα φτερά – η Φρίντα είναι απαρηγόρητη γιατί διαπιστώνει πως δεν τη βοηθούν να πετάξει. Αισθάνεται ξεχωριστή, γιατί λοιπόν να μην μπορεί να πετάει;

Κάποτε, σε μια παιδιάστικη συναισθηματική έκρηξη, η Φρίντα σπρώχνει την ετεροθαλή αδελφή της Μαρία Λουίσα από το δοχείο νυκτός. Πληγώνεται υπερβολικά όταν εκείνη της ουρλιάζει «Δεν είσαι η κόρη της μαμάς μου, ούτε του μπαμπά μου. Από τα σκουπίδια σε μαζέψανε!» Η Φρίντα προσπαθεί να επουλώσει το τραύμα της κι αποτραβιέται στον εαυτό της. Μέσα στη μοναξιά της φτιάχνει με τη φαντασία της ένα αντίγραφό της, ένα κοριτσάκι το οποίο μοιράζεται και κατανοεί όλες τις σκέψεις και όλα τα συναισθήματά της.

«Θα ήμουν έξι χρόνων, όταν έφτιαξα με τη φαντασία μου μία φίλη, ένα κοριτσάκι…στην ηλικία μου περίπου, για να με συντροφεύει. Ανάσανα προς το τζάμι του παραθύρου του τότε δωματίου μου που έβλεπε προς την οδό Αλιέντε, και με το δάχτυλό μου ζωγράφισα μια «πόρτα»… Από αυτή την πόρτα, με τη φαντασία μου, βγήκα έξω, βιαστικά και πολύ κεφάτα, διέσχισα την πλατεία που διακρινόταν ολόκληρη από το σημείο αυτό κι έφτασα στο γαλακτοπωλείο που λεγόταν Ντρόσελ… Από αυτό το «ο» του Ντρόσελ μπήκα στο εσωτερικό ενός άλλου κόσμου, όπου με περίμενε η φανταστική  μου φίλη… Δεν θυμάμαι τα χαρακτηριστικά της, ούτε τα χρώματά της. Αλλά ξέρω πολύ καλά πως ήταν ένα χαρούμενο  κορίτσι – γελούσε πολύ. Δυνατά. Οι κινήσεις της ήταν σβέλτες και χόρευε σαν να μην την επηρέαζαν οι νόμοι της βαρύτητας. Την ακολουθούσα κατά πόδας και, όσο χόρευε, της εκμυστηρευόμουν τις πιο μύχιες ανησυχίες μου. Ποιες; Δεν θυμάμαι. Μάθαινε όμως όλα όσα με απασχολούσαν… Μετά ξαναπήγαινα στο παράθυρο και ξανάμπαινα πάλι από την πόρτα που είχα ζωγραφίσει στο τζάμι. Πότε; Πόσο έμενα μαζί της; Δεν ξέρω. Μπορεί μια στιγμή. Μπορεί χίλια χρόνια… Ήμουν ευτυχισμένη. Έσβηνα με το χέρι την «πόρτα» και «εξαφανιζόταν». Έτρεχα, με το μυστικό μου και τη χαρά μου, στην πιο απόμακρη γωνιά της εσωτερικής αυλής του σπιτιού μας και, πάντα στην ίδια θέση, κάτω από έναν κέδρο, φώναζα και γελούσα. Ενθουσιασμένη που ήμουν μόνη με τη μεγάλη ευτυχία μου και την πολύ ζωντανή ακόμα ανάμνηση του κοριτσιού».

 

Linde Salber, Frida Kahlo (εκδ. Μελάνι), απόσπασμα.

*Πίνακας: Frida Kahlo, «Las dos Fridas».

Γράμμα σε μια νέα ποιήτρια

rilke2

…Θα έπρεπε, κανονικά, να γνωρίζει κανείς πρώτα τι είναι τα ποιήματα, για να μπορέσει να πει τι σημαίνουν αυτά τα ποιήματα. Κι έτσι κάνει μια πρώτη απόπειρα: Δεν είναι σκέψεις, αλλά ενδείξεις ευγνωμοσύνης. Δεν έχουν την αφετηρία τους στις αισθήσεις, αλλά στη νοσταλγία. Αιτία γέννησής τους δεν είναι ένα τοπίο και δεν μπορούν να πραγματωθούν στη ζωγραφική βουνών και δέντρων, σπιτιών και κοπαδιών.

Ένα γέλιο που δεν εκδηλώθηκε είναι, ή ένα κλάμα που τα μάτια ήταν πολύ μακριά του. Ή ένας κίνδυνος που δεν έγινε κατανοητός, ή ένας τρόμος που δεν ωρίμασε. Ή η ανάμνηση μιας κοιλάδας, ενός ονείρου ή ενός πύργου κάπου στα παιδικά χρόνια. Ή μια αγάπη που δεν γίνεται να χαριστεί σε κανέναν ή ακόμα και μία που χάθηκε, που αφέθηκε να πέσει μέσα σε κάποια σκοτεινή καρδιά. Ή μια πίστη που που άρχισε να αμφιβάλλει ή μια αμφιβολία που μετατράπηκε σε κάτι δυνατό ή μια δύναμη που έχει ενηλικιωθεί και όμως δεν βρίσκει μήτε δόξα μήτε γαλήνη μέσα στη ζωή.

Και πολλά ακόμα ή…

Ήδη γίνεται φανερό: τα ποιήματα συμβαίνουν μόνο σε εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι, δίπλα και πίσω από τις συνηθισμένες, κοινές αισθήσεις, φυλάνε έναν αφανέρωτο θησαυρό αισθημάτων γιορτινών και ανοίκειων, που περνούν σε μακάρια αδράνεια μέσα από τις πιο μοναχικές ώρες. Μοιάζουν με θεούς από τους οποίους κανείς δεν ζητάει χάρη, τόσο ξένοιαστα μακάρια είναι. Αλλά τώρα η ανυπομονησία τους ζητάει να έρθουν στο φως, τα καλεί να βγουν από τους αστραφτερούς παραδείσους, να εισέλθουν σε κάποια θλιβερή μοναξιά κι εκεί, στο κατώφλι, αυτά νιώθουν ντροπή. Και ζητούν να περιβληθούν από ένα τοπίο, ή θέλουν να κρατήσουν μία εμπειρία, σαν μάσκα, μπροστά από το πρόσωπό τους, οι μυστικοί αυτοί πρίγκιπες. Κι έτσι, κρυμμένα πίσω από συμβάντα και εικόνες, αφημένα να τα μαντέψουν οι φοβισμένοι και οι ευσεβείς, άγνωστα προς όλους όσοι δεν έχουν γνωρίσει το βάθος, έρχονται διασχίζοντας τη ζωή: τα ποιήματα.

 

Rainer Maria Rilke, Μικρά Δοκίμια για την Τέχνη, εκδ. Printa. Απόσπασμα από το Γράμμα σε μία νέα ποιήτρια.

 

A girl

schoolgirl

Άραγε για ποιό «κοριτσάκι του» να μου μιλούσε εκείνος ο ξετρελαμένος από τη λύπη κύριος; Για κείνο που εννοούσε αυτός, για κείνο που εννοούσα εγώ, γι’ αυτό που έχω ξεχάσει ή για κάποιο που δημιουργήθηκε από το  πολύ «πιθανολογώντας» – λες ο άνθρωπος να πλάστηκε από μία μικρή πιθανότητα;

Αν ναι, τότε μήπως πρόκειτια για τούτο το κοριτσάκι που η μνήμη αξιώνει να το τιμήσω με την πιθανότητα να είναι πράγματι αυτό, εκμεταλλευόμενη το ότι δεν θυμάμαι; Φαίνεται, μνήμη σημαίνει να ξεχνάς τι ακριβώς θυμάσαι. Ναι, αλλά εγώ για χάρη της δικαιούμαι να κάνω αυτό το προτεινόμενο κορίτσι θύμα ενός ξένου πατέρα και να το επιφορτίσω μ’ έναν πρόωρο θάνατο, που πιθανόν να μην είναι δικός της; Θα μου πεις, ποιος θα το ανακαλύψει. Η ανωνυμία συντηρεί τους επιφανείς σε επιφανείς, τους δε αφανείς τους κάνει αφανέστερους.

Τέλος του δημοτικού, αρχές του γυμνασίου. Φορούσε στο λαιμό του ένα οβάλ κουτάκι χρυσό. Στην ώρα του μαθήματος αυτό το κουτάκι ή το χουχούλιαζε στο χέρι της, σα να ήταν πουλί ξεπαγιασμένο που ήθελε να το ζεστάνει, ή έστριβε την αλυσίδα γύρω γύρω στο λαιμό της μέχρι τα κρικάκια της να αποτυπωθούν στην αναπνοή της ή κρατούσε ανάμεσα στα δόντια της το κουτάκι. Το μισοδάγκωνε, το εξαφάνιζε για λίγο μέσα στο στόμα της, τρόμαζες ότι το κατάπιε, ή το έγλειφε σαν το περιεχόμενο να ήταν ρευστή τροφή για μιαν ανάγκη που έπασχε από δυσκαταποσία. Φτύσ’το, φτύσ’το αμέσως, της φώναζε κάθε τόσο η δασκάλα. Το έβγαζε από το στόμα της προσεκτικά και πληγωμένο το χουχούλιαζε πάλι στη χούφτα της να το γιατρέψει.

Στο διάλειμμα την περικυκλώναμε οι πιο λαίμαργα περίεργες και της τάζαμε ξύστρες, μολύβια, μπλοκάκια, τσιμπιδάκια μαλλιών, αν μας έδειχνε τι ήταν μέσα στο κουτάκι. Αποτραβιόταν τότε πολύ μακριά μας, άνοιγε κι έκλεινε το κουτάκι με τέτοια ασκημένη ταχύτητα, που ούτε το μεγαλύτερο μυστήριο δε δηλώνει την ύπαρξή του και δεν την κρύβει με τόση αστραπιαία εξασφάλιση.

Σήμερα που το σκέπτομαι, λέω ότι το πιθανότερο αυτό το κουτάκι να μην είχε τίποτα μέσα. Γιατί τέτοιες άγριες προφυλάξεις μόνο το κενό τις παίρνει για να μην αποκαλυφθεί.

Αποκλείω διαρρήδην να ήταν μέσα στο κουτάκι η μάνα του κοριτσιού.

 

Κική Δημουλά, Εκτός Σχεδίου (εκδ. Ίκαρος)

Φωτογραφία: A Schoolgirl In Binson Et Orquigny, Getty Images.

Αυτογνωσία

christen_kobke_-_view_of_osterbro_from_dosseringen

Ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Έχουμε διαισθήσεις, υποψίες, προαισθήματα, ασαφείς στοχασμούς και αλλόκοτα ανάμεικτα συναισθήματα, που στο σύνολό τους δεν μπορούν να οριστούν με απλό τρόπο. Βιώνουμε αλλαγές στη διάθεσή μας, αν και ουσιαστικά δεν τις κατανοούμε. Και ξαφνικά, περιστασιακά, συναντάμε έργα τέχνης που μοιάζουν να εκφράζουν κάτι που έχουμε νιώσει κι εμείς αλλά δεν το έχουμε αναγνωρίσει ξεκάθαρα ως τώρα. Ο Αλεξάντερ Πόουπ προσδιόρισε ως βασική λειτουργία της ποίησης το να παίρνει ημιτελείς σκέψεις και να τις εκφράζει με καθαρότητα: κάτι που «συχνά αποτέλεσε αντικείμενο σκέψης αλλά ποτέ δεν είχε διατυπωθεί τόσο καθαρά». Με άλλα λόγια, ένα εφήμερο και απροσδιόριστο κομμάτι της σκέψης μας, της εμπειρίας μας, λαμβάνεται, υπόκειται σε επεξεργασία και μας επιστρέφεται πιο ολοκληρωμένο, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε ότι επιτέλους γνωρίζουμε πιο ξεκάθαρα τον εαυτό μας.

Η τέχνη ενισχύει την αυτογνωσία και αποτελεί εξαιρετικό μέσο προκειμένου να μεταδώσουμε στους άλλους τους καρπούς που προκύπτουν. Γνωρίζουμε πόσο εξαιρετικά δύσκολο είναι να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας με τους άλλους∙ οι λέξεις αποδεικνύονται αδέξιες. Σκεφτείτε ότι προσπαθείτε να περιγράψετε έναν περίπατο κατά μήκος μίας λίμνης ένα ήρεμο απόγευμα, χωρίς τη βοήθεια κάποιας εικόνας. Η ανεπιτήδευτη απεικόνιση ενός απογεύματος σε κάποιο προάστιο της Κοπεγχάγης από τον Κρίστεν Κέμπκε αναδεικνύει εκείνες ακριβώς τις πτυχές της εμπειρίας που δυσκολευόμαστε να αρθρώσουμε. Το φως στον πίνακα είναι εξαιρετικά σημαντικό, παρόλο που δύσκολα ορίζει κανείς τη σημασία του. Ο θεατής αισθάνεται την ανάγκη να δείξει τον πίνακα και να πει «έτσι νιώθω κι εγώ με αυτό το φως». Ο Κέμπκε έχει δημιουργήσει μία εικόνα ερωτευμένη με την απουσία συμβάντων. Το παιδί κρέμεται από την κουπαστή, ο άντρας με το ψηλό καπέλο παρατηρεί καθώς ο φίλος του κάνει κάποιες διευθετήσεις στη βάση του μαζεμένου ιστίου. Οι γυναίκες κάτι λένε μεταξύ τους. Η ζωή συνεχίζεται, όμως δεν υπάρχει τίποτα το δραματικό, καμία προσδοκία αποτελέσματος, καμία αίσθηση κατάληξης. Ωστόσο, αντί να παραπέμπει σε μία κατάσταση ανίας ή απογοήτευσης, η αίσθηση είναι απόλυτα σωστή. Κυριαρχεί η γαλήνη, και όχι η κούραση. Η απόλυτη ηρεμία, και όχι η αδράνεια. Με κάποιον περίεργο τρόπο, ο πίνακας αποπνέει μία αίσθηση τέρψης για τη ζωή, η οποία εκφράζεται ήρεμα. Το ελκυστικό δεν είναι το φως καθαυτό αλλά η ψυχική κατάσταση που εκφράζει. Ο πίνακας αποτυπώνει ένα τμήμα του εαυτού μας – τμήμα που δεν εκφράζεται εύκολα με λέξεις. Θα μπορούσατε να δείξετε τον πίνακα και να πείτε «κατά στιγμές, έτσι είμαι κι εγώ∙ μακάρι να μου συνέβαινε συχνότερα». Σε περίπτωση που κάποιος άλλος έχει την ίδια αίσθηση, ίσως να μιλάμε για την αρχή μίας σημαντικής φιλίας.

Τα αντικείμενα τέχνης δεν μας αρέσουν απλώς – σε ορισμένες διακριτές περιπτώσεις, είμαστε λιγάκι σαν αυτά. Είναι τα μέσα διά των οποίων καταλήγουμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας και να δείχνουμε στους άλλους ορισμένες πτυχές του αληθινού μας εαυτού.

 

Alain de Botton, John Armstrong, Η τέχνη ως θεραπεία (απόσπασμα από το πρώτο μέρος, Οι επτά χρήσεις της τέχνης: Αυτογνωσία), εκδ. Πατάκη.

Πίνακας: Christen Købke, Άποψη του Ούστεμπρο από το Ντοσσέρινγκεν (1838).

Ασφάλεια – Ανασφάλεια

erich-fromm

Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ο,τι έχουμε, το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστο φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία. Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας. Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχει, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθο- λογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ο,τι έχουν —τη γη τους, την οικογένεια τους, την περιουσία τους — και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία –τη θέση του, την οικογένεια του — και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Ο Αβραάμ και ο Μωυσής είναι ήρωες στην εβραϊκή παράδοση. Ο Χριστιανός ήρωας είναι ο Ιησούς, που δεν είχε τίποτα και — στα μάτια του κόσμου — δεν ήταν τίποτα. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια. Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν —«γιατί δεν είμαστε ήρωες».

Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους — δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ο,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί -και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι — και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του. Αν είμαι ο,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ο,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο · φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματος μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει, ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του. Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητας μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητα μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών. Ενώ το έχει βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. (Η «φλεγόμενη βάτος» που δεν καίγεται είναι ο βιβλικός συμβολισμός γι’ αυτό το παράδοξο). Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασης τους. Ο,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ο,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, ή μόνη απειλή για την ασφάλεια μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχει.

 

Erich Fromm, Να έχεις ή να είσαι; (εκδ. Μπουκουμάνη) – (Απόσπασμα από το κεφάλαιο VI, Άλλες Απόψεις του Έχει και του Είναι.)

Αϋπνία

tarkovskypola1

Τις νύχτες τρίζουν τα έπιπλα.

Κάπου στάζει απ’ τη σωλήνα.

Από το καθημερινό βάρος στους ώμους

Εκείνη τη στιγμή ελευθερώνονται,

Εκείνη τη στιγμή παραδίδονται στα πράγματα

Οι άφατες ανθρώπινες ψυχές,

Και τυφλές,

βουβές,

κουφές,

σκορπίζονται στους ορόφους.

Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της πόλης

Στέλνει τα δευτερόλεπτα

εδώ
κι εκεί,

και ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα ζωντανοί,

τρυφεροί
και μισοζώντανοι,
Περιμένουν στα σκοτάδια, εκεί που στάζει το νερό,

Βγάζουν από τις τσάντες τα ποτήρια

Και χορεύουν σα τσιγγάνοι,

Στέκονται πίσω από τις πόρτες, σα συμφορά,

Τρυπώντας αργά μπαίνουν στις υδρορροές

Κι αμέσως κόβουν τα καλώδια.

Σύντομα όμως – θα γίνουν πιστωτές,

Κι ήρθαν για πάντα, για πάντα,

Κι έφεραν τους λογαριασμούς.

Αδύνατον

Να κάνεις μια τρύπα στο νερό, χωρίς να έχει κοιμηθεί, να κοπανίζεις αέρα,

Είναι αδύνατο να αποκοιμηθείς, – πόσο ταραγμένη

Είναι τούτη η νύχτα που δεν μας αφήνει σε ησυχία.

 

 

[Arseny Tarkovsky, Αϋπνία (μτφ. Δ. Β. Τριανταφυλλίδης) || Andrei Tarkovsky, Instant Light:Tarkovsky Polaroids]

[Ευχαριστώ: http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/]