Υπάρχουν μοίρες που τις προκαλεί κανείς και που προσαρμόζονται σε αυτόν

Intelligence is the ability to adapt to change

Τα ευέλικτα άτομα έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται στον μέσο όρο κι έπειτα να μεταστρέφουν τις συνθήκες υπέρ τους για να επιτύχουν τους στόχους τους, όπως ο παλαιστής του τζούντο που κατευθύνει τη δύναμη του αντιπάλου του προς ίδιον όφελος.

Θα φέρουμε ένα παράδειγμα που απαντάται σε διάφορα λαϊκά παραμύθια: τον αγώνα ανάμεσα στο νερό, τον βράχο και το σπαθί.

Ο βράχος και το σπαθί πίστευαν ότι μπορούσαν να νικήσουν το νερό, επειδή το σπαθί θα το τραυμάτιζε, θα το χώριζε στα δύο, όπως χωρίζει οποιοδήποτε πράγμα, ενώ ο βράχος ήξερε ότι θα έπεφτε πάνω στο νερό και θα το κατέστρεφε. Ωστόσο, ούτε ο βράχος μπορεί να πληγώσει το νερό, απλώς το κάνει να παρεκκλίνει της πορείας του, ούτε το σπαθί, όσο και να βυθίσει τη λεπίδα του μές στο νερό, δεν το χωρίζει στα δύο. Το νερό προσαρμόζεται, τυλίγει το σπαθί, δεν παύει να ρέει και μπορεί, αντίθετα, να διαβρώσει αυτό τον βράχο και να κάνει το σπαθί να σκουριάσει και να μην κόβει.

Η υπομονή, η ηρεμία και η δυνατότητα προσαρμογής είναι ισχυρότερα όπλα. Το μαλακό – το νερό – αγκαλιάζει, ενώ το σκληρό – ο βράχος – αποδιώχνει. Μπορεί μία αιχμηρή πέτρα να είναι απειλητική, αλλά όταν το νερό εισχωρήσει στις σχισμές της και παγώσει, θα την κάνει κομμάτια. Η πέτρα θα σπάσει.

Ο δρόμος μας μπορεί να μας οδηγήσει σε πολλά μέρη, αλλά για να μάθουμε για αυτά, χρειάζεται να είμαστε σαν το νερό, να προσαρμοζόμαστε στην κοίτη των γεγονότων. Δεδομένου ότι ο κόσμος ποτέ δεν θα προσαρμοστεί σ’ εμάς, οφείλουμε να είμαστε ευέλικτοι σαν το μπαμπού, που λυγίζει με τον άνεμο αλλά δεν σπάει.

Κάθε φορά που ένα ποτάμι περνάει από έναν τόπο, μαζεύει στην κοίτη του ό,τι έχει ζήσει σε αυτό τον τόπο, όλα όσα έχουν συμβεί. Αυτά το πλουτίζουν. Με τον ίδιο τρόπο, ό,τι συναντάμε στον δρόμο μας μας τρέφει και μας προσφέρει σοφία, πάντα και εφόσον δεν θέλουμε να το καταστρέψουμε, να το καθυποτάξουμε ή να το περιφρονήσουμε.

Σε πολλές σχέσεις, ένα από τα μέλη του ζευγαριού ή και τα δύο προσπαθούν να αλλάξουν τον άλλον, να τον σμιλέψουν, ώστε να γίνει όπως θα τους άρεσε πραγματικά να είναι. Προσπαθούν να εξαναγκάσουν τον άλλον να είναι κάτι που δεν είναι. Το μυστικό των ευτυχισμένων ζευγαριών, όπως και κάθε είδους διαπροσωπικής σχέσης, είναι το να αθροίζουν ελευθερίες.

Το πεπρωμένο μας το φτιάχνουμε με τη φαντασία μας και με τις πρωτοβουλίες μας, αλλά κάθε πράξη μας χρειάζεται να είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των μεταβλητών συνθηκών.

Πρέπει να παρατηρούμε και να αντιλαμβανόμαστε πρώτα και μετά να πράττουμε.

Προσαρμογή από το βιβλίο του Allan Percy, Έρμαν Έσσε – 66 Μαθήματα Καθημερινής Σοφίας (εκδ. Πατάκη)

Advertisements

Τα ίδια και τα ίδια… (Η μοναξιά πάλι)

βαμβουνάκη

Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες ανθρώπων. Κατά κάποια έννοια το λέμε αυτό, δεν υπάγεται βέβαια όλη η ανθρωπότητα σε αυτές μόνο τις τέσσερις κατηγορίες…Εκείνοι που δεν αντέχουν τη μοναξιά. Εκείνοι που νιώθουν ότι αντέχουν τη μοναξιά άμα χρειαστεί να το υποστούν. Εκείνοι που αισθάνονται ότι αγαπούν τη μοναξιά. Και κάποιοι που πιστεύουν πως, εντέλει, μοναξιά δεν υπάρχει, μια και παντού βρίσκεται ο Θεός […]

Η πρώτη κατηγορία φαίνεται να είναι η πιο αδύνατη. Οι άνθρωποι που φοβούνται τη μοναξιά κάνουν τις πιο απερίσκεπτες, τις πιο σπασμωδικές και, ως εκ τούτου, τις πιο επικίνδυνες επιλογές. Διότι αν δεν μπορείς να μένεις, στην ανάγκη έστω, μόνος, αν φοβάσαι τον κενό από άλλα πρόσωπα χώρο και χρόνο σου, τότε εξαναγκάζεσαι να υποχωρείς όλο και σε μεγαλύτερους συμβιβασμούς, να χάνεις το έδαφος κάτω από τον ασταθή βηματισμό σου. Συμβιβασμούς στις φιλίες, στον έρωτα, στο επάγγελμα, στον γάμο, με τα παιδιά σου, με τους γονείς σου (λάθος μου που το αναφέρω τόσο πίσω, αφού η γονεϊκή σχέση δεν είναι μόνο συνέπεια αλλά κατά κανόνα αιτία της αδυναμίας σου), με τους γείτονες, με τους άλλους οδηγούς στον δρόμο, με κάθε πλάσμα που διασταυρώνεσαι. Θίγεται τότε και αλλοιώνεται η αληθινή σου οντότητα που δεν αντέχει να συναισθανθεί ποια όντως είναι. Δεν έχει καιρό, αφού η μόνη της έγνοια παραμένει – όλο και πιο επιτακτική – μία: να κυνηγώ κάποιους και να είμαι κοντά τους, μήπως ξεμείνω φοβισμένος μέσα στην ανυπόφορη μοναξιά.

Όμως, η βαρύτερη αιτία ανθρώπινης δυστυχίας δεν είναι ο πόνος, η ματαίωση, η ερήμωση, η αρρώστια, η φτώχεια και όσα δεινά φέρνει σε όλους η ζωή. Η μεγαλύτερη αιτία δυστυχίας μας είναι ο συμβιβασμός, οι συμβιβασμοί που κάνουμε. Διότι τα πιο μεγάλα χαρίσματα που δόθηκαν στην ύπαρξη για να ζήσει με πληρότητα είναι δύο: η αγάπη και η ελευθερία. Πρώτα η ελευθερία και ύστερα η αγάπη, αφού μόνο στον βαθμό που είσαι ελεύθερος μπορείς να αγαπάς. Είναι μεγάλος μετρητής ευτυχίας το ερώτημα: Πόσο ελεύθερος είμαι; Πόσο αγαπώ; Υπάρχουν άραγε πολλοί που αντέχουν να απαντήσουν έντιμα; Με μια σχετική ακρίβεια έστω;

Όλο το λέμε και το ξαναλέμε ότι φόβος μοναξιάς είναι φόβος του εαυτού. Κατά βάθος τρομάζουμε να συνομιλήσουμε με την ψυχή μας, όσο μάλιστα περνούν τα χρόνια και πληθαίνουν οι συμβιβασμοί, οι απωθήσεις, οι δειλίες, οι λαθεμένες και αναίτιες στην ουσία υποχωρήσεις, μαζεύεται εντός μας μία υπόγεια αποθήκη που δύσκολα πια καθαρίζεται. Δύσκολα μπαίνεις εκεί, στο μισοσκόταδο, να ψάξεις, να ψαύσεις και να βάλεις κάποια τάξη. Εκεί είναι σκεπασμένοι οι καθρέφτες με τα λευκά σεντόνια του πένθους, που ρίχνουν πάνω στο ασήμι οι τεθλιμμένοι στο σπίτι ενός νεκρού, μια και πένθος θυμίζει ένας χαμένος εαυτός.

Όσο κι αν θέλει να αγαπήσει ένας χαρακτήρας που τρομάζει υπερβολικά με τη μοναξιά, η εξάρτηση και η ανάγκη είναι τόσο μεγάλες που η γνήσια αγάπη περνάει σε δεύτερο πλάνο. Η αγάπη όμως είναι μονάχα του πρώτου πλάνου – πίσω από κάτι άλλο, πληγωμένη εξαφανίζεται. Η αγάπη, και η πιο ταπεινή, είναι το πιο περήφανο από τα αισθήματά μας. Από την άλλη, ένας χαρακτήρας αναγκεμένος, ένας χαρακτήρας εξαρτημένος, πνίγει και ενοχλεί εκείνον με τον οποίο θέλει να σχετίζεται. Ένας τέτοιος τύπος μπορεί να βολεύει τον άλλο με τις εξυπηρετήσεις ή τις κολακείες που πρόθυμα χαρίζει, όμως δεν του εμπνέει εκτίμηση. Είναι μεγάλης αξίας να μπορείς να λες – και να το εννοείς -: «Είμαι μαζί σου εφόσον συμπλέουμε όμορφα, αλλιώς φεύγω! Δεν είναι ότι παύω να σε αγαπώ, να σε βοηθάω, αλλά μπορώ να σε αγαπώ και από μακριά! Μπορώ να σε νοιάζομαι και από μακριά, αλλά δεν θέλω να σε συναναστρέφομαι! Το κοντά-κοντά μού χαλάει τον χαρακτήρα μου, το κοντά μάς λερώνει την αθωότητά μας». Υπάρχουν μάλιστα κάποια πρόσωπα δικά μας που μόνο από απόσταση μπορεί να τους αγαπά και να τους κατανοεί κανείς. Κοντά τους και για διάφορους λόγους είναι λες και η φύση ταράσσεται, ξεπερνάει τις ανθρώπινες συνήθεις αντοχές το να παλεύεις με στοιχεία του χαρακτήρα τους […]

Δίχως όρια στις ανταλλαγές μας δεν είμαστε αξιαγάπητοι, είμαστε μπελάς και ρεζιλίκι. Το πολύ πολύ, και το έσχατο, προσφερόμαστε ως ένα αντικείμενο χρήσης. Κάθε είδους χρήσης και ανάλογα με την περίσταση. Καταντούμε «άνθρωπος-πουρές» που έλεγε ο μπαμπάς μου, παίρνουμε το σχήμα τού όπου μας βάζουνε. Άσχημος δεν είναι ο δίχως δικό του προσωπικό σχήμα;

Ακόμη και οι γονείς, που όλο υποχωρούν και κάνουν στα παιδιά τους ό,τι ζητήσουν και ό,τι είναι γνήσιο και αληθινά καλό, με τα χρόνια καταντούν αντικείμενα των παιδιών τους. Τα παιδιά μπορεί να τους χρησιμοποιούν – έτσι τα έμαθαν -, όμως παράλληλα τους θυμώνουν, τα απογοητεύουν, τα εκνευρίζουν διότι από νωρίς καταλαβαίνουν ότι έχουν γονείς χωρίς χαρακτήρα, χωρίς προσωπικότητα. Πού να στηριχθούν κι αυτά, τι να τα οδηγήσει όσο μεγαλώνουν; Τέτοιοι «τρυφεροί» γονείς τα μπουκώνουν με δωρεές και ευκολίες, όμως δεν τα εμπνέουν να τους σέβονται, να τους υπολογίζουν, να θέλουν να τους μιμηθούν. Δεν υπάρχει μέτρο, σταθμά και αλφάδι σε τέτοιες ανακατωμένες οικογένειες, τα παιδιά θα εξελιχθούν ασύμμετρα, δυσαρμονικά, δυσλειτουργικά, και σίγουρα εξαρτημένα από πρόσωπα και πράγματα, έξω από το ταραγμένο οικογενειακό σπίτι.

Χρειάζονται αγώνες για να χτίζεις αυθεντικές σχέσεις. Γιατί είναι μεγάλος αγώνας το να ρισκάρεις, αν χρειαστεί, απώλειες. Όμως το ρίσκο είναι προϋπόθεση της ειλικρίνειας, βασική προϋπόθεση ελευθερίας. Προϋπόθεση γνήσιας σχέσης τελικά. Ο Χριστός λέει αιωνίως εκείνο το δυσνόητο για τον μαλθακό τρόπο που θέλουμε να ζούμε: «Για να κερδίσεις την ψυχή σου πρέπει να την χάσεις«.

Όποιος δεν αντέχει τον χαμό είναι μονίμως χαμένος.

Μάρω Βαμβουνάκη, Σιωπάς για να ακούγεσαι (εκδ. Ψυχογιός) – απόσπασμα

Ιστορίες Ζωής

Pawel-Kuczynski_10626873_923524431009470_2323986266373455425_n

Όλες οι έρευνες το πιστοποιούν. Η συντριπτική πλειοψηφία των τηλεθεατών δε θεωρεί πραγματικές τις ιστορίες ζωής που παρουσιάζονται στην τηλεόραση. Ένα ελάχιστο 5% μόνο μοιάζει να διαθέτει την αθωότητα του βρέφους και να υποκύπτει άνευ όρων στην αληθοφάνεια μιας κατασκευασμένης εικόνας. Όλοι οι άλλοι, εμείς οι άπιστοι, υποψιασμένοι ενήλικες, σαν μαγεμένοι ξανά και ξανά, παρακάμπτοντας επιμελώς τη δυσπιστία μας, μένουμε καθηλωμένοι στις ιστορίες ζωής, στην πολύτιμη πραμάτεια όλων των καναλιών.

Μας εξοργίζουν όλες αυτές οι δραματικές αφηγήσεις, μας θλίβουν, ενίοτε θυμώνουμε με τον τρόπο παρουσίασης, καταγγέλουμε τον άθλιο χειρισμό του θέματος. Κι όμως εκεί, σαν υπνωτισμένοι, ακούμε και βλέπουμε.

Για να διασκεδάσουμε ίσως. Να ψυχαγωγηθούμε μέσα από την απατηλή σκηνοθεσία ενός δράματος που έτσι κι αλλιώς δεν μας πείθει. Όμως εκείνη την ώρα κάποιο τηλεπαιχνίδι με πλούσια δώρα, κάποια σαπουνόπερα, θα αναλάμβανε ίσως πιο δραστικούς τρόπους απόδρασης. Κι όμως δεν αλλάζουμε κανάλι. Προτιμώμενες παραμένουν οι ιστορίες ζωής. Γιατί;

Εύκολο είναι να επικαλεσθεί κανείς την κρυφή ηδονοβλεπτική διάσταση που ωθεί σε μια τέτοια προτίμηση. Εύκολο είναι να αναφερθείς στο άχρωμο και άτονο της καθημερινής ζωής των πολλών.

«Η ζωή μου είναι τόσο ήσυχη. Η ησυχία αυτή με τρομάζει. Το βάρος του μη συμβάντος με βαραίνει. Αποζητώ το αλλότριο συμβάν για να το οικειοποιηθώ. Να το κάνω δικό μου. Να ανυψωθώ κι εγώ στη σφαίρα των τραγικών ηρώων της ιστορίας. Όσο γελοίος κι αν είναι κατά βάθος ο πρωταγωνιστής, όσο απωθητικός κι αν είναι στην αθλιότητά του, έχει μία τραγική διάσταση. Κι αυτή είναι που αποζητώ».

Άλλοτε πάλι, ο άλλος κινητοποιεί μόνο αμιγείς εμπαθείς απορρίψεις. Τον βδελίσσομαι. Η παθολογία του με κάνει να ριγώ. Κι όμως τον θέλω. Θέλω κι αυτόν να τον δω, να τον ακούσω, στα δελτία των ειδήσεων, στις ειδικές εκπομπές, να τον απολαύσω, έτσι καθώς διηγείται πώς εκτέλεσε τη γυναίκα, την πεθερά, τα παιδιά του, τα ανίψια του, τα εγγόνια του. Ή ακόμα, πώς μες στην απόλυτη ανέχεια και φτώχεια τρώει ποντικούς, γάτες ή ευτραφείς γειτόνους!

Τον θέλω τον αποκρουστικό παρεκκλίνοντα. Με βοηθάει να ορίσω τον εαυτό μου ως διαφορετικό. Η διήγησή του μου κάνει. Σαν νερό με βοηθάει να κυλήσει η αλλότρια δυστυχία από πάνω μου. Να μη σκαλώσει πουθενά. Και να βγω αλώβητος από την ταύτιση. Αμέτοχος. Δεν είμαι εγώ! Είναι εκείνος! Η δυστυχία έχει βρει τα περιχαρακωμένα όριά της έξω από τον ιδιωτικό μου ορίζοντα. Το κακό ξορκίζεται. Διαθέτει όνομα. Δεν είναι το δικό μου. Διαθέτει ιστορία. Δεν είναι η δική μου. Κατοικεί αλλού.

Κυρίως διαθέτει εικόνα. Κι έτσι το κακό συγκεκριμενοποιείται. Δεν είναι διάχυτο. Εντοπίζεται. Τα τέρατα που κυκλοφορούν μέσα μου ναρκώνονται. Εκεί. Στο γυαλί. Μόνο εκεί.

Αρκούν λοιπόν αυτοί οι φανταστικοί συλλογισμοί για να εξηγήσουν το πάθος, το μένος, την επίμονη ηδονή που προσφέρουν τα τηλεσόου της δυστυχίας; Κάτι, όπως πάντα, μοιάζει να λείπει. Κι αυτό το κάτι αναδεικνύεται μέσα από το διεισδυτικό και ανατρεπτικό λόγο του Nietzsche:

Εμείς οι άνθρωποι της γνώσης δε γνωρίζουμε τον εαυτό μας- και δικαιολογημένα. Ποτέ δεν αναζητήσαμε τον εαυτό μας – πώς θα μπορούσαμε λοιπόν να τον βρούμε κάποτε; Σωστά έχει ειπωθεί ότι «εκεί που βρίσκεται ο θησαυρός σου βρίσκεται και η καρδιά σου»,  ο θησαυρός μας είναι εκεί που είναι και οι κυψέλες της γνώσης μας. Πάντα κατευθυνόμαστε προς αυτές, σαν να είμαστε από γεννησιμιού μας φτερωτά πλάσματα που μαζεύουν το μέλι του πνεύματος και η μοναδική μας έγνοια είναι «να φέρνουμε κάτι στο σπίτι». Άλλωστε ποιος από μας ασχολείται στα σοβαρά με ό,τι αφορά στη ζωή, με τα επονομαζόμενα «βιώματα»; Ή αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο γι’ αυτά; Φοβάμαι πως αυτή η υπόθεση δεν ήταν ποτέ δική μας υπόθεση: δεν μπορούμε να δώσουμε την καρδιά μας σε αυτήν, ούτε και τ’ αυτιά μας. Αλλά, όπως ένας εντελώς αφηρημένος και βυθισμένος στον εαυτό του άνθρωπος, που η καμπάνα του μεσημεριού χτύπησε στ’ αυτιά του μ’ όλη της τη δύναμη τους δώδεκα χτύπους της, ξαφνικά πετάγεται πάνω και αναρωτιέται: «τι ήταν άραγε αυτό που χτύπησε;» έτσι κι εμείς καμιά φορά τρίβουμε εκ των υστέρων τ’ αυτιά μας κι αναρωτιόμαστε, γεμάτοι έκπληξη κι ανησυχία, «τι ήταν στ’ αλήθεια αυτό που μόλις ζήσαμε;» και ακόμα «ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια;» και ξαναμετρούμε εκ των υστέρων, όπως είπαμε, τους δώδεκα παλλόμενους χτύπους της καμπάνας της εμπειρίας μας, της ζωής μας, της ύπαρξής μας – και αλίμονο! Κάνουμε λάθος στο μέτρημα. Και παραμένουμε αναγκαστικά ξένοι στον εαυτό μας, δεν τον καταλαβαίνουμε, αναγκαζόμαστε να παρερμηνεύουμε τον εαυτό μας, για να ισχύει ένας νόμος, για όλη την αιωνιότητα: «ο καθένας είναι ο πιο ξένος απέναντι στον εαυτό του». Δεν είμαστε άνθρωποι της γνώσης όσον αφορά στον εαυτό μας.

Ίσως όλη αυτή η ηδονή που έγκειται στο να ακούσεις από την τηλεόραση την ιστορία του άλλου, έχει να κάνει με μια τρομακτική μετάθεση. Να ακούς από τον άλλον αυτό που δεν μπορείς να ακούσεις από σένα. Να αφουγκραστείς μία ξένη ιστορία στη θέση της δικής σου ιστορίας. Εκείνη που δεν θα γνωρίσεις ποτέ, εκείνη που δεν θα σε γνωρίσει ποτέ.

Ένα χρυσό άλλοθι οι ιστορίες στη μικρή οθόνη. Επιτρέπουν τον μόνο επιθυμητό στόχο: «να παραμείνει ο καθένας πιο ξένος απέναντι στον εαυτό του».

Δεν είναι να απορείς λοιπόν. Όχι, δεν είναι να απορείς. Ίσως μόνο να θλίβεσαι. Αλλά γι’ αυτό δεν υπάρχει ούτε χώρος, ούτε χρόνος και, κυρίως, ούτε τηλεοπτική κάλυψη.

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Ψυχολογία της Καθημερινής Ζωής- Η κουλτούρα του εφήμερου (Εκδ. Καστανιώτη) – απόσπασμα.

Pawel Kuczynski, «T.V. Relaxing»

Αυτός ο Έρωτας

Gustav_Klimt_016

Αυτός ο έρωτας

Τόσο βίαιος

Τόσο εύθραυστος

Τόσο τρυφερός

Τόσο απελπισμένος

Αυτός ο έρωτας

Όμορφος σαν τη μέρα

Κι απαίσιος σαν τον καιρό

Όταν ο καιρός είναι απαίσιος

Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός

Αυτός ο έρωτας τόσο όμορφος

Τόσο ευτυχισμένος

Τόσο χαρούμενος

Και τόσο μηδαμινός

Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι

Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του

Σαν ήρεμος άντρας στη νύχτα

Αυτός ο έρωτας που έκανε τους άλλους να φοβούνται

Που τους έκανε να μιλάν

Που τους έκανε να χλωμιάζουν

Αυτός ο έρωτας παραφυλαγμένος

Γιατί εμείς τον είχαμε παραφυλάξει

Καταδιωγμένος, πληγωμένος, ποδοπατημένος, αποτελειωμένος, απαρνημένος, ξεχασμένος

Γιατί εμείς τον είχαμε καταδιώξει, πληγώσει, ποδοπατήσει, αποτελειώσει, απαρνηθεί, ξεχάσει

Ολόκληρος αυτός ο έρωτας

Τόσο ζωντανός ακόμη

Και τόσο ηλιόλουστος

Είναι ο δικός σου

Είναι ο δικός μου

Εκείνος που υπήρξε

Αυτό το πάντα καινούριο πράγμα

Και που δεν άλλαξε

Όμοια αληθινός σαν φυτό

Όμοια τρέμοντας σαν πουλί

Όμοια ζεστός όμοια ζωντανός σαν καλοκαίρι

Μπορούμε κ’ οι δυό

Να φεύγουμε και να ξαναγυρνάμε

Μπορούμε να ξεχνάμε

Και μετά να ξανακοιμόμαστε

Να ξυπνάμε να υποφέρουμε να γερνάμε

Να κοιμόμαστε ακόμη

Να ονειρευόμαστε το θάνατο

Να ξυπνάμε να χαμογελάμε και να γελάμε

Και να ξανανιώνουμε

Ο έρωτάς μας στέκει εκεί

Πεισματάρης σαν γαϊδούρα

Ζωντανός σαν πόθος

Σκληρός σαν μνήμη

Ηλίθιος σαν κλάψα

Τρυφερός σαν ανάμνηση

Κρύος σαν μάρμαρο

Όμορφος σαν μέρα

Εύθραυστος σαν παιδί

Μας κοιτάζει χαμογελώντας

Και μας μιλάει χωρίς να λέει τίποτα

Κ’ εγώ τον ακούω τρέμοντας

Και φωνάζω

Φωνάζω για σένα

Φωνάζω για μένα

Σε ικετεύω

Για σένα και για όλους όσους αγαπιούνται

Και αγαπήθηκαν

Ναι του φωνάζω

Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους

Που δεν ξέρω

Στάσου εκεί

Εκεί που είσαι

Εκεί που ήσουν άλλοτε

Στάσου εκεί

Μην κουνιέσαι

Μη φεύγεις

Εμείς αγαπιόμαστε

Σε ξεχάσαμε

Εσύ μη μας ξεχνάς

Δεν έχουμε παρά εσένα πάνω στη γη

Μη μας αφήσεις να κρυώσουμε

Πάντα πολύ μακρύτερα

Κι αδιάφορο πού

Δώσε μας σημάδι ζωής

Πολύ αργότερα στη γωνιά κάποιας δεντροστοιχίας

Στο δάσος της μνήμης

Πρόβαλε άξαφνα

Τέντωσέ μας το χέρι

Και σώσε μας.

Jacques Prévert, Κουβέντες (εκδ. Καστανιώτη)

Gustav Klimt, The Kiss

Η καλή και η ανάποδη

albert-camus-quotes

Αρκεί ένα μόνο φως να λάμψει και ξεχειλίζω από μια συγκεχυμένη και μεθυστική χαρά. Αυτό το απόγευμα με φέρνει έτσι απέναντι στην ανάποδη μεριά του κόσμου. Μα η ατμόσφαιρα παραμένει κρύα. Παντού ένα αραχνοΰφαντο πέπλο ήλιου που κι ένα νύχι θα το ‘σχιζε, μα που ντύνει τα πάντα μ’ ένα θαλερό χαμόγελο. Ποιος είμαι εγώ και τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να συμμετέχω στο παιχνίδι του φωτός μέσα στα φυλλώματα; Να είμαι αυτή η αχτίδα που καίει το τσιγάρο μου, αυτή η γλυκύτητα κι αυτό το διακριτικό πάθος που ανασαίνει με τον αέρα.

Κι αν προσπαθήσω να βρω τον εαυτό μου, το πετυχαίνω μόνο χάρη στο φως. Κι αν επιχειρήσω να καταλάβω και να δοκιμάσω τούτη τη λεπτή γεύση που μου φανερώνει το μυστικό του κόσμου, μόνο τον εαυτό μου ανακαλύπτω στο βάθος του σύμπαντος. Τον εαυτό μου, δηλαδή αυτή την ακραία συγκίνηση που με λυτρώνει απ’ το σκηνικό. Άλλοι αφήνουν ένα λουλούδι ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου, φυλακίζουν εκεί έναν περίπατο όπου τους άγγιξε ο έρωτας. Κι εγώ κάνω περιπάτους, μα με χαϊδεύει ένας θεός. Η ζωή είναι σύντομη κι είναι αμαρτία να χάνεις τον καιρό σου. Λένε πως είμαι δραστήριος. Αλλά το να είσαι δραστήριος σημαίνει να χάνεις τον καιρό σου, εφόσον χάνεσαι ο ίδιος. Το σήμερα είναι μία στάση και η καρδιά μου φεύγει να συναντήσει τον εαυτό της. Αν με πνίγει ακόμα μια αγωνία, είναι γιατί αισθάνομαι τούτη την αψηλάφητη στιγμή να γλιστρά μέσα απ’ τα δάχτυλά μου όπως οι σταγόνες του υδράργυρου. Αφήστε λοιπόν όσους θέλουν να γυρίσουν την πλάτη τους στον κόσμο. Δεν παραπονιέμαι αφού βλέπω να γεννιέμαι. Τούτη την ώρα, όλο μου το βασίλειο ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο. Αυτός ο ήλιος κι αυτές οι σκιές, αυτή η ζέστη κι αυτό το κρύο που έρχονται απ’ το βάθος του αέρα: ν’ αναρωτηθώ αν κάτι πεθαίνει κι αν οι άνθρωποι υποφέρουν, αφού τα πάντα γράφονται σ’ αυτό το παράθυρο όπου ο ουρανός σκορπίζει την πληρότητά του που έρχεται να σμίξει με τον οίκτο μου. Μπορώ να πω και θα το πω αμέσως ότι αξίζει να είναι κανείς αληθινός, κι αυτό τα περιλαμβάνει όλα, και την ανθρωπιά και την απλότητα. Και πότε λοιπόν είμαι αληθινός, αν όχι όταν είμαι ο κόσμος; Η επιθυμία μου εκπληρώνεται πριν προλάβω να την εκφράσω. Η αιωνιότητα είναι εδώ κι εγώ την περίμενα με ελπίδα. Τώρα δεν εύχομαι πια να είμαι ευτυχισμένος αλλά να έχω συνείδηση της πραγματικότητας.

Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται σε λίγο το καλοκαίρι; Αλλά να τα μάτια και η φωνή εκείνων που πρέπει ν’ αγαπώ. Είμαι δεμένος με τον κόσμο με όλες μου τις κινήσεις, με τους ανθρώπους, με όλο τον οίκτο και την ευγνωμοσύνη μου. Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δεν θέλω να επιλέξω, δεν μου αρέσει να επιλέγω. […]

Το πραγματικό θάρρος είναι ακόμα να κρατά κανείς τα μάτια ανοιχτά στο φως όπως και στον θάνατο. Άλλωστε, πώς να εκφράσω αυτό που συνδέει την τρομερή αγάπη της ζωής μ’ εκείνη τη μυστική απελπισία; Αν δεχτώ την ειρωνεία, κρυμμένη στο βάθος των πραγμάτων, εκείνη τότε αποκαλύπτεται αργά. Κλείνοντας το μικρό και φωτεινό μάτι της, λέει: «Ζήστε σαν…» Παρά τις τόσες έρευνες, η γνώση μου σταματά εδώ.

A. Camus, Η Καλή και η Ανάποδη, εκδ. Καστανιώτη

[Ευχαριστώ :www.doctv.gr]