Μίμηση αγάπης

κυριακη

Δεν είναι δυνατό να αγαπάς κάποιον και να μην ενδιαφέρεσαι να καταλάβεις τι είναι εκείνο που χρειάζεται, τι εκείνο που δε χρειάζεται, τι εκείνο που αντέχει. Ευαίσθητος είναι όποιος είναι ευαίσθητος και προς τις ευαισθησίες των άλλων. Ο τρόπος που προσεγγίζουμε είναι η απόδειξη των αισθημάτων που έχουμε. Ο τρόπος! Η καλλιτεχνία εκείνου που συμβαίνει στ’ αλήθεια και επιζητά να εκφραστεί.

Σπάνια αγαπάμε ένα πλάσμα όπως είναι∙ αγαπάμε εκείνο που επιθυμούμε να ήταν. Η πραγματική του προσωπικότητα φτάνει μέχρι εμάς, έτσι κι αλλιώς, αποσπασματικά, επιλέγουμε τα αποσπάσματα που μας είναι ποθητά, που μας είναι βολικά, κολακευτικά, όλο το υπόλοιπο ή το πετάμε στο κενό ή το χτίζουμε μόνοι μας όπως ο σκηνοθέτης μία ταινία. Το παραγεμίζουμε με δικές μας ιδέες. Το όλον του άλλου σχεδόν ποτέ δεν το μαθαίνουμε, όχι μονάχα επειδή δύσκολα κατανοείται το όλον, αλλά – και αυτό συζητάμε σήμερα – επειδή δεν το θέλουμε, δεν μας χρειάζεται, αδιαφορούμε. Οι γονείς τα παιδιά τους θέλουν να είναι καταπώς οι ίδιοι τα ονειρεύτηκαν, καταπώς ονειρεύτηκαν κάποτε τον εαυτό τον δικό τους, δεν αντέχουν να ακούσουν αλήθειες που ακυρώνουν τις προσδοκίες τους.

Στον έρωτα βέβαια γίνεται πανδαιμόνιο!

Ο έρωτας μπορεί να έχει τα χίλια μύρια καλά, όμως αγάπη απαραιτήτως δεν έχει. Μπορεί να προέρχεται κι από μια πονηριά της φύσης για τη διαιώνισή της και γι’ αυτό να είναι πρωτίστως ένστικτο, ένστικτο εξιδανικευμένο όσο και ισχυρότατο για να επιτελέσει το έργο του. Η φύση βιάζεται να παγιδεύσει με μαγείες ένα ζευγάρι στη γονιμοποίηση. Ελάχιστοι είναι οι ευλογημένοι εραστές που τους χαρίστηκε αγάπη μαζί με τον έρωτά τους. Τους χαρίστηκε; Το κατόρθωσαν; Είναι μία απορία που θα διαρκεί για πάντα. Τείνω πάντως στην προσωπική ευθύνη μας και εδώ.

[…]

Επειδή δεν είναι αγάπη ο έρωτας, μπορεί να μιμείται θαυμάσια την αγάπη όσο διαρκεί. Είναι το μέγιστό του άλλοθι. Και μια και μιμείται την αγάπη, οφείλει να τηρεί τους όρους της. Η αγάπη λοιπόν έχει πρώτο μέλημα την επιθυμία και την ανάγκη του αγαπημένου. Την επιθυμία του και τη δυνατότητα για το πόσες προσφορές αντέχει να δέχεται. Σημασία έχει ο άλλος πράγματι να χαίρεται. Όχι να τον βιάζεις να χαίρεται – διότι επικρατεί το κλισέ πως «τα δώρα δίνουν χαρά». Η υπερ-δόση φέρνει τα εντελώς αντίθετα από τη δόση αποτελέσματα, κάνει το φάρμακο φαρμάκι, την ευφροσύνη του οίνου αλκοολισμό, την έκπληξη πλήξη. Μόνο στο μέτρο ισορροπεί και ανθεί η ουσία, στο κέντρο του κονταριού, που μας βοηθά να προχωράμε σχοινοβάτες στους δεσμούς∙ στα άκρα γέρνει και γκρεμίζεται.

Δεν είναι τεχνική η διακριτικότητα, είναι καλλιτεχνία, είναι καλοσύνη, ευγένεια ψυχής, γενναιότητα και αρχοντική αγάπη. Γυρεύει την άνεση της ψυχής του αγαπημένου, τιμάει την ελευθερία του, προσέχει να μην του εκβιάζει το φιλότιμο. Η υπερπροσφορά είναι στο βάθος πολύ μεγάλος εγωισμός, το ίδιο μίζερη όσο και η τσιγκουνιά.

[…]

Αν αξίζεις ν’ αγαπηθείς, θα σ’ αγαπήσουν θες δε θες, θέλουν δε θέλουν θα σ’ αγαπήσουν. Πάντα θα το λέω σε όσους δε βρίσκουν να ζευγαρώσουν και ρίχνουν το φταίξιμο στην εποχή, στη σημερινή κοινωνία, στους σημερινούς άντρες, στις σημερινές γυναίκες, στο άγχος, στους ρυθμούς της καθημερινότητας, στην υλόφρονα γενική τάση. Ο μόνος τρόπος, η μοναδική συνταγή που υπάρχει είναι να ομορφύνεις τον εαυτό σου, να γίνεις ελκυστικός, εφόσον έχεις μέσα σου ομορφιά και ελευθερία και περιεχόμενο, κυρίως είσαι έτοιμος στην αγάπη, ώριμος για κάτι τέτοιο. Όλα τ’ άλλα τεχνάσματα θα σε ρίχνουν, αργά ή γρήγορα, από απογοήτευση σε απογοήτευση. Και ώριμος στην αγάπη είναι εκείνος που μπορεί να ενδιαφέρεται για την ανάγκη του αγαπημένου του, που μοιράζεται την ευθύνη, που δεν ασχολείται μόνο με τις δικές του ευαισθησίες αλλά αναρωτιέται για τις ευαισθησίες εκείνου με τον οποίο σχετίζεται. Και όταν του ζητάει αλλά και όταν του δίνει, το δεύτερο είναι το λεπτότερο.

Όχι, δε στέρεψε η αγάπη σήμερα, ποτέ όσο υπάρχει ζωή δε στερεύει. Ακόμη κι αν ο κανόνας είναι πως «οι άντρες στον καιρό μας δεν αξίζουν» ή «οι γυναίκες χάλασαν», εσύ να γυρέψεις το εξαιρετικό, γιατί έρωτας είναι η ανακάλυψη του εξαιρετικού. Η αποκάλυψη του εξαιρετικού, λένε κάποιοι, και ίσως να είναι το ίδιο∙ η πρώτη πείθει τη δεύτερη να δεχθεί να συμβεί. Του εξαιρετικού λοιπόν, εκείνου που θα ανατρέψει με χάρη τον άχαρο κανόνα.

Μ. Βαμβουνάκη, Κυριακή Απόγευμα στη Βιέννη (εκδ.Ψυχογιός) – απόσπασμα

«Το κακό είναι ανίκητο»

IMG_0025.JPG

Το καταστροφικότερο από ηθικής άποψης μάθημα του Άουσβιτς ή των Γκουλάγκ ή της Χιροσίμα δεν είναι ότι μπορούμε να κλειστούμε πίσω από συρματοπλέγματα ή σε θαλάμους αερίων, αλλά ότι (υπό τις κατάλληλες συνθήκες) μπορούμε να γίνουμε δεσμοφύλακες και να πασπαλίζουμε λευκούς κρυστάλλους σε αγωγούς καμινάδων∙ δεν είναι ότι μία ατομική βόμβα μπορεί να πέσει στα κεφάλια μας, αλλά ότι (υπό τις κατάλληλες συνθήκες) ΕΜΕΙΣ μπορούμε να την ρίξουμε στα κεφάλια άλλων ανθρώπων. Ένας ακόμα μεγαλύτερος τρόμος, ένας αληθινός μετά-τρόμος, ένα εκκολαπτήριο όλων των άλλων φόβων, πηγάζει από τη συνειδητοποίηση πως, όταν γράφω αυτές τις λέξεις ή όταν τις διαβάζετε, κι εγώ κι εσείς, βαθιά στην καρδιά μας, θέλουμε να εξαφανιστούν τέτοιες σκέψεις, κι όταν αυτές αρνούνται να το κάνουν επιτρέπουμε στις μορφές του κακού να «φουσκώνουν και να εξαπλώνονται», ασφαλείς στη μη ορατότητά τους – με το να αναδιπλωνόμαστε για να τις αντικρούσουμε, με το να αμφισβητούμε την αξιοπιστία τους και να τις αποδιώχνουμε ως απλές παραπλανητικές κραυγές, ενώ παραμένουμε επιλήσμονες αναφορικά με το καθήκον μας να αναλογιζόμαστε και να στοχαζόμαστε αυτό που ανακάλυψε η Χ. Άρεντ στις αναφορές που υπέβαλαν οι πολυμαθείς ψυχολόγοι που κλήθηκαν να καταθέσουν στη δίκη του Άιχμαν:

«Μισή ντουζίνα ψυχίατροι τον διέγνωσαν «φυσιολογικό» – «Εν πάση περιπτώσει, πιο φυσιολογικό από εμένα αφότου τον εξέτασα», λέγεται ότι αναφώνησε ένας από αυτούς, ενώ ένας άλλος διαπίστωσε ότι το όλο ψυχολογικό προφίλ του, η συμπεριφορά του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τη μητέρα και τον πατέρα του, τα αδέλφια και τους φίλους του, «δεν ήταν απλώς φυσιολογική αλλά καθ’ όλα ευκταία» – και τέλος, ο πάστορας που τον επισκεπτόταν συχνά μετά την εκδίκαση της έφεσής του από το Ανώτατο Δικαστήριο καθησύχασε τους πάντες δηλώνοντας ότι ο Άιχμαν ήταν «ένας άνθρωπος με πολύ θετικές ιδέες».

Τα θύματα του Άιχμαν ήταν «άνθρωποι όπως εμείς». Το ίδιο ήταν όμως – Θεός φυλάξοι! – και πολλοί από τους εκτελεστές του Άιχμαν, οι σφαγείς των θυμάτων∙ και ο Άιχμαν; Και οι δύο σκέψεις μας γεμίζουν φόβο. Ενώ όμως η πρώτη είναι ένα κάλεσμα σε δράση, η δεύτερη παραλύει και απολιθώνει, ψιθυρίζοντάς μας ότι η αντίσταση στο κακό είναι μάταιη. Γι’ αυτό ίσως αντιστεκόμαστε τόσο σθεναρά σε αυτή τη δεύτερη σκέψη. Ένας φόβος γνήσια και απελπιστικά αφόρητος είναι ο φόβος ότι το κακό είναι ανίκητο.

Κι όμως, όπως το έθεσε ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο που συνέταξε ως τελευταία επιθυμία και διαθήκη του: δεν υπάρχει αμφιβολία, καθένας μας μπορεί, εν δυνάμει, να γίνει τέρας. […] Τα φρικτά νέα είναι ότι ο Άιχμαν δεν ήταν το Κακό προσωποποιημένο, ο Διάβολος. Ήταν ένα συνηθισμένο, πεζό, βαρετά «καθημερινό» πλάσμα: κάποιος που προσπερνάς στο δρόμο χωρίς να τον προσέξεις. Ως σύζυγος, πατέρας ή γείτονας δεν θα ξεχώριζε από το πλήθος. Ήταν ο μέσος όρος, η μέση τιμή, το αντιπροσωπευτικό δείγμα των δημογραφικών στατιστικών πινάκων – όπως θα ήταν αναμφίβολα και των ψυχολογικών στατιστικών πινάκων αλλά και των ηθικών (αν μπορούσαμε να φτιάξουμε τέτοιους). Απλώς, όπως όλοι μας, προτιμούσε τη δική του βολή από τη βολή των άλλων. Αυτό ακριβώς το κοινό, συνηθισμένο παράπτωμα ή ολίσθημα, σε ασυνήθιστους καιρούς, οδηγεί σε ασυνήθιστα αποτελέσματα. Άπαξ και το γνωρίζουμε αυτό, δεν χρειαζόμαστε άλλο τον Διάβολο. Και το χειρότερο όλων, ο Διάβολος αυτής της υπόθεσης θα μας φαινόταν ίσως αξιοθρήνητα ανίκανος και αδέξιος σε σύγκριση με εκείνον τον τετριμμένα νουνεχή τυπάκο στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ.

Zygmunt Bauman, Ρευστός Φόβος (εκδ. Πολύτροπον) -απόσπασμα.

Leo Tolstoy

Leo_Tolstoy_by_Scherer_&_Nabholz,_1901 (1)

Οι άνθρωποι επιδιώκουν σαν τρελοί τις απολαύσεις απλώς επειδή βλέπουν την κενότητα της ζωής τους καθαρότερα απ’ ό,τι την κενότητα όποιας καινούργιας διασκέδασης τούς γοητεύει.

Μπλαιζ Πασκάλ

Τα πράγματα που κάνουμε για να γίνει η ζωή μας πιο άνετη μού θυμίζουν τη στρουθοκάμηλο που κρύβει το κεφάλι της για να μη βλέπει τους εχθρούς της. Συμπεριφερόμαστε χειρότερα κι απ’ τη στρουθοκάμηλο. Προκειμένου να εξασφαλίσουμε κάποιο αβέβαιο, αμφίβολο μέλλον, καταστρέφουμε οριστικά τη ζωή μας στο συγκεκριμένο μας παρόν.

Οι άνθρωποι σήμερα προσπαθούν ανόητα να πιστέψουν ότι όλος ο παραλογισμός κι η σκληρότητα του κόσμου – ο πλούτος των λίγων, η μεγάλη φτώχεια των πολλών, η βία και ο πόλεμος – βρίσκονται έξω απ’ τη δική τους ζωή και δεν επηρεάζουν ούτε τους ίδιους ούτε τον τρόπο ζωής τους.

Μια παρανόηση παραμένει παρανόηση, ακόμα κι όταν τη συμμερίζεται η πλειονότητα των ανθρώπων.

Leon Tolstoi, Ημερολόγιο Σοφίας, (Εκδ. Printa), απόσπασμα

Η δαγκωματιά

Gustav_Klimt_016

Μ.: Ένας φόνος μ’ έχει κάνει να ανατριχιάσω όσο και η αυτοκτονία της Άννας Καρένινα. Τον περιγράφει ο Εμίλ Ζολά στο βιβλίο του Τερέζ Ρακέν, όπου ο Λοράν, ένας νέος άντρας, τα φτιάχνει με την Τερέζ και μαζί αποφασίζουν να σκοτώσουν τον άντρα της. Το σεξουαλικό πάθος κυριεύει τους ήρωες, τους διαλύει το νευρικό σύστημα και δεν ξέρουν πια τι κάνουν. Η Τερέζ, ο άντρας της και ο Λοράν νοικιάζουν ένα κανό, μια βάρκα, στον Σηκουάνα. Κι όταν πάνε μακριά όπου δεν υπάρχουν άλλες βάρκες, ο Λοράν τον πιάνει – ο Λοράν είναι πολύ δυνατός, ο άλλος είναι καχεκτικός, πάντα άρρωστος ο κακομοίρης και πολύ μικρόσωμος – και φραπ, τον ρίχνει στον Σηκουάνα. Τη στιγμή όμως που πάει να τον ρίξει, ο σύζυγος του δίνει μία φοβερή δαγκωματιά στον λαιμό και μαζί κόβει ένα κομμάτι κρέας. Αυτή η πληγή θα είναι πάντα για τον Λοράν η μνήμη του φόνου. Διότι αυτή η πληγή τον πονάει συνέχεια – ό,τι και να κάνει, ό,τι φάρμακο και να βάλει, αυτή η πληγή μένει έτσι. Η πληγή είναι η θύμηση του φόνου. Και τους πιάνουν ενοχές μόνο απ’ αυτή την πληγή που είναι πάντα εκεί. Δεν φεύγει ποτέ. Στο τέλος του βιβλίου αλληλοσκοτώνονται ο Λοράν και η Τερέζ με δηλητήριο. Κι εξηγεί ο Ζολά μ’ έναν ασύλληπτο τρόπο πώς το πάθος μπορεί να μεταστραφεί σε μίσος, τόσο μεγάλο, όσο είναι και το πάθος. Αυτή η πληγή θα μου μείνει αξέχαστη στα χρονικά των φόνων. Είναι η παρουσία, για μένα, του θεού. Ο Ζολά είναι μεγάλος συγγραφέας, γιατί μιλάει συνεχώς για αυτή την πληγή κι όχι για τις ενοχές. Η πληγή είναι οι ενοχές. Αντικειμενοποιείται και σωματοποιείται η ενοχή. Η μνήμη είναι η πληγή. Κι αυτός πονάει πολύ. «Είναι σαν να με δάγκωσε τώρα. Δεν μπορώ να απαλλαγώ απ’ αυτόν τον πόνο», λέει κάπου ο Λοράν. Αυτός ο φόνος, για μένα, είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πώς μεταστρέφεται ξαφνικά αυτός ο έρωτας και γίνεται μίσος; Από μια δαγκωματιά. Πιστεύω πως αν δεν τον δάγκωνε θα ‘χανε μείνει μαζί μια χαρά, αλλά το σημάδι είναι εκεί, στον λαιμό. Και πιστεύω πολύ στα τεκμήρια, τα σωματικά τεκμήρια – πολύ περισσότερο απ’ τα ψυχικά. Είναι εκεί για να σε κάνουν να θυμάσαι. Και η ψυχική ασθένεια κάπου γίνεται σωματική, η αρρώστια εκφράζεται σαν πόνος του σώματος. Το σώμα πονάει, δεν αντέχει το ψυχολογικό υπόβαθρο.

Φ.: Το σώμα πονάει και θυμάται κιόλας. «Οι υστερικοί πάσχουν από αναμνήσεις», έλεγε ο Φρόιντ. […] Ο Λοράν κινδυνεύει να τρελαθεί.

Μ.: Ο Λοράν στο τέλος του βιβλίου είναι πράγματι τρελός. Ένα βράδυ μες στην απελπισία του και αφού έχουν ήδη κρυφά ετοιμάσει τα δηλητήρια για να τα δώσει ο ένας στον άλλο, κάνουν έρωτα. Και χωρίς να το καταλάβει, η Τερέζ φιλάει την πληγή. Οπότε ο Λοράν απ’ τον πόνο και την αηδία, ποιος ξέρει τι αισθάνθηκε εκείνη την ώρα, σηκώνεται όρθιος σε κατάσταση υστερίας. Κι αυτή το ίδιο. Λίγο μετά αλληλοδηλητηριάζονται. Όταν δίνεται αυτό το φιλί πάνω στην πληγή.

Φ.: Το φιλί: Απέχθεια, πόνος, έλξη, κόλαση, παράδεισος, καταστροφή. Όλα μαζί σ’ ένα φιλί.

Μ.: Το φιλί είναι πιο σημαντικό απ’ το σεξ.

Φ.: Ο υπέροχος πίνακας του Κλιμτ «Το φιλί».

Μ.: Το φιλί, για μένα, είναι η αρχή και το τέλος της σεξουαλικής εμπειρίας.

Φ.: Γι’ αυτό και οι ιερόδουλες δεν θέλουν…επιτρέπουν να τους κάνεις τα πάντα αλλά όχι φιλί. Γιατί εκεί νιώθουν ότι υπάρχει κάτι το πολύ ιδιωτικό, το μόνο που μένει για να διαφυλάξουν.

Μ.: Η πληγή του Λοράν κάθε μέρα γινότανε πιο κόκκινη, πιο άγρια και τον πονούσε πιο πολύ.

Φ.: Πόσοι άνθρωποι, Μαργαρίτα, ταλαιπωρούνται από φανταστικές δαγκωματιές που νομίζουν ότι έχουν πάνω στο σώμα τους; Πόσοι άνθρωποι βασανίζονται από το ίχνος ενός κακού, που όμως δεν έχουν ποτέ διαπράξει; Ένας νεαρός μου ‘λεγε: «Νιώθω σαν να φταίω συνέχεια. Από μικρό παιδί σαν να ‘χω κάνει κάτι κακό. Δεν ξέρω τι είναι αυτό το κακό, το λάθος». Πόσοι άνθρωποι ζουν σαν να ‘χουν διαπράξει έναν ανύπαρκτο φόνο; Ζούνε σαν με μια δαγκωματιά. Υποφέρουν από το αόρατο ίχνος μιας ενοχής. Δεν υπάρχει σημάδι στον λαιμό. Καμιά δαγκωματιά. Κι όμως είναι σαν να βρίσκεται εκεί. Πώς να επουλωθεί μία πληγή που δεν αφήνει ίχνος; Ενοχή της γέννησης, ενοχή των αιμομικτικών επιθυμιών. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτά, Μαργαρίτα. Σ’ ένα μικρό κόκκινο σημάδι στον λαιμό αναφέρομαι μόνο, που δεν αντιστοιχεί σε τίποτα και βρίσκεται πάντα εκεί. Κόκκινο. Αμετάβλητα κόκκινο. Το ίχνος από ένα λάθος που ποτέ δεν διαπράχθηκε. Και με μικρές δόσεις κάθε μέρα, λίγο λίγο αυτό το υποτιθέμενο λάθος σε εμποδίζει να ζήσεις και με μικρές δόσεις, μικρούς καθημερινούς θανάτους, δηλητηριάζει τα κύτταρά σου, σε οδηγεί στην τελική καταστροφή. Γι’ αυτούς τους αθώους ένοχους λυπάμαι, Μαργαρίτα. Όχι για τον Λοράν. Τουλάχιστον αυτός κατάφερε να ζήσει ένα μεγάλο πάθος πριν απ’ το τέλος. Κατάφερε να είναι πραγματικό κι όχι συμβολικό το θύμα του. Ο φόνος έγινε στ’ αλήθεια. Αληθινή ήταν και η ηδονή που ένιωσε από το παράνομο πάθος. Αλίμονο στους άλλους, Μαργαρίτα. Σ’ αυτούς που θα πεθάνουν στερημένοι από την ηδονή της αμαρτίας και του πάθους. Ένοχοι και μη εξαγνισμένοι.

Μ. Καραπάνου – Φ. Τσαλίκογλου, Μήπως; (Εκδ. Ωκεανίδα) – απόσπασμα

Η εγκεφαλική γνώση είναι ένα τίποτα. Μεταδίδει εμπιστοσύνη μόνο εκείνος που ξέρει για τι μιλάει.

Hermann-Hesse-knowledge-can-be-communicated-but-not-wisdom-169998

Ένα αραβικό παραμύθι λέει ότι υπήρχε κάποτε ένας γέροντας πολύ σοφός. Τόσο πολύ, που όλοι έλεγαν ότι στο πρόσωπό του μπορούσε να διαβάσει κανείς τη σοφία. Μια ωραία μέρα, ο σοφός αυτός αποφάσισε να ταξιδέψει με καράβι, στο οποίο έτυχε να είναι κι ένας νεαρός φοιτητής.

Ο φοιτητής, αλαζόνας, ανέβηκε στο πλοίο με έναν αέρα ανωτερότητας και, όταν έπειτα από λίγο έμαθε ότι με το ίδιο πλοίο ταξίδευε και κάποιος σοφός, πήγε και τον συνάντησε.

«Έχετε ταξιδέψει πολύ;» ρώτησε ο νεαρός τον γέροντα κι εκείνος απάντησε ναι.

«Έχετε πάει και στη Δαμασκό;» τον ξαναρώτησε.

Ο γέροντας του μίλησε για τα αστέρια που μπορούσε να δει κανείς από την πόλη, για τα δειλινά της, για τον κόσμο της∙ περιέγραψε τις μυρωδιές, τη φασαρία που γινόταν στο παζάρι…και καθώς μιλούσε ο φοιτητής τον διέκοψε:

«Ήδη το βλέπω πως έχετε πάει κι εκεί, αλλά…έχετε μήπως σπουδάσει στη σχολή αστρονομίας της Δαμασκού;»

Ο γέροντας είπε πως όχι. Ο νεαρός εξεπλάγη και αναφώνησε: «Τότε έχετε χάσει μισή ζωή!».

Ο γέροντας ζάρωσε τους ώμους του ενώ ο νεαρός συνέχισε να μιλάει.

«Έχετε πάει μήπως και στην Αλεξάνδρεια;»

Ο γέροντας απάντησε μιλώντας για την ομορφιά της πόλης, για το λιμάνι και τον φάρο της, για τους πολυσύχναστους δρόμους της, για την παράδοσή της…

«Ήδη το βλέπω ότι έχετε πάει κι εκεί» τον διέκοψε ο νεαρός «αλλά έχετε μήπως σπουδάσει στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας;».

Ο γέροντας ένευσε και πάλι αρνητικά και ο νεαρός αναφώνησε: «Τότε έχετε χάσει μισή ζωή!».

Ο σοφός δεν είπε τίποτα, αλλά στη στιγμή είδε ότι στην άλλη πλευρά το καράβι άρχιζε να μπάζει νερά. Κοίταξε τον νεαρό και τον ρώτησε: «Έχεις σπουδάσει σε πολλά μέρη, έτσι δεν είναι;».

Ο νεαρός απαρίθμησε ένα σωρό σχολές, βιβλιοθήκες και τόπους σοφίας που έμοιαζε να μην έχουν τέλος. Όταν σώπασε, ο γέροντας τον ρώτησε: «Και σε κάποια από αυτά τα μέρη μήπως έμαθες να κολυμπάς;».

Ο φοιτητής έφερε στον νου του τα δεκάδες μαθήματα που είχε παρακολουθήσει στα διάφορα μέρη, αλλά κανένα δεν ήταν μάθημα κολύμβησης.

«Όχι» απάντησε.

Ο γέροντας τότε ανασκουμπώθηκε και σηκώθηκε όρθιος για να πηδήξει απ’ το καράβι. Πριν πέσει στη θάλασσα, του είπε: «Τότε, λοιπόν, έχεις χάσει τη ζωή ολόκληρη».

Allan Percy, Έρμαν Έσσε: 66 μαθήματα καθημερινής σοφίας (Εκδ. Πατάκη) – απόσπασμα.

Η μη λεκτική επικοινωνία

Dealing With Cheating

Το ολικό νόημα μιας δυαδικής επικοινωνίας μεταφέρεται μόνο κατά το 1/3 μέσω της λεκτικής οδού και κατά τα 2/3 μέσω της μη λεκτικής οδού – R.L. Birdwhistell (1970)

Από το σύνολο των μηνυμάτων που ανταλλάσσονται στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, το 7% γίνεται μέσω της λεκτικής οδού, το 38% μέσω της φωνητικής οδού και το 55% μέσω της λοιπής μη λεκτικής οδού – A. Mehrabian (1971)

Το 90% της διαπροσωπικής επικοινωνίας διεξάγεται μέσω της μη λεκτικής οδού – G. R. Wainwright (1992)

Τι είναι η μη λεκτική επικοινωνία και πώς επιτυγχάνεται; Η μη λεκτική επικοινωνία είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ένα άτομο επηρεάζει τη συμπεριφορά, τη νοητική κατάσταση ή τα συναισθήματα κάποιου άλλου, χρησιμοποιώντας ένα ή περισσότερα μη λεκτικά κανάλια. Όλες οι πηγές μετάδοσης πληροφοριών και συναισθημάτων, εκτός του λόγου, αποτελούν τα κανάλια της μη λεκτικής επικοινωνίας. Σύμφωνα με τους Richmond, McCroskey και Payne (1991), η ολική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων επιτυγχάνεται μεταδίδοντας το γνωστικό μέρος μέσω της λεκτικής οδού και το συναισθηματικό ή συγκινησιακό μέρος της επικοινωνίας μέσω της μη λεκτικής οδού. Επομένως, η σωστή χρήση της μη λεκτικής επικοινωνίας είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την κοινωνική επιτυχία και ιδιαίτερα την επιτυχία των διαπροσωπικών σχέσεων.

Τα μη λεκτικά μηνύματα στους ανθρώπους εκπέμπονται από τρεις βασικές πτυχές. Η πρώτη πηγή είναι η γενική εντύπωση που δημιουργεί το ίδιο το άτομο στους άλλους ανθρώπους. Η γενική εντύπωση του ατόμου σχηματίζεται από την εμφάνιση του σώματός του, τις εκφράσεις του προσώπου του, το βλέμμα του, τις χειρονομίες που κάνει, τις κινήσεις, τον προσανατολισμό και τη στάση του σώματός του, τις αντιδράσεις του στη σωματική επαφή, το μέγεθος του ζωτικού του χώρου, την ενδυμασία του, τη μυρωδιά του σώματός του και άλλα. Η γενική εμφάνιση δίνει, με την πρώτη ματιά, πολλές πληροφορίες για το φύλο, την ηλικία, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, καθώς και την προσωπικότητα, τον συναισθηματικό κόσμο και τις διαθέσεις του ατόμου. Η δεύτερη πηγή μη λεκτικών σημάτων εντοπίζεται στα μη λεκτικά στοιχεία του λόγου, όπως τον τόνο, τη σταθερότητα, την ένταση και την αλλοίωση της φωνής, την ταχύτητα ροής του λόγου, τις παύσεις, την προφορά και τους διάφορους ήχους εκτός των λέξεων. Η κατηγορία αυτή της μη λεκτικής επικοινωνίας καλείται και «φωνητική επικοινωνία». Τέλος, η τρίτη πηγή αφορά τα μη λεκτικά μηνύματα που μεταδίδονται από το χώρο στον οποίο ο άνθρωπος εργάζεται, διασκεδάζει ή απλώς συχνάζει, και πολύ περισσότερο από το χώρο στον οποίο κατοικεί και, κατά συνέπεια, διαμορφώνει σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Η αρχιτεκτονική και η διακοσμητική του χώρου, τα έπιπλα, ο φωτισμός, τα χρώματα, ακόμα και οι μυρωδιές του περιβάλλοντος του ατόμου, αποτελούν μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας του. Τα στοιχεία αυτά του χώρου επηρεάζουν έντονα τις διαθέσεις των ανθρώπων και συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πρώτων αλλά ισχυρών εντυπώσεων.

Τα μη λεκτικά μηνύματα τα οποία μεταδίδονται από τον ίδιο τον άνθρωπο κατατάσσονται σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες, ανάλογα με το βαθμό συνείδησης και ελέγχου που ασκούν επάνω τους τόσο εκείνοι που τα μεταδίδουν όσο και αυτοί που τα λαμβάνουν. Στην πρώτη κατηγορία κατατάσσονται τα μη λεκτικά σήματα, για την εκδήλωση και την επιρροή των οποίων ούτε ο δότης ούτε ο λήπτης έχουν οποιαδήποτε επίγνωση ή έλεγχο. Κλασικό παράδειγμα ασυνείδητου μη λεκτικού σήματος αποτελεί η διεύρυνση της κόρης των ματιών στα άτομα τα οποία είναι σεξουαλικά ερεθισμένα (δότες). Ασυνείδητη είναι επίσης η σεξουαλική έλξη την οποία προκαλούν τα άτομα με τις διευρυμένες κόρες στους λήπτες του μη λεκτικού αυτού σήματος. Όταν μεταδίδονται τα ασυνείδητα μη λεκτικά σήματα, επηρεάζεται η νοητική και η συναισθηματική κατάσταση του δότη αλλά και του λήπτη, χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να το ελέγξουν και χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Σε αντίθεση με τα ζώα, στους ανθρώπους ένα πολύ μικρό κομμάτι της μη λεκτικής επικοινωνίας εκδηλώνεται αποκλειστικά στο ασυνείδητο επίπεδο. Στην πλειονότητά τους τα ανθρώπινα μη λεκτικά μηνύματα υπάγονται στη δεύτερη κατηγορία, η οποία περιλαμβάνει τα σήματα που μεταβιβάζονται και ερμηνεύονται κατά ένα μέρος συνειδητά και κατά ένα μέρος ασυνείδητα. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι το ντύσιμο ενός ατόμου επηρεάζει τη στάση των άλλων απέναντί του, χωρίς όμως να είναι ακριβώς γνωστό το πώς και το γιατί. Τέλος, υπάρχουν μη λεκτικά σήματα τα οποία είναι πλήρως συνειδητά και ελεγχόμενα, όπως, για παράδειγμα, οι υποδείξεις που γίνονται με το δείκτη του χεριού κατά τη διάρκεια της ομιλίας.

[…]

Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από συναισθηματικές πιέσεις και προσπαθούν να ελέγξουν τις αυθόρμητες εκδηλώσεις τους, εμφανίζονται παρά τη θέλησή τους οι λεγόμενες «διαρροές της αλήθειας», οι οποίες αποκωδικοποιούνται σχετικά εύκολα από τους έμπειρους λήπτες. Οι διαρροές της αλήθειας περιλαμβάνουν αντιδράσεις όπως η ένταση των μυών, ο τρόμος [τρέμουλο] των χεριών, η αστάθεια της φωνής, το κοκκίνισμα του προσώπου, ο υπερβολικός ιδρώτας και άλλα, και φανερώνουν, παρά τη θέληση του ατόμου, την πραγματική συναισθηματική κατάσταση.

Οι Feldman, Philippot και Custrini (1991) επισήμαναν ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να διαρρεύσει η αλήθεια και επομένως να διαπιστωθεί η προσπάθεια απάτης. Πρώτον, όταν οι άνθρωποι επιχειρούν απάτη, οι κινήσεις τους δεν είναι αυθόρμητες και χαλαρές αλλά προγραμματισμένες, τεταμένες και ύποπτες. Δεύτερον, όταν οι άνθρωποι επιχειρούν να εξαπατήσουν λέγοντας ψέματα, βιώνουν άγχος και ενοχές – και μάλιστα ενοχές μεγέθους ανάλογου με τις συνέπειες του ψέματος το οποίο εκφράζουν. Το άγχος όμως και οι ενοχές παράγουν ειδικές αντιδράσεις, όπως οι νευρικές κινήσεις στα δάχτυλα, το παιχνίδι με τα μικρά αντικείμενα, το δάγκωμα των νυχιών, των μολυβιών και άλλων αντικειμένων. Από τις εκδηλώσεις αυτές οι παρατηρητές μπορούν να συμπεράνουν τη νευρικότητα και επομένως την απόπειρα εξαπάτησης. Τέλος, οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους να κρύψουν την αλήθεια, δεν καταφέρνουν να ελέγχουν όλα τα μη λεκτικά κανάλια επικοινωνίας ταυτόχρονα και εξίσου καλά, οπότε, όταν επιχειρείται προβολή των υποκριτικών αισθημάτων, τα πραγματικά αισθήματα «διαρρέουν» μέσω διαφορετικών καναλιών. Για παράδειγμα, όταν κάποιος αισθάνεται άσχημα ή αμήχανα και δεν θέλει να το φανερώσει, μπορεί να χαμογελά και ταυτόχρονα να κουνά νευρικά το κάτω μέρος του ποδιού του. Η ασυνέπεια αυτή της συμπεριφοράς διαγιγνώσκεται επίσης πολύ εύκολα από τους έμπειρους λήπτες.

Η λεγόμενη «διαίσθηση» δεν είναι άλλη από την ικανότητα λεπτομερούς αποκωδικοποίησης της μη λεκτικής συμπεριφοράς (Pease, 1981). Όταν λέμε ότι διαισθανόμαστε πως κάποιος λέει ψέματα, απλώς ερμηνεύουμε τις νευρικές και αγχώδεις κινήσεις του, ή αποκωδικοποιούμε την ασυνέπεια που υπάρχει μεταξύ των μη λεκτικών του καναλιών είτε μεταξύ της λεκτικής και της μη λεκτικής του επικοινωνίας. Συχνά ο «διαισθητικός δάσκαλος» σταματά την παράδοση του μαθήματός του διότι «διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά». Αυτό σημαίνει ότι τα μη λεκτικά μηνύματα που παίρνει από το ακροατήριο τον ειδοποιούν ή ότι δεν γίνεται κατανοητός ή ότι το ακροατήριο δεν συμφωνεί με τα λεγόμενά του ή ότι απλώς το ακροατήριο έχει βαρεθεί ή έχει κουραστεί. Σε γενικές γραμμές, οι γυναίκες είναι περισσότερο ευαίσθητες από τους άνδρες στη σύλληψη και την αποκρυπτογράφηση των λεπτομερειών της μη λεκτικής επικοινωνίας. Αυτό στην καθημερινή διάλεκτο αναφέρεται ως «γυναικεία διαίσθηση». Η ικανότητα αυτή των γυναικών είναι εντονότερη σε όσες έχουν αναθρέψει παιδιά, διότι κατά την περίοδο κατά την οποία το βρέφος στερείται παντελώς της λεκτικής οδού, η μητέρα αναγκάζεται να στηριχθεί αποκλειστικά στα μη λεκτικά σήματα προκειμένου να κατανοήσει και να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Με αυτό τον τρόπο οι μητέρες ασκούν εντατικά τις ικανότητές τους στην αποκωδικοποίηση των μη λεκτικών σημάτων.

Είναι ανόητο να υποτιμάμε τα συμπεράσματα τα οποία βγαίνουν από την εμφάνιση των ανθρώπων. Το πραγματικό μυστήριο αυτού του κόσμου βρίσκεται στο ορατό και όχι στο αόρατο. – Oscar Wilde 

Ε. Παπαδάκη – Μιχαηλίδη, Η Σιωπηλή Γλώσσα των Συναισθημάτων – Η μη λεκτική επικοινωνία στις διαπροσωπικές σχέσεις (Εκδ. Πεδίο), απόσπασμα

Η θέση του θύματος είναι δική μου!

Victim_role

Στα διαπροσωπικά παίγνια των ανθρώπων, η θέση του θύματος είναι καταρχήν περιζήτητη. Καθένας σπρώχνει, τραβάει, κάνει κόλπα, βάζει στους άλλους ή στον εαυτό του τρικλοποδιές, κινεί γνωστούς και βάζει μέσον, εξαντλεί πόρους και μυαλό, κατά κανόνα ασυναίσθητα, ασυνείδητα, ώστε να βρεθεί εκείνος στη θέση του θύματος – όποτε προβλέπεται, και συχνά προβλέπεται.

Ο πρώτος λόγος που κάνει τη θέση του θύματος έτσι περιζήτητη είναι ενδοψυχικός. Είμαι στη θέση του θύματος σημαίνει πέρα απ’ τ’ άλλα δύο πράγματα: Την πρωτοβουλία τού τι συμβαίνει δεν την έχω εγώ, αλλά ο άλλος. Και, αν κάποιος χρωστάει στον άλλον, αυτός δεν είμαι εγώ. Είναι, σαν να λέμε, μια θέση ανεύθυνου παίκτη, που προσδοκά να βγει κερδισμένος και όποτε νικά και όποτε χάνει την παρτίδα: Όποτε γίνεται αυτό που λέει πως θέλει, επειδή έγινε. Κι όποτε δεν γίνεται, επειδή ο άλλος, που ‘ναι ο φταίχτης, του οφείλει αποζημίωση και επανόρθωση. Μ’ αυτό το ψυχικό στρατήγημα, μ’ αυτό το ασυνείδητο κόλπο, όποιος αισθάνεται ότι κατέχει τη θέση του θύματος επιδιώκει ή και κατακτά δύο ενδοψυχικά έπαθλα: Από τη μια, αισθάνεται απαλλαγμένος από την ευθύνη και την υποχρέωση ν’ αντιμετωπίσει, να επεξεργαστεί και να πάρει θέση απέναντι σε διάφορα ηθικά και πρακτικά διλήμματα, με όλον τον κόπο και τις επιπτώσεις που ίσως εξυπονοούν οι επιλογές του. Κι από την άλλη – βαθύτερος λόγος – επειδή έτσι αποφεύγει να έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια της ψυχής του. Αποφεύγει ν’ αντικρύσει μηχανισμούς, επιθυμίες, φαντασιώσεις και συγκρούσεις που έχουν σαν θέατρο επιχειρήσεων τη δική του ψυχή.

Θα μου πείτε, και καλά, γιατί ένας συνήθης, κοινός άνθρωπος να κάνει τόσον κόπο προκειμένου ν’ αποφύγει να δει καθαρά την αλήθεια της ψυχής του; Θα σας πω κι εγώ: Επειδή κάθε άνθρωπος, κι ο πιο κοινός και ο πιο συνήθης, έχει ασυνείδητο. Έχει απωθημένα, δηλαδή ψυχικές παραστάσεις και ροπές πανίσχυρες, αλλά ανεπίτρεπτες, απορριπτόμενες από το Εγώ του (από την επίσημη ιδέα του για το ποιος είναι). Έχει φαντασιώσεις και επιθυμίες (αυτοί είναι οι οδηγητές της ασυνείδητης ψυχικής ζωής). Οι οποίες, αν βρεθούν στο προσκήνιο και πάρουν τα ηνία και της συνειδητής ψυχικής ζωής, ενδεχομένως θ’ αποσταθεροποιήσουν εικόνες για τον εαυτό του κατασκευασμένες με πολύ καιρό και κόπο, με μεγάλες θυσίες και έξοδα. Η συμφιλίωση ανάμεσα στα δύο αυτά πεδία της ψυχής (συνειδητό και ασυνείδητο ή, από την άλλη σκοπιά, Εγώ και Αυτό=αμυντικός και ενορμητικός πόλος της ψυχής) είναι καρπός μακράς πορείας στη ζωή – πορείας εξωτερικής και εσωτερικής. Ενώ η σύγκρουση και η διαμάχη ανάμεσά τους είναι η φυσική κατάσταση της ψυχής – με όλες τις επιπτώσεις που έχει μία τέτοια κατάσταση, όπως η προαναφερθείσα αυθόρμητη τάση αποφυγής της εσωτερικής αλήθειας.

Γι’ αυτούς τους κύριους ενδοψυχικούς λόγους, είναι αυθόρμητη ροπή του ανθρώπου, σε κάθε σχέση που έχει απαιτήσεις (και οι περισσότερες έχουν) και, οπωσδήποτε, σε κάθε στιγμή που γεννιέται μία σημαντική ένταση στη σχέση, να επιδιώκει ασυναίσθητα να καταλάβει τη θέση του θύματος, του αδικημένου, του ριγμένου…Έχει όμως ή εικάζεται ότι έχει και πρόσθετα πλεονεκτήματα η θέση του θύματος. Έχει μια δύναμη, μια ισχύ που δεν είναι διόλου αμελητέες, ιδίως όταν το παιχνίδι της ανθρώπινης σχέσης εκτραπεί ή εκφυλιστεί σε παιχνίδι εξουσίας – στο γνωστό «τίνος θα περάσει». Εκεί η κατάσταση είναι προφανής: Αφού για να συνεχίσει η σχέση, το παιχνίδι, απαιτείται να υπάρχουν και τα δύο μέλη, και οι δύο παίκτες, τότε τι είναι πιο ξεκούραστο, ισχυρότερο και, εγωιστικά ιδωμένο, πιο επωφελές; Να τραβάς και να σπρώχνεις και να κοπιάζεις εσύ ή και εσύ – ή να χτυπιέται ο άλλος για να σε κρατήσει, για να σ’ ευχαριστήσει, κινητοποιήσει και τα όμοια; Όποιος πει ότι ποτέ δεν έχει δει τέτοια παιχνίδια, ας κοιταχτεί λιγάκι στον καθρέπτη. Κι όποιος πάλι πει ότι, σε τεταμένες καταστάσεις και περίπλοκες ασκήσεις δεν βλέπει ποια είναι η αυθόρμητη (εγωιστική, πλην τόσο ανθρώπινη) τάση της ψυχής μάλλον έχει χάσει επεισόδια.

Για να το πούμε πολύ απλά: Τη μεγαλύτερη ισχύ και απολαβή την έχει, σε τέτοιες τεταμένες και μπερδεμένες καταστάσεις, εκείνος που βρίσκεται στη θέση του τραβάτε με κι ας κλαίω – ή όπως το διατύπωσε μία άλλη ασθενής μου, εκείνος που, για να κάνει αυτό που θέλει και τον συμφέρει, καταφέρνει και βάζει τους άλλους να τον παρακαλάνε: «Έλα, Μαρία», «Μα έλα, βρε Γιάννη», και τα όμοια.

Τα όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν και κάτι ακόμη: Η ανθρώπινη σχέση είναι παιχνίδι για δύο (τουλάχιστον). Κι όποτε προκύπτει, σε μία συνηθισμένη ιστορία, θέση θύματος, τότε καλό είναι να τραβήξει κανείς (το θύμα, το έτερο μέλος της σχέσης, οι θεατές…) λιγάκι την κουρτίνα και να δει τι παίζεται στ’ αλήθεια στο συγκεκριμένο σενάριο θυματοποίησης. Κι εκεί συχνότατα θα δούμε, στο παρασκήνιο, ότι σε συνήθεις ανθρώπινες ιστορίες που παράγουν θέση θύματος, κατά κανόνα και τουλάχιστον κατά ένα μέρος, το θύμα είναι πλάσμα διπλής όψεως. Θα δούμε ότι το ίδιο το θύμα τροφοδοτεί το παιχνίδι που παράγει θέση θύματος με πολλούς τρόπους. Υπάρχουν μάλιστα δύο κύριες και πολύ συνηθισμένες εκδοχές παιχνιδιών, όπου το θύμα συμβάλλει καθοριστικά στην τύχη του:

– Στην πρώτη εκδοχή ανευρίσκουμε το συναινούν θύμα. Δηλαδή, έναν άνθρωπο που με τη στάση του και με τις πράξεις του, με όσα έμπρακτα υποστηρίζει και αρνείται, τροφοδοτεί και διαιωνίζει το συγκεκριμένο παιχνίδι – κατά κανόνα συνοδεύοντας τη στάση του με διάφορες εκλογικεύσεις.

– Στη δεύτερη εκδοχή αυτό που συναντάς είναι ο θύτης-θύμα. Έχει δύο παραλλαγές: Στην πρώτη παραλλαγή συναντάμε το σύνδρομο του Σαμψών, σαν να λέμε. Δηλαδή, έναν άνθρωπο ο οποίος, αφού δεν γίνεται το δικό του (καλό ή κακό με κάποια κριτήρια, άσχετο), άρα είναι «το θύμα», προτιμά να καταστρέψει τα πάντα – δηλαδή μετατρέπεται σε «θύτη». Αυτό το σύνδρομο το συναντάμε με αυξημένη συχνότητα στις άψυχες σχέσεις, όπου δυο άνθρωποι σαπίζουν μαζί επειδή κανείς δεν έχει το κουράγιο να θάψει μια νεκρή σχέση, καθώς και σε βίαιους χωρισμούς, με τη λογική «δεν θα σε χαίρομαι εγώ, δεν θα σε χαίρεται κανείς». Στο «σύνδρομο του Σαμψών» ο θύτης-θύμα έχει πάντοτε κάποια επίγνωση του τι κάνει – απλώς, του είναι αδύνατο να το αποφύγει ή να στερηθεί την απόλαυση του κακού που προκαλεί. Στη δεύτερη παραλλαγή, αντίθετα, ένας άνθρωπος καταρχήν ανεπιγνώτως προκαλεί κακό στους άλλους και στον εαυτό του με τον εξής τρόπο: Κάνει ό,τι μπορεί ώστε να βρεθεί στη θέση του θύματος των περιστάσεων, των άλλων ανθρώπων, των μηχανισμών, του συστήματος – κατά κανόνα, αρχίζοντας αυτός ο ίδιος εχθροπραξίες, που η έκβασή τους είναι προδιαγεγραμμένη και τα σπασμένα θα τα πληρώσει κι ο ίδιος. Παιδιά με βίαιες ή παραβατικές συμπεριφορές, χρήστες ουσιών, στην οδό της σχολικής αποτυχίας…είναι οι πιο τυπικές όσο και τραγικές μορφές αυτής της παραλλαγής του υποδείγματος «θύμα-θύτης» που θα το χαρακτηρίζαμε σύνδρομο του Γολγοθά: Αρνούνται, πονούν, ενοχοποιούν, παγιδεύουν και πληγώνουν τους άλλους μέσα από τη δική τους θυματοποίηση, χωρίς επίγνωση του πόσο θα κοστίσει σ’ αυτά τα ίδια μια τέτοια πορεία. Στους μεγαλύτερους, αλκοολισμός, τοξικομανίες και παραβατικότητες, καθώς και ανοιχτές ή συγκεκαλυμμένες απόπειρες αυτοκτονίας είναι το αντίστοιχο αυτό- και ετεροκαταστροφικό σχήμα «θύτης-θύμα».

Τα λογικά πορίσματα που προκύπτουν από όλα τα παραπάνω, μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: Έχε επίγνωση της θέσης σου μέσα στην σχέση. Μη δικάζεις, μην καταδικάζεις. Κατανόησε τον άλλον, το παιχνίδι και τον εαυτό σου μέσα σ’ αυτό. Και, το σπουδαιότερο: Αντί να κλαις τη μοίρα σου, κοίτα να δεις τι περνά από το χέρι σου. Αντί να ψευτοζείς με τις απολαβές του θύματος, δηλαδή, κοίτα τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις για να πάνε τα πράγματα προς ένα σημείο που θα βρίσκεται πιο κοντά στην αληθινή σου ζωή. Η συμμόρφωση με τις προδιαγραφές της θέσης θύματος, όποιες κι αν είναι οι συναισθηματικές ή πρακτικές απολαβές της, έχει πάντοτε ανθρώπινο κόστος. Που μπορεί να πάρει ακόμη και οριακές, υπαρξιακές διαστάσεις – όπως δείχνει η ακόλουθη κουβέντα ενός ώριμου πλέον άνδρα (επιτυχημένου, επιπρόσθετα) στο πλαίσιο της ψυχανάλυσής του:

«Στη ζωή μου πάντοτε προσπαθούσα να προσαρμοστώ στην εικόνα που είχαν οι άλλοι για μένα, ώστε να γίνω αποδεκτός. Έτσι όμως ήμουν χαμένος από χέρι. Αν δεν τα κατάφερνα, θα είχα αποτύχει. Κι αν πάλι τα κατάφερνα, θα είχα χάσει τον εαυτό μου. Ήμουν, σαν να λέμε, κυριολεκτικά σφαγμένος από χέρι».

Προσαρμογή από το βιβλίο του Ν. Σιδέρη, Δεν Παίζεις Μόνο Εσύ – Υπάρχουν κι Άλλοι!. Ήθη και τέχνη της ανθρώπινης σχέσης. Εκδ. Μεταίχμιο.