Αποφάσεις για τη νέα χρονιά – πώς (δεν) τις τηρούμε;

Image

Τελευταίες ημέρες του χρόνου και, εν αναμονή του καινούργιου πολλοί από εμάς παίρνουμε αποφάσεις για την νέα χρονιά. Συνήθως, πρόκειται για στόχους που έχουν να κάνουν με τα οικονομικά μας («θα κάνω περισσότερη οικονομία»), με την φυσική μας κατάσταση («θα ξεκινήσω γυμναστήριο») ή με κακές συνήθειες («θα κόψω το κάπνισμα») και τον τρόπο ζωής μας («θα ξεκουράζομαι περισσότερο»). Μολονότι πρόκειται για κάτι αρκετά συνηθισμένο και μάλλον εθιμοτυπικό, σπανίως κάνουμε μία παύση για να σκεφτούμε για ποιον λόγο θέτουμε τώρα αυτούς τους στόχους ή ποιες είναι οι πραγματικές πιθανότητες να φανούμε συνεπείς σε αυτές τις αποφάσεις μας.

Γιατί θέτουμε Στόχους για τη Νέα Χρονιά;

Η 1η Ιανουαρίου φαντάζει ιδανική για αυτή τη διαδικασία στοχοθέτησης, για διάφορους λόγους. Κατ’ αρχάς σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου και την έναρξη ενός καινούργιου. Είναι ένα χρονικό ορόσημο, που διαιρεί τον χρόνο σε «πριν» και «μετά» και λειτουργεί ως αφετηρία για μία νέα πορεία. Ακόμα και συμβολικά αν το εξετάσουμε, ο Ιανός (από τον οποίο πήρε το όνομά του ο μήνας Ιανουάριος) ήταν ο διπρόσωπος θεός των Ρωμαίων, που κοίταζε ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο μέλλον. Πολιτισμικά και κοινωνικά, λοιπόν, πρόκειται για μία περίοδο ανανέωσης και μετάβασης, όπου κάτι τελειώνει οριστικά και αρχίζει κάτι καινούργιο – και μαζί με αυτό, γιατί όχι και μία καινούργια, διαφορετική ή βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας;

Αξίζει να σημειωθεί πως οι περισσότερες από τις αποφάσεις που λαμβάνουμε για την νέα χρονιά, έχουν σχέση με τον αυτοέλεγχο, με μία διαμάχη που συμβαίνει μέσα μας πάνω σε διάφορα ζητήματα. Διαφορετικές πτυχές του εαυτού μας επιθυμούν διαφορετικά πράγματα. Υπάρχει η πλευρά του εαυτού μας που επιθυμεί να έχει ένα ωραίο ή καλλίγραμμο σώμα και υπάρχει κι εκείνη η πλευρά που θέλει να απολαμβάνει όλες τις πιθανές λιχουδιές, ανά πάσα στιγμή και ώρα. Υπάρχει η πλευρά του εαυτού μας που αρέσκεται να ξοδεύει χρήματα κι εκείνη η πλευρά που ξέρει ότι πρέπει να κάνει οικονομία. Αυτό που συμβαίνει με τους στόχους και τις υποσχέσεις για «τη νέα χρονιά» είναι ότι έχουν μία μακροπρόθεσμη προοπτική (κάτι που θα γίνει στο μέλλον), οραματίζονται μία βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού μας (άρα μας προσφέρουν άμεση ικανοποίηση την στιγμή που τις σκεφτόμαστε) και ταυτόχρονα επιβάλλονται στην αυθόρμητη πλευρά του εαυτού μας που θέλει να ξοδέψει, να φάει γλυκά ή να μείνει στο σπίτι αντί να πάει στο γυμναστήριο. Υπό μία έννοια, ενόψει της νέας χρονιάς, νιώθουμε πως ο «καλός» εαυτός μας νικάει τον «κακό».

Γιατί όχι τώρα;

Γιατί όμως περιμένουμε την νέα χρονιά για να ξεκινήσουμε την προσπάθεια υλοποίησης των στόχων μας, αφού κάλλιστα θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από σήμερα κιόλας; Μία πιθανή απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνεται πολύ εύστοχα από τον καθηγητή ψυχολογίας στο Carleton University, Dr. Pychyl: «οι αποφάσεις και οι στόχοι για την νέα χρονιά είναι ουσιαστικά μία πολιτισμικά καθορισμένη μορφή αναβλητικότητας». Με άλλα λόγια, μας αρέσει να βάζουμε στόχους για τη νέα χρονιά διότι αυτό δικαιολογεί την καθυστέρησή μας στην υλοποίησή τους. Νιώθουμε καλά, γιατί έχουμε έναν στόχο για το μέλλον – πράγμα που είναι καλό – αλλά ταυτόχρονα, νιώθουμε επίσης ωραία διότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα απολύτως αυτή τη στιγμή. Το «από τη νέα χρονιά» είναι μακρινό και, μέχρι τότε, μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι κάναμε μέχρι τώρα. Είναι μία μορφή αυτό-εξαπάτησης, ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού στον εαυτό μας θα έλεγε κανείς, όπου απολαμβάνουμε την χρονική απόσταση μεταξύ πρόθεσης και πράξης.

Δηλαδή θα αποτύχω;

Κανείς δεν λέει ότι θα αποτύχουμε στους στόχους που θέτουμε για τη νέα χρονιά. Περισσότερο, θα λέγαμε πως οι πιθανότητες επιτυχίας εξαρτώνται α) από τους λόγους για τους οποίους περιμένουμε την αλλαγή του χρόνου για να κάνουμε τις αλλαγές που επιθυμούμε, και β) από τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύουμε να κινηθούμε προκειμένου να τις επιτύχουμε. Το πρώτο έχει να κάνει με την ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας και με τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν στο να ξεκινήσουμε τώρα μία αλλαγή.  Το δεύτερο, ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να επιτύχουμε τους στόχους μας, αφορά κάποιες εσφαλμένες κινήσεις, που συνήθως κάνουμε.

Πώς θα καταφέρω να επιτύχω τους στόχους μου;

Καλό είναι να αποφεύγουμε τους γενικούς και ασαφείς στόχους (π.χ. «θα ξεκινήσω γυμναστήριο») και παράλληλα να σκεφτόμαστε τα εμπόδια που θα έχουμε σε καθημερινή βάση. Στο ίδιο παράδειγμα, είναι προτιμότερο να πούμε ότι θα ξεκινήσουμε γυμναστήριο 3 φορές την εβδομάδα, να σκεφτούμε ποια ώρα της ημέρας θα ήταν καλύτερη για το πρόγραμμά μας, τι θα μπορούσε να μας εμποδίσει να πάμε και πώς θα αποφύγουμε αυτό το εμπόδιο. Εδώ υπεισέρχεται και ο παράγοντας του ρεαλισμού: Αν, για παράδειγμα, αποφασίσουμε ότι θα πηγαίνουμε στο γυμναστήριο μετά τη δουλειά μας, θα πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι ρεαλιστικό. Διότι, αν τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας αργούμε να τελειώσουμε στη δουλειά ή αν επιστρέφοντας στο σπίτι μάς περιμένει μία σειρά άλλων υποχρεώσεων, τότε ο στόχος του γυμναστηρίου μετά τη δουλειά είναι εξ’ αρχής καταδικασμένος.

Σκόπιμο είναι να αποφύγουμε να βάλουμε πολλούς στόχους ταυτόχρονα, όπως να ξεκινήσουμε γυμναστήριο, να αρχίσουμε να τρώμε πιο υγιεινά και να χάσουμε κάποια κιλά. Σε καθημερινό επίπεδο, κάτι τέτοιο προϋποθέτει να βρούμε χρόνο και διάθεση για το γυμναστήριο, χρόνο για να μαγειρεύουμε στο σπίτι, χρόνο για να ψωνίζουμε φρέσκα φρούτα και λαχανικά ώστε να τα έχουμε πάντα διαθέσιμα στο σπίτι μας, κλπ. Αν δεν καταφέρουμε κάτι από αυτά απογοητευόμαστε, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να τα παρατήσουμε εύκολα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από έναν στόχο και σταδιακά, μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλες, συναφείς με αυτόν, αλλαγές.

Παρ’ ότι συχνά επιθυμούμε κάποια αλλαγή για τον εαυτό μας, πολλές φορές βαθιά μέσα μας δεν θέλουμε να αλλάξουμε – κι αυτό για διάφορους λόγους. Αν επιθυμούμε την αλλαγή επειδή «πρέπει» ή επειδή «θα ήταν καλό να…», ενδεχομένως να μην έχουμε πειστεί απολύτως να δεσμευτούμε στην προσπάθεια επίτευξής της. Αν για παράδειγμα σκεφτόμαστε ότι «πρέπει να κόψω το κάπνισμα» και θέσουμε αυτό ως στόχο για την νέα χρονιά, η πορεία μας προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι καταδικασμένη, αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να πούμε οριστικά «τέλος». Η εσωτερική μας κινητοποίηση θα καμφθεί εύκολα αν εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε αποφασισμένοι για μία τέτοια κίνηση. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου πως η διακοπή κάποιων «κακών συνηθειών», όπως το κάπνισμα ή το αλκοόλ, ούτε εύκολη διαδικασία είναι, ούτε μας προσφέρει άμεση ικανοποίηση και απόλαυση. Αν μη τι άλλο λοιπόν, θα πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι ότι θέλουμε να κάνουμε αυτή την αλλαγή στη ζωή μας και να εμμείνουμε στην προσπάθεια, έχοντας κατά νου τα μελλοντικά οφέλη που θα αποκομίσουμε από αυτή.

Προσοχή στην τελειομανία μας: μία αστοχία, ένα ολίσθημα, μία παρορμητική συμπεριφορά που είναι αντίθετη προς τον στόχο μας, και αμέσως σπεύδουμε να φορτώσουμε τον εαυτό μας με ενοχές και τύψεις για το μεγάλο «λάθος» που κάναμε. Η καλύτερη σκέψη σε αυτές τις περιπτώσεις είναι «ε, και;»: «Δεν κατάφερα να πάω γυμναστήριο αυτή την εβδομάδα, γιατί είχα πολλή δουλειά- ε, και;» «Έφαγα γλυκό – ε, και;». Τα ολισθήματα δεν σημαίνουν τίποτα για τον τελικό μας στόχο, ούτε για την αποφασιστικότητά μας ή την αυτοεκτίμησή μας. Σε τελική ανάλυση, ας μην παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο στα σοβαρά – μπορούμε να γελάσουμε με το ολίσθημα, να το χαρούμε και την επόμενη ημέρα να επιστρέψουμε ξανά στο πλάνο μας.

Τέλος, καλό θα είναι να μιλήσουμε με κάποιους δικούς μας ανθρώπους και να τους ζητήσουμε είτε την πρακτική τους βοήθεια σε θέματα καθημερινότητας, είτε την ψυχολογική τους υποστήριξη και ενθάρρυνση. Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας πολλές φορές δεν είναι καλός σύμβουλος. Δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε όλα μόνοι μας και για αυτό είναι σκόπιμο να έχουμε ανθρώπους γύρω μας που θα μας στηρίξουν στην προσπάθειά μας.

Εν κατακλείδι

Είναι θετικό και απαραίτητο να βάζουμε στόχους για την πορεία της ζωής μας και να προσπαθούμε να τους επιτύχουμε. Αυτό άλλωστε συνεπάγεται προσωπική ανάπτυξη και βελτίωση. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι απαραίτητο να περιμένουμε την νέα χρονιά ή τον επόμενο μήνα, ή την καινούργια εβδομάδα για να ξεκινήσουμε μία πορεία δράσης. Μπορούμε κάλλιστα να ξεκινήσουμε άμεσα. Σε κάθε περίπτωση, καλό θα είναι να έχουμε στόχους ρεαλιστικούς, προσιτούς και ικανούς να μας πάνε ένα βήμα πιο πέρα: να βελτιώνουν κάτι ουσιαστικό στη ζωή μας, είτε αυτό αφορά τις σχέσεις μας με τους άλλους, είτε την υγεία μας, είτε το επάγγελμα και τις σπουδές μας. Τέλος, θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως η πορεία προς μία αλλαγή δεν είναι ποτέ εύκολη. Απογοητεύσεις και πισωγυρίσματα υπάρχουν πάντα, σε οτιδήποτε ξεκινάμε στη ζωή μας – το μυστικό είναι να δούμε αυτά τα εμπόδια ως τρόπους ενίσχυσης της κινητοποίησής μας και του πείσματός μας να καταφέρουμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Advertisements

Η Μελαγχολία των Γιορτών

Image

Κάτι συμβαίνει εκεί στις αρχές του Δεκεμβρίου. Ενώ υποτίθεται πως «πρέπει» να περιμένουμε πώς και πώς τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς για να βρεθούμε με τους φίλους και τους αγαπημένους μας, να περάσουμε όμορφα, να ανταλλάξουμε δώρα, να μοιραστούμε στιγμές χαράς με την οικογένειά μας και να νιώσουμε αυτό το αίσθημα της ανάτασης και της ελπίδας, που έχει ταυτιστεί με τα Χριστούγεννα, εμείς διαπιστώνουμε πως δεν έχουμε καμία διάθεση για τίποτα από όλα αυτά. Βλέπουμε τις δύο εβδομάδες των γιορτών ως ένα «βουνό», που έρχεται κατά πάνω μας γεμάτο υποχρεώσεις, ψεύτικα κοινωνικά χαμόγελα, έξοδα, άγχος για να τα προλάβουμε όλα, αλλά και μοναξιά, θλίψη και, τελικά, ένα επίπεδο και μάλλον απαισιόδοξο συναίσθημα που συνήθως αποδίδεται με φράσεις όπως «άντε να περάσουν οι γιορτές να ηρεμήσω».

Θα μπορούσαμε εδώ να κάνουμε έναν πρώτο λόγο για την εποχική δυσθυμία, που χαρακτηρίζεται από μειωμένη διάθεση, αυξημένο άγχος, διαταραχές στον ύπνο, διαταραχές στην πρόσληψη της τροφής, μειωμένη αυτοσυγκέντρωση, σχετική ανηδονία (ανικανότητα άντλησης ευχαρίστησης από δραστηριότητες που συνήθως μας αρέσουν), εκνευρισμό, κόπωση κλπ. H εποχική δυσθυμία παρατηρείται κατά κύριο λόγο από το τέλος του καλοκαιριού μέχρι τα τέλη του χειμώνα και αποδίδεται στη μειωμένη ηλιοφάνεια, που χαρακτηρίζει την περίοδο του φθινοπώρου και του χειμώνα. Μία ιδιαίτερη μορφή εποχικής δυσθυμίας, είναι η μελαγχολία των γιορτών, που συνήθως επηρεάζει περισσότερο ανθρώπους που ζουν μόνοι, είναι ηλικιωμένοι, έχουν βιώσει κάποια σημαντική απώλεια, αντιμετωπίζουν ήδη ένα πρόβλημα που τους έχει επιβαρύνει συναισθηματικά ή ψυχολογικά, ή που δεν έχουν ένα υποστηρικτικό κοινωνικό περιβάλλον.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτοί που επηρεάζονται από τις γιορτές. Μεγάλος αριθμός ανθρώπων βιώνει τον ερχομό των γιορτών με άγχος, φόβο και αρνητισμό. Τα Χριστούγεννα είναι μία περίοδος του χρόνου που στο συλλογικό μας ασυνείδητο έχει αποτυπωθεί με όρους λάμψης, χαράς, δώρων, ξέγνοιαστων εξόδων, κατανάλωσης, διακοπών, «καλών» ρούχων, περιττής πολυτέλειας. Από παιδιά μεγαλώσαμε με μεγάλες προσδοκίες για τις γιορτές των Χριστουγέννων και όσα αυτές θα μας έφερναν. Και ως παιδιά, συνήθως (αλλά όχι πάντα), αυτές οι προσδοκίες λίγο-πολύ εκπληρώνονταν. Είχαμε διακοπές από το σχολείο, το σπίτι μύριζε όμορφα, δεχόμασταν δώρα από τους γονείς και τους συγγενείς, συμμετείχαμε σε οικογενειακές και φιλικές γιορτές, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις χαλάρωναν, το σπίτι ήταν όμορφο και στολισμένο, όλα ήταν ωραία και λαμπερά. Σήμερα πλέον, ως ενήλικοι, το πρότυπο αυτό έρχεται να συγκρουστεί ηχηρά με την πραγματικότητα, και μάλιστα σε αρκετά επίπεδα.

Κατ’ αρχάς, έχουμε την πραγματικότητα των τελευταίων ετών στη χώρα μας: η ανεργία, το μειωμένο εισόδημα και η δυσοίωνη κοινωνική και πολιτική κατάσταση γύρω μας λειτουργούν ως επιβαρυντικοί παράγοντες για τις απογοητεύσεις, τα προσωπικά προβλήματα και τις απώλειες που όλοι μας αντιμετωπίζουμε στη διάρκεια της ζωής μας. Όταν έχουμε εξαρτήσει την χαρά από το λαμπερό «περιτύλιγμα» της εορταστικής περιόδου των Χριστουγέννων και ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε για τον εαυτό μας και την οικογένειά μας αυτό το περιτύλιγμα, είναι επόμενο να νιώθουμε απογοήτευση, θλίψη ή ακόμα και θυμό. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ζουν μόνοι, χωρίς κοινωνικό περίγυρο, οι οποίοι νιώθουν «παρείσακτοι» και ξένοι μέσα σε αυτό το κλίμα της συντροφικότητας και της αγάπης των γιορτών. Άλλοι πάλι, έχουν χάσει το αγαπημένο τους πρόσωπο και οι γιορτές τους θυμίζουν περασμένες ευτυχισμένες στιγμές, επιβαρύνοντας ήδη το πένθος και την θλίψη που βιώνουν. Κάποιοι άνθρωποι αγχώνονται ενόψει των οικογενειακών συγκεντρώσεων, γνωρίζοντας ότι πολύ συχνά αυτές καταλήγουν σε έντονες διαφωνίες, συγκρούσεις και αλληλοκατηγορίες, οι οποίες εκτοξεύονται ένθεν κι ένθεν πάνω από το εορταστικό τραπέζι. Τέλος, υπάρχουν κι εκείνοι που απλώς νιώθουν «υποχρεωμένοι» να αντεπεξέλθουν σε όλες τις απαιτήσεις του δικού τους κοινωνικού περίγυρου, βάζοντας τον εαυτό τους σε διαδικασίες ατέρμονων προετοιμασιών, άσκοπων εξόδων και συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις και εορτασμούς που δεν έχουν να τους πουν απολύτως τίποτα.

Κι όμως. Ο καθένας μπορεί να ζήσει τα Χριστούγεννα, όπως και κάθε άλλη εποχή του χρόνου, όπως ο ίδιος πραγματικά νιώθει και μπορεί. Τίποτα δεν μας είναι επιβεβλημένο ούτε είμαστε υποχρεωμένοι να ανταποκριθούμε σε ένα πρότυπο, που δεν μας ταιριάζει – ψυχικά, συναισθηματικά ή οικονομικά. Τα παιδιά, που συνήθως είναι και η αφορμή για την γέννηση πολλών ενοχών αναφορικά με την αδυναμία μας να τους αγοράσουμε τα δώρα που επιθυμούν ή τα ταξίδια που θα ήθελαν, ικανοποιούνται με πολύ λιγότερα πράγματα από αυτά που νομίζουμε. Αλήθεια, ποιος από εμάς θυμάται ως αξέχαστη ανάμνηση εκείνο το πανάκριβο δώρο που μας χάρισαν σε κάποια γενέθλια ή Χριστούγεννα, όταν ήμασταν παιδιά; Οι περισσότεροι θυμόμαστε την αίσθηση της αγάπης, της ασφάλειας και της ζεστασιάς που εισπράτταμε από εκείνες τις γιορτές και το άνοιγμα των δώρων κάτω από το δέντρο, χωρίς καμία αποτίμηση του οικονομικού τους κόστους. Ας τους χαρίσουμε λοιπόν αναμνήσεις: Ας τα αγκαλιάσουμε, ας τους χαρίσουμε τον χρόνο μας, βόλτες σε Χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις, ωραίες ταινίες στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση, τα αγαπημένα τους φαγητά και τις λιχουδιές που προτιμάνε, ας τα αφήσουμε να κοιμηθούν αργά.

Αν είστε ή νιώθετε μόνοι, εκμεταλλευτείτε τις ημέρες αυτές κάνοντας δώρο τον εαυτό σας και την εργασία σας σε κάποια εθελοντική οργάνωση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο αίσθημα πληρότητας από αυτό που χαρίζει η προσφορά σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Σε κάθε περιοχή, σε όλες τις μεγάλες και μικρές πόλεις, οργανώνονται συσσίτια και παζάρια από διάφορους φορείς και οργανώσεις. Πέραν του ότι θα γνωρίσετε νέους ανθρώπους, θα έχετε την ευκαιρία να προσφέρετε και να λάβετε ζεστά χαμόγελα ευγνωμοσύνης από κόσμο που δεν γνωρίζετε (και που ίσως δεν γνωρίζατε καν ότι υπάρχει). Η ανιδιοτελής προσφορά στον συνάνθρωπο επιστρέφει πολλαπλάσια ικανοποίηση, η οποία, αν το επιτρέπουν οι ρυθμοί σας, μπορεί να συνεχίσει να εκφράζεται και μετά το πέρας των γιορτών. Αν αυτό που σας έχει λείψει είναι η ηρεμία, τότε αφιερώστε χρόνο για τον εαυτό σας. Πηγαίνετε βόλτες, κοιμηθείτε λίγο περισσότερο, απορρίψτε ευγενικά προσκλήσεις σε δείπνα και συγκεντρώσεις με ανθρώπους που θα σας επιβαρύνουν ψυχολογικά και συναισθηματικά, συναντηθείτε με φίλους που το τελευταίο διάστημα δεν έχετε δει, αρνηθείτε να σκορπιστείτε σε δραστηριότητες που δεν σας γεμίζουν. Μην στολίσετε το σπίτι αν δεν το νιώθετε. Μιλήστε με την οικογένειά σας, επικοινωνήστε τους αυτά που νιώθετε και ζητήστε τους τον χώρο που χρειάζεστε. Χαρίστε στον εαυτό σας την πολυτέλεια του να κάνετε μόνο αυτό που σας γεμίζει- και ίσως διαπιστώσετε πόσο σημαντική είναι τελικά αυτή η προτεραιότητα στον εαυτό σας.

Οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, πέραν των όσων αρνητικών βιώνουμε όλοι μας, μας δίνουν την μεγάλη ευκαιρία να επιστρέψουμε στα βασικά και την ουσία της ζωής. Που δεν έχουν να κάνουν με την εικόνα, το οικονομικό κόστος και το επιφανειακό περιτύλιγμα, αλλά με εμάς τους ίδιους και τους ανθρώπους που μας περιστοιχίζουν. Άλλωστε, περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε, βιώνουμε πολύ καθαρά πως τίποτα δεν είναι δεδομένο ή αυτονόητο στη ζωή μας. Εκείνο που έχει αξία είναι εκείνο που μας χαρίζει πληρότητα και νόημα, ανεξάρτητα από την εποχή του χρόνου. Ας αφήσουμε τις μεγάλες προσδοκίες στην άκρη, αφού σπανίως τελικά εκπληρώνονται και ας χαρούμε αυτά που είναι σημαντικότερα για εμάς και τους δικούς μας ανθρώπους.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Χιούμορ: Ασπίδα και Όπλο στην Καθημερινότητά μας

Image

Όσο παράδοξο κι αν φαντάζει εκ πρώτης όψεως, το χιούμορ είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα και σοβαρή υπόθεση. Αρκεί να ρίξει κανείς μία ματιά στην καθημερινότητά μας: υπάρχουν αστεία θεάματα, φράσεις και περιστατικά, που είναι εκ φύσεως αστεία και προκαλούν το γέλιο μας αλλά είναι κενά περαιτέρω νοήματος, και υπάρχουν κι εκείνα που κρύβουν μέσα τους μεγάλη δόση ευφυΐας και αντιληπτικής οξύτητας, προδίδοντας μία σύνθετη σκέψη και μία διαφορετική πρόσληψη των πραγμάτων. Το χιούμορ ομορφαίνει τη ζωή μας, εμπλουτίζει τον λόγο μας, σχηματοποιεί αόριστες και ασαφείς έννοιες, μας βοηθάει να κατανοήσουμε και να λύσουμε καλύτερα κάποια προβλήματά μας, συμβάλλει στην προσέλκυση ερωτικού συντρόφου, αποφορτίζει την εσωτερική μας ένταση, βάζει στην θέση του έναν ανταγωνιστικό συνομιλητή μας και μπορεί (κατά περίπτωση) να υπηρετήσει την καλύτερη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να αποτελέσει πηγή παρεξηγήσεων και παρανοήσεων, να μας πληγώσει ή να μας κάνει επιθετικούς απέναντι στον άλλον. Παρ’ όλα αυτά, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, επιστήμονες και φιλόσοφοι δεν έχουν συμφωνήσει ακόμα σε έναν κοινά αποδεκτό ορισμό του χιούμορ και των λειτουργιών που αυτό επιτελεί για τον άνθρωπο.

Το βέβαιο είναι ένα: το χιούμορ, σε αντίθεση με το γέλιο, είναι ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό, που δεν απαντάται στα υπόλοιπα είδη του ζωικού βασιλείου. Για παράδειγμα, ένα κακοποιημένο ζώο μπορεί να αντιδράσει απέναντι στο βίαιο αφεντικό του με δύο τρόπους: είτε να επιτεθεί για να σταματήσει την κακοποίηση, είτε να τραπεί σε φυγή προκειμένου να την αποφύγει. Δεν είναι σε θέση να αφοπλίσει τον επιτιθέμενο με ένα έξυπνο σχόλιο ή να μιμηθεί με ειρωνικό τρόπο το αφεντικό του πίσω από την πλάτη του, προκειμένου να διασκεδάσει το ίδιο. Πώς και γιατί όμως αναπτύχθηκε στον άνθρωπο; Οι εξελικτικές θεωρίες της ανθρώπινης συμπεριφοράς (αυτές δηλαδή που μελετούν την αξία που είχε διαχρονικά μία συμπεριφορά μας για την επιβίωση και / ή την αναπαραγωγή του είδους), τονίζουν πως το χιούμορ είναι μία ένδειξη ευφυΐας και μία αρετή, που μεταξύ άλλων, εξασφαλίζει στον άνδρα ερωτικό σύντροφο. Πιο συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η γυναίκα ήταν πάντα αυτή που επέλεγε τον σύντροφο βάσει συγκεκριμένων γνωρισμάτων του (υλικοί πόροι για την στήριξη του παιδιού και σωματικές και πνευματικές αρετές για την εξασφάλιση καλών γονιδίων), ο άνδρας ήταν υποχρεωμένος να αναπτύξει ορισμένα χαρακτηριστικά, προκειμένου να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους άνδρες. Φυσικά δεν μιλάμε εδώ για την ικανότητα απομνημόνευσης ανεκδότων – η αίσθηση του χιούμορ είναι μία ραφιναρισμένη ικανότητα που έχει να κάνει με το να πεις κάτι αστείο την σωστή στιγμή, στους σωστούς ανθρώπους, με τον σωστό τρόπο. Πράγματι λοιπόν, πολλές έρευνες επιβεβαιώνουν σήμερα πως, σε γενικές γραμμές, οι άνδρες «παράγουν» περισσότερο χιούμορ από τις γυναίκες. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως οι γυναίκες δεν έχουν χιούμορ – στατιστικά όμως, οι άνδρες είναι πιο αστείοι από τις γυναίκες. Επιπλέον, φαίνεται ότι οι άνθρωποι που έχουν περισσότερο χιούμορ (άνδρες και γυναίκες), έχουν υψηλότερη λεκτική νοημοσύνη ενώ, επιβεβαιώνοντας τις υποθέσεις των εξελικτικών θεωριών, διαπιστώθηκε πως η ικανότητα για χιούμορ μεταφράζεται σε σεξουαλική συμπεριφορά: οι άνθρωποι με περισσότερο χιούμορ δηλώνουν πως έχουν περισσότερους ερωτικούς συντρόφους, έχουν συχνότερες σεξουαλικές επαφές και αρχίζουν να έχουν σεξουαλική δραστηριότητα νωρίτερα στη ζωή.

Πέραν των εξελικτικών θεωριών, που ερμηνεύουν μία από τις πολλές πτυχές της σημασίας που έχει το χιούμορ για τον άνθρωπο, έχουμε τις κλασσικές ψυχολογικές θεωρίες, που αποκαλύπτουν άλλες πλευρές του χιούμορ. Έτσι, η ψυχαναλυτική θεωρία μας λέει πως το χιούμορ είναι ένας μηχανισμός άμυνας, μέσω του οποίου το άτομο έχει την ευκαιρία να εκδηλώσει την επιθετικότητά του απέναντι σε άλλα άτομα και να αποδεσμεύσει ψυχική ενέργεια που, σε άλλη περίπτωση, θα παρέμενε απωθημένη στο ασυνείδητο. Εκεί που οι κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης και επικοινωνίας απαγορεύουν την ευθεία και άμεση επιθετική απόκριση, το άτομο επιλέγει το χιούμορ για να εκφράσει δημόσια τις ανεπίτρεπτες σκέψεις ή επιθυμίες του. Με άλλα λόγια, το χιούμορ έρχεται να συγκαλύψει με κοινωνικά αποδεκτό τρόπο μία κοινωνικά μη αποδεκτή επιθετικότητα.

Οι θεωρίες του κλάδου της θετικής ψυχολογίας επισημαίνουν τα τεράστια οφέλη που μας προσφέρει το χιούμορ στη ζωή και την καθημερινότητά μας: ένας άνθρωπος με καλή αίσθηση του χιούμορ έχει καλύτερη ψυχική υγεία, κυρίως επειδή έχει υψηλότερη αυτοεκτίμηση, αισιοδοξία και οικειότητα, χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης και λιγότερο άγχος. Αυτό, ίσως οφείλεται στο γεγονός πως, διαμέσου του χιούμορ, κινητοποιούνται γνωστικοί μηχανισμοί όπως η ικανότητα να βλέπεις τα προβλήματά σου με πιο ελαφρύ τρόπο, ή να τα αντιμετωπίζεις με μία χιουμοριστική διάθεση, που αυτομάτως υποβαθμίζει και μειώνει το στοιχείο της απειλής σε μία κρίσιμη κατάσταση. Υπό αυτή την έννοια, το χιούμορ αποτελεί ταυτόχρονα μία ασπίδα κι ένα όπλο, αφού έχει τη δύναμη να κατευνάσει μία πληγωμένη ψυχή ή να απειλήσει τον χειρότερο εχθρό. Ο Emil Fackenheim, επιζήσας του Ολοκαυτώματος είχε πει, «Κρατήσαμε ακμαίο το ηθικό μας μέσα από το χιούμορ», ενώ την ίδια άποψη έχουν εκφράσει πολλοί άλλοι άνθρωποι που κατάφεραν να επιβιώσουν από στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί, βασανιστήρια και άλλες μορφές κακοποίησης. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων, καθώς και τα ευρήματα της σύγχρονης ιατρικής έρευνας επιβεβαιώνουν την άποψη ότι το χιούμορ αποτελεί ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό μέσο διαχείρισης του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνουμε μία δύσκολη και απαιτητική κατάσταση, αλλά και του τρόπου με τον οποίο επινοούμε νέους τρόπους αντιμετώπισης προβλημάτων, που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα περιγράφονταν ως αβάσταχτα.

Τεκμήρια για τα άμεσα οφέλη του χιούμορ για τον άνθρωπο, μας δίνουν οι μελέτες σχετικά με τις χημικές αντιδράσεις που προκαλεί το γέλιο στο ανθρώπινο σώμα. Μεταξύ πολλών άλλων έχει βρεθεί ότι το γέλιο μειώνει το στρες, ενισχύει το ανοσοποιητικό και βελτιώνει την χημεία του εγκεφάλου, μέσω του ελέγχου των ορμονών του στρες και της απελευθέρωσης ενδορφινών στον εγκέφαλο. Επίσης, το χιούμορ και το γέλιο βοηθούν τον εγκέφαλο να ελέγξει τα επίπεδα της ντοπαμίνης, που είναι γνωστή και ως «ορμόνη της ανταμοιβής». Πρόκειται για μία χημική ουσία (νευροδιαβιβαστής) που ελέγχει τη διάθεση, την κινητοποίησή μας, την προσοχή μας και την μάθηση. Η απελευθέρωση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο προκαλεί ένα αίσθημα ευχαρίστησης στον άνθρωπο, ενώ ταυτόχρονα μας κινητοποιεί και διευκολύνει την μάθηση. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ερευνητή Dr. Berk, ακόμα και η προσμονή ενός ευχάριστου ή αστείου γεγονότος (για παράδειγμα, οι γιορτές των Χριστουγέννων, η συνάντηση με έναν αγαπημένο μας φίλο ή η προσμονή ολιγοήμερων διακοπών) είναι αρκετή για να μας κάνει να νιώσουμε ευχάριστα και καλύτερα.

Φυσικά, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, υπάρχει και στο χιούμορ η άλλη όψη. Κατ’ αρχάς δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι αίσθηση του χιούμορ ή δεν μοιράζονται την ίδια αίσθηση του χιούμορ με τον άλλον. Έτσι είναι πολύ εύκολο να προκληθούν παρεξηγήσεις και παρανοήσεις από το χιουμοριστικό σχόλιο που μας κάνει ένας άνθρωπος. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, το χιούμορ είναι ένα όπλο και ως τέτοιο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εσφαλμένης χρήσης. Ένα παράδειγμα εδώ, είναι ο σαρκασμός, που ενέχει στοιχεία επίκρισης, χαιρεκακίας και χλευασμού, με ή χωρίς κάποια δόση χιούμορ, αλλά που έχει πάντα ως στόχο να υποτιμήσει τον άλλον. Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι το πείραγμα, που μπορεί να κυμαίνεται από μία αθώα και χωρίς καμία κακή πρόθεση παρατήρηση, μέχρι ένα σχόλιο με πολλές δόσεις ειρωνείας που στοχεύει στο να προκαλέσει τον θυμό του άλλου. Σε κάθε περίπτωση, το πώς θα προσλάβει ο δέκτης αυτά τα μηνύματα, εξαρτάται από τη δική του αίσθηση χιούμορ, από τον βαθμό της ευθιξίας του, αλλά και από την σχέση που έχει με τον άλλον.

Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από όλα αυτά είναι πως, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, η αίσθηση του χιούμορ αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα και άμυνα απέναντι στα όσα παρατηρούμε να εξελίσσονται γύρω μας. Φυσικά το χιούμορ από μόνο του δεν μπορεί να μας βγάλει από μία πολύ κακή ψυχολογική κατάσταση, ούτε μπορεί να μας βοηθήσει σε περίπτωση βαρύτατου πένθους ή κατάθλιψης. Ωστόσο, είναι μία σημαντική ασπίδα, την οποία μπορούμε να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε ανά πάσα στιγμή στη ζωή μας. Τα ψυχολογικά οφέλη που μας προσφέρει το χιούμορ είναι, πέραν αυτών που προαναφέρθηκαν, η μείωση της ανησυχίας και του φόβου, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της μνήμης και η γενικότερη βελτίωση της διάθεσης. Κοινωνικά, το χιούμορ συμβάλλει στην ενίσχυση των δεσμών με τους άλλους ανθρώπους – επειδή στηρίζεται στην κατανόηση της άποψης του άλλου – και στην ενίσχυση της ομαδικότητας. Παράλληλα, μας κάνει ελκυστικούς και διευκολύνει την επίλυση των συγκρούσεων, ενώ ενισχύει την θετική μας ματιά και την ψυχολογική μας ανθεκτικότητα απέναντι στον κόσμο, τις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις. Για όλους αυτούς τους λόγους, αξίζει να δώσουμε στον εαυτό μας και τους άλλους μία ευκαιρία. Άλλωστε, όπως πολύ χαρακτηριστικά είχε πει ο Γκάντι, «Αν δεν είχα αίσθηση του χιούμορ, θα είχα από καιρό αυτοκτονήσει». 

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Ενδεικτικές Πηγές και Βιβλιογραφία:

Gil Greengross (2008) Survival of the Funniest, Evolutionary Psychology, Vol. 6(1).

Barry X. Kuhle (2012), It’s Funny Because it’s True (Because it Evokes our Evolved Psychology), Review of General Psychology, Vol. 16(2).

Berk, L.S., Tan, S.A., Fry, W.F., Napier, B.J., Lee, J.W., Hubbard, R.W., Lewis, J.E., & Eby, W.C. (1989) Neuroendocrine and stress linked hormone changes during mirthful laughter. American Journal of Medical Science, 298, 390-396.

Kuiper, N., & Martin, R. (1998) Humor and self-concept. Humor: International Journal of Humor Research, 17, 135-168 (Special Issue on Sense of Humor and Physical Health).

Mobbs, D., Greicius, M.D., Abdel-Azim, E., Menon, V., & Reiss, A.L. (2003), Humor Modulates the Mesolimbic Reward Centers, Neuron, Vol. 40(5), 1041-1048.

Abel, M. (2002). Humor, stress and coping strategies. Humor: International Journal of Humor Research, 15, 365-381.

Lefourt, H.M., & Martin, R.A. (1986). Humor and life stress: Antidote to adversity. New York, Springer.

S. Freud, Το Ευφυολόγημα και η Σχέση του με το Ασυνείδητο. Το Χιούμορ. Εκδ. Πλέθρον, 2009.

Κατάθλιψη και Αυτοκτονικότητα

Image

5.400.000 είναι ο αριθμός των αποτελεσμάτων που δίνει το Google αν στο πεδίο της αναζήτησης βάλουμε τις λέξεις Κατάθλιψη, Ελλάδα. Τίτλοι άρθρων όπως «Χτυπάει κόκκινο η κατάθλιψη στην Ελλάδα», «Βαριά κατάθλιψη 12 στους 100 Έλληνες» και «Εθνική νόσος η κατάθλιψη» είναι ενδεικτικοί της κατάστασης που κυριαρχεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, η οποία έρχεται να επιβεβαιωθεί και από τις επιδημιολογικές μελέτες των αρμόδιων φορέων του κράτους. Φυλλάδια, εκστρατείες ενημέρωσης του κοινού, τηλεοπτικά σποτ με «επώνυμους» Έλληνες, άρθρα και ειδικά αφιερώματα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης στοχεύουν στην ευαισθητοποίηση του κοινού για αυτή τη ψυχική διαταραχή, που φαίνεται να πλήττει το 10% του πληθυσμού σε διεθνές επίπεδο. Μεταφράζοντας σε απλά λόγια αυτό το ποσοστό, ένας στους δέκα ανθρώπους θα εμφανίσει κάποια στιγμή στη ζωή του κατάθλιψη. Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είναι φίλος μας, παιδί μας, γονιός μας, σύντροφός μας, γνωστός μας από τη δουλειά, δάσκαλος ή δασκάλα του παιδιού μας, συμφοιτητής, συγγενής, στενός συνεργάτης μας ή γείτονας.

Τι εννοούμε με τον όρο «κατάθλιψη»;

«Κάποτε έκλαιγα αλλά ούτε αυτό δεν μπορώ πια να κάνω. Δεν με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Δεν αποφασίζω. Δεν τρώω. Δεν κοιμάμαι. Δεν σκέφτομαι. Δεν μπορώ να ξεπεράσω την μοναξιά μου. Τον φόβο μου. Την αηδία μου. Είμαι χοντρή. Δεν μπορώ να γράψω. Δεν μπορώ να αγαπήσω. Γοργά προχωρώ προς τον Θάνατο. Δεν μπορώ να είμαι μόνη. Δεν μπορώ να είμαι με άλλους.» (Sarah Kane, «4:48, Ψύχωση»)

Στα εγχειρίδια ψυχοπαθολογίας, η κατάθλιψη ορίζεται ως μία πολύ δυσάρεστη συναισθηματική διάθεση, που χαρακτηρίζεται από μία κατάσταση παθολογικής (έντονης και παρατεταμένης) θλίψης, συνοδευόμενης από έλλειψη αυτοεκτίμησης και αυτό-περιφρόνηση και από την επώδυνη επίγνωση της επιβράδυνσης των νοητικών, ψυχοκινητικών και οργανικών διαδικασιών. Κεντρικά χαρακτηριστικά της είναι η τάση του ανθρώπου να ξεσπά συχνά σε κλάματα (ή να έχει φθάσει σε σημείο που να μην μπορεί καν να κλάψει), να νιώθει έντονες ενοχές και να κατηγορεί τον εαυτό του για διάφορα γεγονότα της ζωής του, η έλλειψη ενδιαφέροντος για ό,τι συμβαίνει γύρω του αλλά και η έλλειψη ευχαρίστησης (ανηδονία) στην καθημερινότητά του, ένα κυρίαρχο αίσθημα κόπωσης, άγχος, απώλεια βάρους (ή και αύξηση της όρεξης), υπερυπνία ή αϋπνία και, σε βαριές περιπτώσεις, αυτοκτονικός ιδεασμός και απόπειρα αυτοκτονίας. Φυσικά, σε όλους μας συμβαίνουν δυσάρεστα γεγονότα που μπορεί να μας προκαλέσουν θλίψη, άγχος, ανησυχία, φόβους, ακόμα και απόγνωση ή αίσθημα αβοηθησίας, όπως για παράδειγμα όταν πεθαίνει ένας αγαπημένος μας άνθρωπος ή όταν βιώνουμε μία βαθύτατη απώλεια (ανεργία, διαζύγιο, αλλά και «θετικά» γεγονότα, όπως η γέννηση ενός παιδιού ή ο γάμος, που επίσης θεωρούνται ως απώλειες, στον βαθμό που καλούμαστε να αποχαιρετίσουμε μία πρότερη κατάσταση και να προσαρμοστούμε σε νέες συνθήκες ζωής). Σύμφωνα με τον Freud, η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων είναι ότι, σε μία φυσιολογική αντίδραση πένθους, ο άνθρωπος βιώνει τον κόσμο ως συρρικνωμένο (γιατί, π.χ. έχει χάσει ένα σημαντικό για αυτόν πρόσωπο), ενώ στην κατάθλιψη νιώθει πως έχει χάσει ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού του. Ενώ στο πένθος ο ψυχικός πόνος έρχεται σε κύματα κάθε φορά που θυμόμαστε το αγαπημένο πρόσωπο, με τις ενδιάμεσες περιόδους να λειτουργούμε φυσιολογικά, στην κατάθλιψη ο πόνος είναι μόνιμος και μας μουδιάζει, μας απονεκρώνει. Επιπλέον, υπάρχει μία «ποσοτική» διαφορά μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων: Στην κατάθλιψη τα συμπτώματα, που θα δούμε στην συνέχεια, εμμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και τελικά, παρεμβαίνουν στην καθημερινότητα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος μοιάζει σαν να έχει «βουλιάξει» στη θλίψη και την απόγνωση.

Συμπτώματα της Κατάθλιψης

«…Σαν μ’ αρπάχθηκε η χαρά / που εχαιρόμουν μια φορά / έτσι σε μίαν ώρα… / μες σ’ αυτήν τη χώρα / όλα αλλάξαν τώρα! Κι από τότε που θρηνώ / το ξανθό και γαλανό / και ουράνιο φως μου, / μετεβλήθει εντός μου / και ο ρυθμός του κόσμου.»  Γ. Βιζυηνός

Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της κατάθλιψης και ταυτόχρονα, αυτό που σπανίως γίνεται φανερό στον περίγυρο, είναι πως ο άνθρωπος που πάσχει από κατάθλιψη, υποφέρει. Οι τρόποι με τους οποίους εκδηλώνει προς τα έξω – μέσα από την συμπεριφορά του και τα λόγια του – αυτόν τον μεγάλο εσωτερικό πόνο, δηλαδή τα συμπτώματα της κατάθλιψης, διαφέρουν σε κάθε άτομο και μπορεί να είναι ακόμα και διαμετρικά αντίθετα ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Σε γενικές γραμμές, θα δούμε έναν άνθρωπο που, είτε συγκινείται πολύ εύκολα και με το παραμικρό ερέθισμα, είτε αδυνατεί πλήρως να κλάψει. Υπάρχει μία διαρκής κούραση και εξάντληση, ειδικά τις πρώτες πρωινές ώρες, ενώ σε όλη τη διάρκεια της ημέρας δυσκολεύεται να θυμηθεί, να σκεφτεί, να πάρει αποφάσεις, να συγκεντρωθεί, να δράσει, να πάρει πρωτοβουλίες, να προγραμματίσει για το μέλλον – ακόμα κι αν αυτό αφορά το τι θα φορέσει αύριο στη δουλειά, ή τι θα μαγειρέψει για το σπίτι. Ο ύπνος είναι κακός: μπορεί να διαταράσσεται από όνειρα και σκέψεις, να υπάρχει αϋπνία ή και το αντίθετό της, να κοιμάται ασυνήθιστα πολλές ώρες («βρίσκω καταφύγιο στον ύπνο», «θέλω να κοιμηθώ και να μην ξυπνήσω ποτέ»). Κυρίαρχη είναι η αίσθηση της ματαιότητας, ενός απέραντου κενού, όπου τίποτα στη ζωή δεν έχει πλέον νόημα και καμία χαρά δεν είναι ικανή να προκαλέσει το ενδιαφέρον του. Κυριαρχεί μία μόνιμα υφέρπουσα ανηδονία, που εκδηλώνεται με την πλήρη αδιαφορία για οτιδήποτε θετικό μπορεί να υπάρχει στη ζωή του: τα παιδιά του, μία όμορφη ημέρα, μία συνάντηση με φίλους, ένα τραγούδι, μία ωραία ταινία – όλα παρακάμπτονται, είναι ανούσια. «Δεν ξέρω πώς να σκοτώσω τις ατελείωτες ώρες της ημέρας», γράφει χαρακτηριστικά η Πηνελόπη Δέλτα στο Παραμύθι χωρίς Όνομα. Η κατάθλιψη, αυτή η «ανικανότητα σύλληψης κάποιου μέλλοντος», σύμφωνα με τον R. May, αδειάζει κυριολεκτικά τον άνθρωπο από αυτή την ζωτική ορμή για ζωή, που μας κάνει να προσανατολιζόμαστε στο μέλλον. Ο άνθρωπος που πάσχει από κατάθλιψη αναμασά γεγονότα του παρελθόντος, κατηγορεί τον εαυτό του για το οτιδήποτε του έχει συμβεί, έχει έντονες τύψεις, νιώθει άχρηστος, ανίκανος, αποτυχημένος, «ένα τίποτα, ένα σκουπίδι». Παύει να ενδιαφέρεται για την εμφάνισή του, την υγιεινή του, το σώμα του. Αδιαφορεί πλήρως για οτιδήποτε απολάμβανε μέχρι πρότινος. Η σεξουαλική διάθεση και επιθυμία είναι ελαττωμένη ή και μηδενική.  Αυτή η αίσθηση της ματαιότητας, του εσωτερικού κενού, η έλλειψη αυτοεκτίμησης και ο μόνιμος εσωτερικός πόνος, μπορεί τελικά να οδηγήσουν (σε βαριές περιπτώσεις) σε αυτοκαταστροφικές ιδέες και συμπεριφορές. «Κι όπως κυλά στα βάθη του κενού μου, σαν άστρο φλογερό στον άξονά του, δε νιώθω πια να ζει παρά το Νου μου, στην Απεραντοσύνη του Θανάτου», γράφει ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης στο ποίημα Θάνατος. Ιδέες αυτοκτονίας καταλαμβάνουν τα 2/3 των ανθρώπων με κατάθλιψη, ενώ ένα ποσοστό 10-15 % θα επιχειρήσει απόπειρα αυτοκτονίας.

Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, η κλινική εικόνα της κατάθλιψης δεν είναι ίδια σε όλους τους ανθρώπους. Έτσι, πολλές φορές δεν θα συναντήσουμε αυτή την εικόνα της βαθιάς μελαγχολίας, αλλά έναν άνθρωπο που ζει και εργάζεται κανονικά, χωρίς να δείχνει τίποτα στο περίγυρό του: μία μάσκα κρύβει επιμελώς την εσωτερική του απόγνωση. Άλλες φορές εκδηλώνεται με έντονη σωματοποίηση των συμπτωμάτων: πονοκέφαλοι, πόνοι στο στομάχι, ταχυκαρδίες, ζαλάδες, διάφοροι άλλοι πόνοι στο σώμα, έντονη εφίδρωση, είναι ορισμένα μόνο στοιχεία που μπορεί να υποδηλώνουν ένα βαρύτατο και δυσβάσταχτο εσωτερικό άγχος και μία τεράστια, ανείπωτη αγωνία. Άλλες πάλι φορές, εκδηλώνεται μέσα από την συμπεριφορά ενός ανθρώπου που κάνει κατάχρηση ουσιών ή/και οινοπνεύματος, που προβαίνει σε παρορμητικές ενέργειες υψηλού κινδύνου, είναι εξαιρετικά ευερέθιστος και σε μόνιμο εκνευρισμό.

Η Κατάθλιψη στα Δύο Φύλα

Μέχρι πρόσφατα πιστεύαμε πως η κατάθλιψη είναι κυρίως «γυναικεία» υπόθεση. Αυτό οφειλόταν σε ποικίλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα το γεγονός πως οι γυναίκες μιλούν ευκολότερα για τα συναισθήματά τους, αναζητούν πιο εύκολα την βοήθεια ενός ειδικού και, γενικότερα, είναι σε μεγαλύτερη επαφή με τον εσωτερικό ψυχισμό τους. Πρόσφατες έρευνες όμως έδειξαν πως άνδρες και γυναίκες υποφέρουν εξίσου από την κατάθλιψη, με τα ποσοστά να είναι περίπου ίδια και για τα δύο φύλα. Το πρόβλημα, όσον αφορά την κατάθλιψη στους άνδρες, είναι πως σπανίως αναγνωρίζεται εγκαίρως από τους ίδιους, την οικογένεια ή τους γιατρούς και τους ειδικούς ψυχικής υγείας, διότι συγκαλύπτεται κάτω από άλλες καταστάσεις και άλλου είδους συμπτωματολογία σε σχέση με αυτή που παρατηρείται στις γυναίκες. Έτσι, ενώ στις γυναίκες κυριαρχούν τα συμπτώματα της μελαγχολίας και της δυσθυμίας, στους άνδρες παρατηρούνται συμπεριφορές όπως κατάχρηση οινοπνεύματος ή άλλων ουσιών, εκνευρισμός και ευερεθιστότητα, προβλήματα με τη δουλειά, θυμός και επικίνδυνες ή ριψοκίνδυνες συμπεριφορές. Μάλιστα, πρόσφατα ερευνητικά ευρήματα επισημαίνουν αναφορικά με την σεξουαλική επιθυμία ότι πολλές φορές, οι άνδρες με κατάθλιψη μπορεί να έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη συχνότητα σεξουαλικών επαφών, με τη διαφορά ότι δεν αντλούν από αυτές την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση που αντλούσαν στο παρελθόν.

Όσον αφορά τον αυτοκτονικό ιδεασμό και εδώ παρατηρείται μία αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ των δύο φύλων: Ενώ είναι τρεις φορές περισσότερες οι γυναίκες από τους άνδρες που θα επιχειρήσουν να αυτοκτονήσουν, είναι τέσσερις φορές περισσότεροι οι άνδρες από τις γυναίκες που τελικά θα επιτύχουν στην απόπειρα αυτοκτονίας. Κι αυτό διότι, οι περισσότεροι άνδρες που αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν επιλέγουν πιο «αποτελεσματικούς και δραστικούς» τρόπους αυτοκτονίας, όπως ο αυτοπυροβολισμός ή ο απαγχονισμός, ενώ οι γυναίκες επιλέγουν λιγότερο δραστικά μέσα, όπως η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας χαπιών.

Τα Αίτια της Κατάθλιψης

Τα αίτια της κατάθλιψης είναι μία μεγάλη θεματική που υπερβαίνει τα όρια και τον σκοπό του παρόντος κειμένου. Χάρην συντομίας ας περιοριστούμε στο γεγονός πως δεν υπάρχει ένα και μοναδικό, συγκεκριμένο και απτό, αίτιο που να εξηγεί πλήρως την εμφάνιση της κατάθλιψης σε έναν άνθρωπο. Μεταξύ των πολυάριθμων παραγόντων που συμμετέχουν στην εκδήλωση της νόσου συναντάμε παράγοντες γενετικούς (κληρονομικότητα), βιολογικούς (προϋπάρχουσες ασθένειες που μπορεί να προκαλέσουν κατάθλιψη, κάποια φάρμακα που λαμβάνει το άτομο για προβλήματα της υγείας του, κατάχρηση οινοπνεύματος ή ναρκωτικών ουσιών, αλλά και ο ρόλος συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο) και ψυχοκοινωνικούς (απώλειες κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, όπως κακοποίηση ή θάνατος γονέα, αγχογόνα γεγονότα της ζωής, όπως η ανεργία ή το διαζύγιο, αλλά και η ίδια η προσωπικότητα του ανθρώπου), που ενθαρρύνουν ή εμπλέκονται στην εμφάνιση κατάθλιψης.

Αντιμετώπιση και Θεραπεία

Η κατάθλιψη είναι μία ψυχική νόσος που θεραπεύεται. Οι θεραπείες που διατίθενται σήμερα είναι πολλές και προέρχονται τόσο από τον χώρο της ιατρικής και της φαρμακολογίας, όσο και από τον χώρο της ψυχοθεραπείας. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας θα εξαρτηθεί από την εκτίμηση που θα γίνει για την κατάσταση του πάσχοντα. Η σύγχρονη τάση είναι υπέρ της συνδυαστικής χρήσης φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας. Η φαρμακευτική αγωγή θα βοηθήσει στην άμεση ανακούφιση του ανθρώπου από τα συμπτώματα και στην κινητοποίησή του, προκειμένου να φθάσει στο γραφείο του ψυχοθεραπευτή, όπου θα επιχειρηθεί η εις βάθος διερεύνηση των αιτιών που οδήγησαν τον άνθρωπο στην κατάθλιψη και η υιοθέτηση αποτελεσματικότερων τρόπων διαχείρισης των προβλημάτων της ζωής. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την πορεία, παίζει το οικείο περιβάλλον του πάσχοντα, που πρέπει να χαρακτηρίζεται από υποστήριξη, αγάπη, ενδιαφέρον, καλή γνώση γύρω από την φύση και τη θεραπεία της κατάθλιψης και στενή συνεργασία με τους ειδικούς της θεραπευτικής ομάδας.

Δυστυχώς, δύο στους τρεις ανθρώπους που τελικά αυτοκτονούν, φαίνεται πως έχουν συμβουλευτεί κάποιο γιατρό μέσα στον προηγούμενο μήνα για κάποιο σωματικό του σύμπτωμα, ενώ ένας στους δύο έχει μιλήσει στο περιβάλλον του για την πρόθεσή του την εβδομάδα που προηγήθηκε της απόπειρας. Τι συνέβη; Γιατί δεν διερευνήθηκε περισσότερο το αίτημά τους, ανεξαρτήτως της μορφής που αυτό είχε; Δεν τους πήραν «στα σοβαρά», θεωρώντας πως απλώς ειπώθηκε κάτι πάνω στη συζήτηση; Ή μήπως θεώρησαν πως το λέει «έτσι» και πώς δεν πρόκειται να προχωρήσει στην πράξη; Πολλές οι πιθανές απαντήσεις και μάταιη η αναζήτηση «ενόχου». Εκείνο που είναι σημαντικό και οφείλουμε να κρατήσουμε από αυτά τα στατιστικά στοιχεία είναι πως, πολύ συχνά υπάρχει μία νύξη, μία φράση, μία ένδειξη ότι ο άνθρωπός μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Ίσως είναι ο τρόπος που επιλέγει για να ζητήσει βοήθεια. Ας είμαστε λοιπόν ευαισθητοποιημένοι σε αυτά τα άρρητα μηνύματα που δεχόμαστε κι ας είμαστε ανοιχτοί στο να ρωτήσουμε ευθέως τον άλλο αν κάνει τέτοιες σκέψεις. Σε τελική ανάλυση, ποτέ δεν παίρνουμε ελαφρά τη καρδία την νύξη που μας κάνει ένας άνθρωπος ότι σκέφτεται να αυτοκτονήσει. Καλύτερα να αποδειχθεί ότι έχουμε κάνει λάθος, παρά να αφήσουμε έναν άνθρωπο να τερματίσει τη ζωή του.

Τι συμβαίνει στη χώρα μας;

Ακόμα κι αν υποστήριζε κανείς πως η οικονομική κρίση δεν έχει καμία άμεση και ευθεία σχέση με την κατάθλιψη και τον αριθμό των αυτοκτονιών, είναι αδύνατον να παραγνωρίσουμε τα αυξανόμενα ποσοστά αυτοκτονιών στην χώρα μας τα τελευταία τρία χρόνια, καθώς και την αυξανόμενη επίπτωση της κατάθλιψης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Η οικονομική κρίση διαμορφώνει τις συνθήκες, οι οποίες ευνοούν την ανάδυση συναισθημάτων απόγνωσης, απαισιοδοξίας, θλίψης, αδιεξόδου, χαμηλής αυτοεκτίμησης και αβοηθησίας. Αυτές οι συνθήκες, σε συνδυασμό με τους άλλους βιολογικούς και γενετικούς παράγοντες, που προαναφέρθηκαν, αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης στον ελληνικό πληθυσμό. Από την άλλη πλευρά, τα δραστικά οικονομικά μέτρα που λήφθηκαν (και λαμβάνονται ακόμα), συνοδεύονται από μεγάλες περικοπές σε υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και δημόσιας υγείας, αφήνοντας ακάλυπτο και χωρίς επαρκή φροντίδα υγείας (σωματικής και ψυχικής) μεγάλο μέρος του πληθυσμού και ειδικά ανθρώπους που ανήκουν στις «ευάλωτες» κοινωνικές ομάδες. Επιστρέφοντας στο θέμα της κατάθλιψης στους άνδρες, αξίζει να τονιστεί εδώ ότι η οικονομική κρίση που βιώνουμε στη χώρα μας, κατάφερε ένα καίριο πλήγμα στην εργασιακή ασφάλεια ανδρών ηλικίας 35-50 ετών. Ενώ ένας νεότερος άνδρας πιθανώς να έχει κάποια δυνατότητα να σχεδιάσει με έναν άλλο τρόπο το μέλλον του, ένας άνδρας ηλικίας 40 ετών, που ίσως έχει ήδη οικογένεια και έκανε πρόσφατα οικονομικά «ανοίγματα» προκειμένου να διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωής για τον ίδιο και την οικογένειά του, νιώθει σήμερα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Αυτό και μόνο αποτελεί σημαντικό παράγοντα επιβάρυνσης της ψυχικής του υγείας. Αν σε αυτό προσθέσουμε την σημασία που έχει η εργασία για τον άνδρα, ως στοιχείο ταυτότητας, κοινωνικής θέσης και αυτοεικόνας, εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε σε τι βαθμό έχει πληγεί ψυχικά ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού μας που, ούτως ή άλλως, φαίνεται να εκφράζει με διαφορετικό τρόπο την καταθλιπτική του κατάσταση.

Στο παρόν κείμενο επιλέχθηκε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην εικόνα που παρουσιάζει ένας άνθρωπος που πάσχει από κατάθλιψη, παρά στην τυπολογία της νόσου, τα αίτια και τις εναλλακτικές θεραπείες. Με δεδομένη την αυξανόμενη επίπτωση της κατάθλιψης στη χώρα και τα αυξανόμενα περιστατικά επιτυχημένων και μη αποπειρών αυτοκτονίας, είναι πιο σκόπιμη η ευαισθητοποίησή μας στον έγκαιρο εντοπισμό των ανησυχητικών ενδείξεων, παρά η γενικότερη ενημέρωση για τα είδη, τις αιτίες ή τις θεραπείες που προσφέρονται για την κατάθλιψη. Αυτό, άλλωστε, είναι θέμα της ομάδας των ειδικών που θα αναλάβουν τη διάγνωση και την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Για περισσότερες πληροφορίες, οδηγίες και συμβουλές μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ www.epipsi.gr), την Γραμμή Βοήθειας για την Κατάθλιψη (1034), ή κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας (ψυχολόγο/ψυχοθεραπευτή ή ψυχίατρο).

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία και Πηγές:

American Association of Suicidology, «Facts about Suicide and Depression», διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.suicidology.org/c/document_library/get_file?folderId=232&name=DLFE-157.pdf

David Stuckler, Sanjay Basu, Marc Suhrcke, Adam Coutt, & Martin McKee (2009) The public health effect of economic crises and alternative policy responses in Europe: an empirical analysis, The Lancet, Vol. 374, Issue 9686, 315-323.

Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders-5 (2013). The American Psychiatric Association.

Lisa A. Martin, Harold W. Neighbors, & Derek M. Griffith (2013) The experience of symptoms of depression in men vs women, JAMA Psychiatry, 70 No.10, 1100-1106.

National Institute for Health and Clinical Excellence, Depression in Adults (update). National Clinical Practice Guideline 90, Final Version, October 2009.

Singleton, N., & Lewis, G., eds. (2003) Better Or Worse: A Longitudinal Study Of The Mental Health Of Adults In Great Britain, National Statistics. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://webarchive.nationalarchives.gov.uk/20130107105354/http://www.dh.gov.uk/prod_consum_dh/groups/dh_digitalassets/@dh/@en/documents/digitalasset/dh_4060694.pdf

Schrijvers DL, Bollen J, & Sabbe BG. (2012) The gender paradox in suicidal behavior and its impact on the suicidal process. Journal of Affective Disorders 138 (1-2): 19–26.

World Health Organization, Department of Mental Health and Substance Dependence, «Gender Disparities in Mental Health». Διαθέσιμο στη διεύθυνση:  http://www.who.int/mental_health/media/en/242.pdf

Nancy McWilliams. Ψυχαναλυτική Διάγνωση, εκ. ΙΨΥ, 2012.

Ζερβής, Χρήστος. Ψυχοπαθολογία του Ενήλικα, εκδ. Ηλεκτρονικές Τέχνες, 2003.

Διατροφικές Διαταραχές: Μέρος ΙΙI, Επεισόδια Υπερφαγίας και Συναισθηματική Πείνα

Image

Η τρίτη και τελευταία μορφή σοβαρής διαταραχής στην πρόσληψη της τροφής είναι τα επεισόδια υπερφαγίας, ή «καταναγκαστική υπερφαγία» (binge-eating disorder). Κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι το άτομο καταναλώνει πολύ μεγάλες ποσότητες διάφορων τροφών, συνήθως πλούσιων σε λιπαρά και / ή ζάχαρη, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα (1 -2 ώρες), νιώθοντας ταυτόχρονα εκτός ελέγχου και πλήρη αδυναμία να σταματήσει να τρώει. Τα επεισόδια μπορεί να επανέρχονται μία φορά την εβδομάδα, ή μπορεί να σημειώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Παρά τα πολλά κοινά γνωρίσματα που φέρει η καταναγκαστική υπερφαγία με την ψυχογενή βουλιμία, η πυρηνική τους διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι τα επεισόδια υπερφαγίας δεν συνοδεύονται από «αντισταθμιστικές» συμπεριφορές, όπως εμετός ή χρήση καθαρτικών.

Για τον εξωτερικό παρατηρητή ίσως είναι δύσκολη η διάκριση ανάμεσα στο περιστασιακό επεισόδιο υπερφαγίας, την συναισθηματική πείνα και την καταναγκαστική υπερφαγία. Άλλωστε, πολλοί άνθρωποι τρώνε κάποιες φορές μεγάλες ποσότητες φαγητού, ή επιζητούν διακαώς ένα συγκεκριμένο γλυκό που «λαχτάρισαν», ή απλούστατα, χωρίς να πεινάνε ανοίγουν το ψυγείο για να φάνε. Στην καταναγκαστική υπερφαγία, συναισθήματα και συμπεριφορές αυτού του είδους συνυπάρχουν σε ακραίο βαθμό. Κατ’ αρχάς, υπάρχει μυστικότητα, αφού το άτομο τρώει συνήθως κρυφά από τους άλλους, νιώθοντας ντροπή για τις ποσότητες που καταναλώνει. Το άτομο ασχολείται και εδώ σε μεγάλο βαθμό με το βάρος και την εικόνα του σώματός του, διατηρώντας ως επί το πλείστον αρνητικά συναισθήματα για τα κιλά του και το σώμα του. Επιπλέον, τα επεισόδια υπερφαγίας σημειώνονται συνήθως σε στιγμές έντονης συναισθηματικής φόρτισης: η απογοήτευση, ο θυμός, μία στενοχώρια, το έντονο άγχος, ενοχές, η έλλειψη αυτό-εκτίμησης, κλπ, οδηγούν το άτομο σε μία κατάσταση όπου «τρώει τα συναισθήματά του» αντί να τους επιτρέψει να εκφραστούν ανοιχτά. Τα επεισόδια υπερφαγίας δεν είναι στιγμιότυπα απόλαυσης για το άτομο. Την ίδια στιγμή που τρώει ανεξέλεγκτα, νιώθει ντροπή για την αδυναμία του να σταματήσει. Και μόλις τελειώσει το επεισόδιο, οι τύψεις, η ντροπή και η αποστροφή για αυτό που έκανε επανεμφανίζονται, συντηρώντας και διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο αυτής της διαταραγμένης, συναισθηματικής σχέσης με το φαγητό.

Παρ’ ότι φαινομενικά η καταναγκαστική υπερφαγία δεν θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του ατόμου (όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην ψυχογενή ανορεξία), τα προβλήματα που προκαλεί στην υγεία του πάσχοντα είναι πολύ σοβαρά και είναι αυτά που συνδέονται άμεσα με την παχυσαρκία. Εξάλλου, οι περισσότεροι άνθρωποι με προβλήματα επεισοδιακής υπερφαγίας είναι και παχύσαρκοι ή υπέρβαροι. Μεταξύ των οργανικών και ψυχολογικών προβλημάτων που συνδέονται με την καταναγκαστική υπερφαγία και την παχυσαρκία είναι ο διαβήτης, η υπέρταση, τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα, καρδιοπάθεια, κατάθλιψη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτοκτονικός ιδεασμός. Δυστυχώς, επειδή στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν πλήττεται άμεσα η ποιότητα της ζωής και η λειτουργικότητα του ατόμου στην καθημερινότητά του, σπανίως ζητείται βοήθεια για την επίλυση του προβλήματος. Μόνο όταν αποδιοργανωθεί πλήρως η ζωή του και το άτομο συνειδητοποιήσει πως η υπερφαγία αποτελεί πλέον το κυρίαρχο μοτίβο διατροφής στην καθημερινότητά του, θα αναζητήσει τη βοήθεια κάποιου ειδικού.

Μελετώντας προσεκτικά τα επεισόδια υπερφαγίας, καταλήγουμε αναπόφευκτα στο μεγάλο θέμα της συναισθηματικής πείνας. Σε αντίθεση με την βιολογική πείνα, η συναισθηματική πείνα είναι μία ισχυρή παρόρμηση (ή λαχτάρα) για πολύ συγκεκριμένες τροφές (πλούσιες σε λιπαρά ή / και ζάχαρη, ή αυτό που στα αγγλικά ονομάζουμε comfort foods), που προκύπτει ξαφνικά και μας κάνει να τρώμε μηχανικά και απερίσκεπτα, χωρίς να συνειδητοποιούμε το πόσο έχουμε τελικά φάει. Ενώ η βιολογική πείνα ξεκινάει από το στομάχι, επέρχεται σταδιακά και μπορεί να ικανοποιηθεί και με ένα μήλο, η συναισθηματική πείνα δεν συνοδεύεται από αίσθημα κορεσμού, ενώ ταυτόχρονα μας κάνει να νιώθουμε ενοχές και ντροπή, επειδή κατά βάθος γνωρίζουμε ότι με τις τροφές που μόλις καταναλώσαμε δεν κάνουμε καλό στο σώμα μας. Φυσικά όλοι μας έχουμε κατά καιρούς ενδώσει λίγο- πολύ στην συναισθηματική πείνα μας. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως, ως παιδιά, μεγαλώνουμε με επιβραβεύσεις και μέσα παρηγοριάς που σχετίζονται με το φαγητό: η πρώτη τροφή του ανθρώπου, που έρχεται να κατευνάσει την πρωταρχική αιτία δυσφορίας του ως νεογέννητου, είναι η γλυκιά γεύση του μητρικού γάλακτος. Και μέχρι τους τέσσερις περίπου πρώτους μήνες της ζωής μας, προτιμούμε τη γλυκιά του γεύση από το σκέτο νερό. Από τότε και για το υπόλοιπο της ζωής μας η σοκολάτα, η κρέμα βανίλια, ένα «απαγορευμένο» σνακ, ένα καλομαγειρεμένο φαγητό, ένα περιποιημένο γλυκό ή και ένα ολόκληρο τραπέζι γεμάτο λιχουδιές, αποτελούν μορφές επιβράβευσης και αναγνώρισης μίας προσπάθειάς μας, συνοδεύουν τα γενέθλια και τις γιορτές μας και είναι κυρίαρχες μορφές περιποίησης και εκδήλωσης της αγάπης μας για τους καλεσμένους μας, που χρησιμοποιούνται για να τους δείξουμε πόσο ενδιαφερόμαστε και νοιαζόμαστε για αυτούς.

Οπωσδήποτε το να χρησιμοποιούμε το φαγητό ως μέσον παρηγοριάς και μείωσης της συναισθηματικής μας έντασης έχει ένα -βραχύβιο και πλασματικό- αποτέλεσμα, αφού καταφέρνουμε να μειώσουμε την ένταση και να νιώσουμε μία συναισθηματική ανακούφιση. Αυτό όμως είναι ταυτόχρονα και το μεγάλο πρόβλημα. Διότι, διαμέσου της επανάληψης, μαθαίνουμε να «τρώμε» τα συναισθήματα και τα προβλήματά μας, αντί να τα εκφράζουμε και να τα επεξεργαζόμαστε με ευθύτητα και ειλικρίνεια.

Από την άλλη πλευρά, από μικρή ηλικία μάς μαθαίνουν ότι ο έλεγχος είναι «καλό» πράγμα και η απώλεια του ελέγχου «κακό». Έτσι, μεγαλώνουμε θεωρώντας πως είναι αδιανόητο και κατακριτέο το να χάσουμε τον έλεγχο σε κάποια πτυχή της ζωής μας, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως, στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να ελέγξουμε τα πάντα. Ακριβώς επειδή θεωρούμε πως έχουμε τον έλεγχο, αναζητάμε όλο και πιο συχνά την επαφή μας με το φαγητό (εν προκειμένω, γιατί μπορεί αντ’ αυτού να είναι π.χ. το οινόπνευμα ή κάτι άλλο στο οποίο χάνουμε τον έλεγχο) ώστε να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι πράγματι το ελέγχουμε. Στην πορεία του χρόνου, η επαναλαμβανόμενη ικανοποίηση της συναισθηματικής πείνας διαμέσου του φαγητού και η εδραιωμένη πεποίθηση του απόλυτου ελέγχου, συμβάλλουν στην εδραίωση ενός διατροφικού μοτίβου που στηρίζεται στην υπερφαγία.

Η καταναγκαστική υπερφαγία είναι ίσως η πιο συχνά παρατηρούμενη μορφή διατροφικής διαταραχής. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας στους 35 ενήλικες εμφανίζει συστηματικά επεισόδια υπερφαγίας, γεγονός που μεταφράζεται σε ποσοστό 3% – 5% των γυναικών και 2% των ανδρών. Είναι επίσης η μορφή διατροφικής διαταραχής που εμφανίζει αυξημένη συχνότητα μεταξύ των ανδρών, αφού σύμφωνα με υπολογισμούς, το 40% των ατόμων που πάσχουν από καταναγκαστική υπερφαγία είναι άνδρες. Και σε αυτή την περίπτωση, δεν διαθέτουμε στατιστικά στοιχεία για τη χώρα μας.

Όπως και στις άλλες διαταραχές της διατροφής, κεντρική προϋπόθεση για να αναζητήσουμε βοήθεια είναι η συνειδητοποίηση του προβλήματος. Ταυτόχρονα, όμως, έχουμε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε λίγο τον εαυτό μας και να σκεφτούμε πάνω στη συμπεριφορά μας. Την επόμενη φορά που θα νιώσουμε αυτή την ακατανίκητη παρόρμηση να καταναλώσουμε μεγάλες ποσότητες φαγητού, ας κάνουμε μία παύση για να αναρωτηθούμε: «Γιατί θέλω να φάω; Τι θέλω να αποσιωπήσω ή να αποφύγω με το φαγητό; Μήπως θέλω να «γεμίσω» κάποιο συναισθηματικό κενό μου; Και ποιο είναι αυτό;» Μπορούμε επίσης να δοκιμάσουμε κάτι άλλο: Αντί να σπεύσουμε στο ψυγείο, το ντουλάπι ή στο κοντινό μας περίπτερο, ας δώσουμε πρώτα στον εαυτό μας ένα λεπτό – τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε; Ένα ζεστό μπάνιο, ένα τηλέφωνο σε έναν φίλο ή φίλη μας, ένα ωραίο τραγούδι, μία σύντομη βόλτα, λίγο παιχνίδι με το κατοικίδιό μας, πέντε λεπτά με το παιδί μας, ίσως σταθούν ικανά να ικανοποιήσουν την συναισθηματική μας ανάγκη και να μετριάσουν την παρόρμησή μας να φάμε. Οπωσδήποτε οι απαντήσεις δεν θα έρθουν αυτόματα, ούτε θα επιτύχουμε με την πρώτη φορά – θέλει επιμονή και προσπάθεια για να αρχίσει να σπάει ένας κύκλος μαθημένης συνήθειας και θέλει  εξειδικευμένη βοήθεια το να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε και να επεξεργαζόμαστε ανοιχτά τα συναισθήματα και τα προβλήματά μας. Όμως κάθε αρχή είναι μία καλή αρχή. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να προσπαθήσουμε για να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε το φαγητό ως μέσο αποσιώπησης των συναισθημάτων μας και να το φέρουμε στη θέση όπου πραγματικά ανήκει: ένα απαραίτητο μέσον για την επιβίωσή μας και μία απενεχοποιημένη και καθόλου απαγορευμένη πηγή απόλαυσης για εμάς και τους αγαπημένους μας.

[Στην Ελλάδα, εκτός από την μη-κερδοσκοπική εταιρεία ΑΝΑΣΑ (http://www.anasa.com.gr) και το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών (http://www.hcfed.gr/), μπορείτε να αναζητήσετε βοήθεια και στους Ανώνυμους Υπερφάγους (http://www.anonymoi-yperfagoi.com/). ]

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders-5 (2013). The American Psychiatric Association.

Marcus,M. D., Wing,R. R. & Hopkins,J. (1988). Obese binge eaters: Affect, cognitions, and response to behavioral weight control. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 55, 433-439.

Eldredge, K. L. and Agras, W. S. (1996), Weight and shape overconcern and emotional eating in binge eating disorder. International Journal of Eating Disorders, 19: 73–82.

Crow S.J., Peterson C.B., Swanson S.A., Raymond N.C., Specker S., Eckert E.D., Mitchell J.E. (2009) Increased mortality in bulimia nervosa and other eating disorders, American Journal of Psychiatry, 166(12) 1342-6.

Bruce, B. & Agras, W. S. (1992). Binge eating in females: A population-based investigation, International Journal of Eating Disorders, 12, 365-374.

Διατροφικές Διαταραχές: Μέρος ΙI, Ψυχογενής Βουλιμία

Image

«Όταν με πιάνει η βουλιμία, παίρνω και τρώω ό,τι βρω μπροστά μου. Τρώω ασταμάτητα μέχρι που δεν μπορώ άλλο, και πρέπει να κάνω εμετό για να μη σκάσω. Όμως, δεν τρώω επειδή πεινάω. Ποτέ δεν έχω φάει επειδή πεινούσα. Δεν τρώω φαΐ. Τρώω χαρά. Τρώω αγάπη. Όσα δε χόρτασα ποτέ τρώω. Σε όλη μου τη ζωή, δεν χόρτασα ποτέ ζωή… Δεν χόρτασα ζωή.» *

Αν φανταστούμε τις διαταραχές πρόσληψης της τροφής ως ένα νόμισμα, του οποίου η μία όψη είναι η ψυχογενής ανορεξία, τότε στην άλλη του όψη θα συναντήσουμε την ψυχογενή βουλιμία. Παρ’ ότι όλοι σχεδόν οι άνθρωποι μπορεί κάποια στιγμή να χρησιμοποιήσουν το φαγητό για να ικανοποιήσουν την συναισθηματική πείνα τους, η κατάσταση που κυριαρχεί στην ψυχογενή βουλιμία είναι τελείως διαφορετική: εδώ η υπερφαγία είναι σχεδόν καταναγκαστική και συνοδεύεται από συμπεριφορές αυτό-τιμωρίας, προκειμένου το άτομο να «επανορθώσει» για το κακό που θεωρεί πως έκανε. Παρ’ ότι σε επίπεδο συμπεριφοράς η ανορεξία και η βουλιμία διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, στον πυρήνα και των δύο κρύβονται ακραίες σκέψεις, συμπεριφορές και συναισθήματα αναφορικά με την αυτοεικόνα, το βάρος και το φαγητό.

Τι Είναι η Ψυχογενής Βουλιμία;

Η ψυχογενής βουλιμία (ή απλώς «βουλιμία») είναι μία σοβαρή διαταραχή, που χαρακτηρίζεται από συχνά και επαναλαμβανόμενα επεισόδια ακατάσχετης και υπερβολικής λήψης τροφής (υπερφαγία), συνοδευόμενα από ακραίες προσπάθειες απαλλαγής από το φαγητό, ώστε να μην πάρει το άτομο βάρος. Η ζωή γίνεται μία διαρκής πάλη ανάμεσα στην επιθυμία του ατόμου να χάσει βάρος ή να παραμείνει αδύνατο, και στην ακατανίκητη παρόρμησή του να καταναλώσει μεγάλες ποσότητες τροφής. Παρ’ ότι δεν θέλει να ενδώσει στην παρόρμηση αυτή, γνωρίζοντας πως μετά το επεισόδιο θα νιώθει ντροπή και ενοχές, το άτομο υποκύπτει ξανά και ξανά. Μετά το τέλος του επεισοδίου υπερφαγίας είναι τέτοιες οι ενοχές και ο πανικός του ατόμου για τις συνέπειες που το φαγητό θα έχει για το βάρος του, που επιδίδεται σε δραστικά μέτρα «επανόρθωσης», όπως χρήση καθαρτικών ή διουρητικών, πρόκληση εμετού, έντονη και πολύωρη γυμναστική ή ακραίες δίαιτες.

Ορισμένες φορές, η ψυχογενής βουλιμία ξεκινάει με αφορμή κάποια αυστηρή δίαιτα που κάνει το άτομο. Σε ένα 15% των περιπτώσεων, ακολουθεί την ψυχογενή ανορεξία. Σε κάθε περίπτωση, το «απαγορεύεται να φας» που λέει με αυστηρό τρόπο στον εαυτό του το άτομο, προκαλεί μία διαρκή και έντονη ενασχόληση με το φαγητό. Όσο περισσότερο στερείται το άτομο αγαπημένες τροφές και όσο περισσότερο φθάνει το σώμα του σε κατάσταση νηστείας, τόσο περισσότερο ο οργανισμός αντιδράει με μία ισχυρή λαχτάρα για τροφή. Η στέρηση, η ένταση και η καταπίεση, που επιβάλλει το άτομο στον εαυτό του σε συνδυασμό με άλλους, ψυχολογικούς κυρίως, παράγοντες εντείνονται, με αποτέλεσμα να εντείνεται μαζί τους και η λαχτάρα για φαγητό. Ένα ολίσθημα, μία μικρή δαγκωματιά από «αυτή την σοκολάτα», αλλά και ένα συναισθηματικά στρεσογόνο γεγονός στο περιβάλλον του, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για την ολική παράδοση του ατόμου, που σκέφτεται με όρους «μαύρο-άσπρο»: «αφού έφαγα μία δαγκωματιά, τα κατέστρεψα όλα και δεν έχει νόημα πια να αντιστέκομαι», «έφαγα το απαγορευμένο, κατέστρεψα τη δίαιτα» ή «είμαι άχρηστος, δεν αξίζω τίποτα». Στη διάρκεια ενός επεισοδίου υπερφαγίας το άτομο καταναλώνει πολύ μεγάλες ποσότητες τροφών, συνήθως πλούσιων σε λιπαρά και θερμίδες, μέσα σε ένα αναλογικά μικρό χρονικό διάστημα. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να λάβει 5.000 θερμίδες τρώγοντας σοκολάτες, μπισκότα, γλυκές ή/και αλμυρές τροφές μέσα σε λιγότερο από μία ώρα. Στη διάρκεια ενός τέτοιου επεισοδίου το άτομο αδυνατεί να σταματήσει να τρώει, καταναλώνει τις τροφές πολύ γρήγορα, ακατάστατα και κρυφά από τους άλλους, ενώ σταματάει μόνο όταν νιώσει αρρωστημένα χορτάτο. Η συχνότητα αυτών των επεισοδίων κυμαίνεται από δύο φορές την εβδομάδα έως και πολλές φορές μέσα στην ίδια ημέρα. Φυσικά, η όποια ανακούφιση μπορεί να φέρνει στο άτομο η υπερκατανάλωση αυτών των τροφών, δεν είναι παρά βραχύβια. Κι αυτό διότι αμέσως μετά, το άτομο κατακλύζεται από συναισθήματα ντροπής, ενοχής και αυτό-υποτίμησης. Το «δεν αξίζω τίποτα» επανέρχεται ως αυτό-μομφή για την απώλεια ελέγχου και την κατανάλωση όλων αυτών των «κακών, απαγορευμένων» τροφών. Για να επαναφέρει την αίσθηση του αυτό-ελέγχου, το άτομο αναζητά τρόπους «επανόρθωσης»: πρόκληση εμετού, χρήση καθαρτικών ή διουρητικών, έντονη και πολύωρη άσκηση, ή ακραία δίαιτα, που αγγίζει την νηστεία.

Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο: οι όποιες προσπάθειες κάνει το άτομο για να «επανορθώσει», το μόνο που καταφέρνουν είναι να ανοίξουν και πάλι τον ίδιο κύκλο: στέρηση – υπερφαγία-αυτομομφές-εμετός/δίαιτα/καθαρτικά. Και κάθε φορά που ξεκινάει μία νέα δίαιτα, κάθε φορά που υπόσχεται στον εαυτό του ότι «εντάξει, ήταν η τελευταία φορά, από εδώ και πέρα θα προσέχω», βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι έχει τη δυνατότητα να κάνει εμετό ή να χρησιμοποιήσει καθαρτικά προκειμένου να «διορθώσει» τυχόν παρεκκλίσεις του.

Ενδείξεις και Συμπτώματα της Ψυχογενούς Βουλιμίας

Όπως και στην ανορεξία, έτσι και εδώ το περιβάλλον του ατόμου είναι δύσκολο να διαγνώσει εγκαίρως την ύπαρξη ενός τέτοιου προβλήματος. Το άτομο τρώει κρυφά, αγοράζει τα τρόφιμα από διαφορετικά καταστήματα για να μην υποψιαστούν ούτε οι ταμίες κάτι, εφευρίσκει τρόπους για να μην αντιληφθούν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ότι κάνει εμετούς ή ότι χρησιμοποιεί καθαρτικά, διατηρεί ένα σχετικά φυσιολογικό βάρος, αντικαθιστά τα τρόφιμα που καταναλώνει με άλλα, κλπ. Η γενική εικόνα της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου που πάσχει από ψυχογενή βουλιμία φέρει τα ακόλουθα γνωρίσματα:

–          Μυστικότητα γύρω από οτιδήποτε αφορά το φαγητό: πηγαίνει στην κουζίνα αργά το βράδυ όταν όλοι κοιμούνται, δεν τρώει μπροστά σε άλλους, πηγαίνει μοναχό στο σούπερ-μάρκετ.

–          Καταναλώνει ασυνήθιστα μεγάλες ποσότητες τροφών χωρίς εμφανείς αλλαγές στο βάρος.

–          Ακραίες εναλλαγές υπερφαγίας-νηστείας: σπανίως θα φάει ένα κανονικό γεύμα. Οτιδήποτε έχει να κάνει με το φαγητό έχει τη μορφή «όλα ή τίποτα».

–          Απουσία αυτό-ελέγχου στην κατανάλωση φαγητού: αδυνατεί να σταματήσει να τρώει, συνεχίζει μέχρι να νιώσει άρρωστο από την υπερφαγία.

–          Χρήση διουρητικών, καθαρτικών, ή υπερβολική άσκηση: συνήθως αμέσως μετά το φαγητό. Μπορεί επίσης να περνάει πολλές ώρες στη σάουνα, ώστε να χάσει βάρος διαμέσου της εφίδρωσης.

–          Επισκέπτεται την τουαλέτα στη διάρκεια του γεύματος ή αμέσως μετά: στόχος εδώ είναι η πρόκληση εμετού. Η όποια οσμή στο άτομο ή τον χώρο καλύπτεται με καραμέλες, στοματικά διαλύματα, τσίχλες και αποσμητικά χώρου.

–          Σημάδια στις αρθρώσεις των δαχτύλων, τα δάχτυλα και τις παλάμες, που προκαλούνται από την προσπάθεια του ατόμου να προκαλέσει εμετό.

–          Συχνές αυξομειώσεις στο βάρος, που προκαλούνται από τις εναλλαγές δίαιτας/ εμετού και υπερφαγίας.

–          Διατήρηση φυσιολογικού ή ελαφρώς αυξημένου βάρους: οι άνθρωποι που πάσχουν από βουλιμία έχουν συνήθως ένα κανονικό βάρος ή κάποια κιλά παραπάνω από αυτό. Σε περίπτωση που έχουμε πολύ χαμηλό σωματικό βάρος συνοδευόμενο από εμετούς ή χρήση καθαρτικών, ενδεχομένως να μιλάμε για βουλιμικό τύπο ανορεξίας.

–          Δυσχρωμίες στα δόντια, που προκαλούνται από τα οξέα του στομάχου που έρχονται σε επαφή με τα δόντια στη διάρκεια των εμετών.

Ποια είναι τα αίτια της Ψυχογενούς Βουλιμίας;

«Δε νιώθω καλά με το σώμα μου. Κάποιος μέσα μου με επικρίνει συνέχεια για το πώς είμαι. Κι εγώ προσέχω συνέχεια, όλο αγωνία, τι τρώω, πώς φαίνομαι. Αλλά κάθε τόσο πέφτω με τα μούτρα και τρώω ό,τι βρω. Γλυκά κυρίως. Τρώω μέχρι που μου πονάει το στομάχι μου. Μάλλον αυτό προηγείται, επειδή αυτό που είμαι σήμερα είναι το σημείο όπου συναντιούνται δύο ηλικίες: το παιδί που θέλει να κάνει το δικό του, να φάει όσα γλυκά θέλει, να κάνει σκανταλιές… και κάποιος μεγάλος που το επικρίνει συνέχεια και το καταπιέζει. Το γλυκό δεν σου προσφέρει τίποτα, είναι ένα κενό. Κι εγώ όταν τρώω τα γλυκά μέχρι να πονέσω, τρώω το τίποτα, το κενό.» *

Όπως και στις υπόλοιπες διαταραχές πρόσληψης της τροφής, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο αίτιο που προκαλεί βουλιμία. Στον πυρήνα, βρίσκεται πάντα η ανάγκη για έλεγχο: ενώ στην ανορεξία το άτομο προσπαθεί να ελέγξει τα συναισθήματα και τη ζωή του διαμέσου της στέρησης τροφής, στην βουλιμία κάνει το ίδιο διαμέσου της δίαιτας, των εμετών και της υπερφαγίας. Πέριξ αυτού του πυρήνα συνυπάρχουν άλλοι, οικογενειακοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες, που συντελούν στην εμφάνιση της διαταραχής. Μεταξύ αυτών μπορεί να εντοπίσουμε κατ’ αρχάς την μη-ρεαλιστική εικόνα για το σώμα, η οποία διαμορφώνεται υπό την επίδραση των κοινωνικών προτύπων και επιταγών για ένα σώμα που, για να είναι ελκυστικό, «πρέπει» να είναι αδύνατο. Άλλωστε, έχει διαπιστωθεί πως η ψυχογενής βουλιμία είναι κυρίως μία «αστική» διαταραχή που εμφανίζεται περισσότερο στο Δυτικό κόσμο. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, όπως αυτή μπορεί να προκύψει από ένα επικριτικό και απαιτητικό οικογενειακό περιβάλλον, η τελειομανία, ένα ιστορικό παιδικής κακοποίησης ή και η κατάθλιψη, είναι προβλήματα που καθιστούν ευάλωτα τα άτομα, άνδρες και γυναίκες, στην εμφάνιση της διαταραχής. Σύμφωνα με έρευνες, γυναίκες που έχουν υποστεί κάποιας μορφής σεξουαλική κακοποίηση, καθώς και άνθρωποι με γονείς που είχαν προβλήματα εξάρτησης από ουσίες ή ψυχολογικές διαταραχές, φέρουν υψηλότερες πιθανότητες εμφάνισης ψυχογενούς βουλιμίας. Άλλες φορές, εκλυτικός παράγοντας εμφάνισης ψυχογενούς βουλιμίας είναι κάποια μεγάλη αλλαγή στη ζωή του ατόμου: η εφηβεία, η απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον για σπουδές, ή ένας χωρισμός, όπου ο εμετός και οι ακραίες δίαιτες γίνονται ένας άλλος τρόπος διαχείρισης του στρες και της συναισθηματικής έντασης ή/ και αβεβαιότητας που προξενούν οι αλλαγές αυτές στο άτομο. Τέλος, έχει παρατηρηθεί ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε χώρους, στους οποίους υπάρχουν έντονες πιέσεις για τη διατήρηση μίας καλής εικόνας και εμφάνισης (χορευτές, μοντέλα, γυμναστές, αθλητές, ηθοποιοί και τραγουδιστές, κλπ) είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην εμφάνιση ψυχογενούς βουλιμίας.

Η ψυχογενής βουλιμία είναι μία σοβαρή ψυχική διαταραχή που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υγεία – ή και την ζωή- του ατόμου. Οι σοβαρότερες συνέπειες για τον οργανισμό του πάσχοντα, προέρχονται από την αφυδάτωση, που προκαλούν οι επαναλαμβανόμενοι εμετοί και η κατάχρηση καθαρτικών και διουρητικών: λήθαργος, αρρυθμίες, αναιμία, υπόταση, βλάβες στους νεφρούς, πόνοι χαμηλά στην κοιλιά, χρόνιος πόνος στον λαιμό, ζαλάδα, γενική ατονία και αίσθηση αδυναμίας, τερηδόνα, έλκος στομάχου, αμηνόρροια, χρόνια δυσκοιλιότητα, κλπ.

Η συχνότητα της διαταραχής στον ευρύτερο πληθυσμό δεν μας είναι απολύτως γνωστή, ακριβώς επειδή οι συμπεριφορές που την χαρακτηρίζουν παραμένουν κρυφές στον περίγυρο του ατόμου. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα ποσοστά κάνουν λόγο για επίπτωση της διαταραχής στο 1% – 5 % των εφήβων και στο 1.1% – 4.2 % των γυναικών, ποσοστά τα οποία είναι υψηλότερα από τα αντίστοιχα για την ψυχογενή ανορεξία. Για τη χώρα μας, στατιστικά στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα.

Τι να κάνω;

Οι διαταραχές της διατροφής δεν διορθώνονται με τιμωρίες, υποδείξεις ή απειλές. Όπως δεν μπορούμε να αναγκάσουμε ένα ανορεξικό άτομο να φάει με το ζόρι, έτσι δεν μπορούμε να αναγκάσουμε ένα βουλιμικό άτομο να πάψει να τρώει ή να κάνει εμετούς – θα τα κάνει κρυφά, ούτως ή άλλως. Ίσως το σημαντικότερο που μπορούμε να κάνουμε για ένα δικό μας άνθρωπο που φαίνεται να αντιμετωπίζει ένα τέτοιο πρόβλημα, είναι ακριβώς αυτό: να καταλάβουμε ότι υπάρχει πρόβλημα. Εφόσον έχουμε βάσιμες υποψίες, μπορούμε να το συζητήσουμε μαζί του (πιθανώς να το αρνηθεί, αλλά πιθανώς και όχι), να ζητήσουμε την συμβουλή και την βοήθεια ενός ειδικού, ή να επικοινωνήσουμε με αρμόδιους φορείς που ειδικεύονται στις διαταραχές της διατροφής. Παράλληλα, θα του προσφέρουμε αγάπη, κατανόηση, αποδοχή, υπομονή και υποστήριξη, γνωρίζοντας όμως ότι το πρόβλημα δεν μπορούμε να το λύσουμε από μόνοι μας. Τόσο το άτομο όσο και ο περίγυρός του χρειάζονται την καθοδήγηση και τις συμβουλές ενός ειδικού, ώστε να διαμορφωθεί ένα υποστηρικτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο θα μπορέσει να βοηθηθεί ουσιαστικά.

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

* Επιλεγμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του Ν. Σιδέρη «Όπως ειπώθηκαν εκεί και ακούστηκαν: Μυστικά και αλήθειες από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή», εκδ. Μεταίχμιο

Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών (http://www.hcfed.gr/)

Μη-κερδοσκοπική εταιρεία ΑΝΑΣΑ (http://www.anasa.com.gr/main.htm)

Ενδεικτική Βιβλιογραφία και Πηγές:

Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders-5 (2013). The American Psychiatric Association.

Robert Palmer, (2004) Bulimia Nervosa: 25 years on, British Journal of Psychiatry, 185:447-448 (editorial).

Boston Children’s Hospital, Βulimia nervosa (ανασύρθηκε 13/11/2013).

Harvard Medical School Family Health Guide, Treating Bulimia Nervosa, (ανασύρθηκε 13/11/2013).

Mehler, P. (2011). Medical complications of bulimia nervosa and their treatments, International Journal of Eating Disorders 44: 95–104

Διατροφικές Διαταραχές: Μέρος Ι, Ψυχογενής Ανορεξία

Image

Χαρακτηριζόμενες από πολλούς ως ένα παράδοξο της σύγχρονης κοινωνίας, οι διαταραχές της πρόσληψης τροφής περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα προβληματικών συμπεριφορών γύρω από το θέμα του φαγητού. Στον πυρήνα τους, συναντάμε την απώλεια του μέτρου στη διατροφή του ανθρώπου, είτε αυτή έχει την μορφή της ακατάσχετης κατανάλωσης τροφών (ψυχογενής βουλιμία και επεισόδια υπερφαγίας) είτε αυτή έχει την μορφή της ακραίας και εκούσιας στέρησης τροφής (ψυχογενής ανορεξία). Δεδομένου ότι οι διαταραχές αυτές επηρεάζουν μεγάλο αριθμό ανθρώπων και των δύο φύλων, από όλες σχεδόν τις ηλικιακές ομάδες, άμεσα ή / και έμμεσα, στο παρόν και τα επόμενα δύο άρθρα θα συζητήσουμε τις τρεις κυρίαρχες μορφές διαταραχών της πρόσληψης τροφής, ξεκινώντας από την ψυχογενή ανορεξία. Στόχος είναι η ενημέρωση και η καλύτερη κατανόηση του ίδιου του ανθρώπου που μάχεται με τον ίδιο τον εαυτό του διαμέσου του φαγητού.

Τι είναι η ψυχογενής ανορεξία;

Η ψυχογενής (ή νευρική ή νευρογενής) ανορεξία είναι μία ιδιαίτερα σοβαρή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από τη δραστική μείωση της τροφής που λαμβάνει το άτομο, τον κυρίαρχο φόβο μήπως πάρει βάρος (ακόμα κι όταν το βάρος του είναι πολύ χαμηλότερο από το «φυσιολογικό») και την στρεβλή εικόνα που έχει για το σώμα του. Ειδικότερα, το άτομο περιορίζει και καταργεί από τη διατροφή του οτιδήποτε θεωρεί παχυντικό ή / και απειλητικό για το βάρος του – ουσιαστικά, σχεδόν τα πάντα. Ο έντονος φόβος μήπως πάρει βάρος και η απέχθεια που νιώθει για το σώμα του κάνουν το άτομο να νιώθει έντονο άγχος για το φαγητό και για τα γεύματα, ειδικά όταν αυτά γίνονται παρουσία άλλων ανθρώπων. Ταυτόχρονα όμως, το μοναδικό πράγμα που σκέφτεται κάθε στιγμή της ημέρας, είναι τι μπορεί και τι δεν μπορεί να φάει, πώς θα αντισταθμίσει αυτά (τα ελάχιστα) που θα φάει, πώς θα δικαιολογήσει στους άλλους το ελάχιστο ή και καθόλου που θα φάει, πόσες θερμίδες έχει το φαγητό του, πόσες θερμίδες έχει καταναλώσει και πόσες έχει κάψει μέχρι στιγμής μέσα στην ημέρα, κλπ. Όλες αυτές οι σκέψεις είναι τόσο κυρίαρχες, που εμποδίζουν τελικά το άτομο να έχει κοινωνικό χρόνο με τους φίλους και την οικογένειά του ή να εντρυφήσει σε δραστηριότητες που μέχρι πρότινος απολάμβανε. Η ζωή του, μέρα και νύχτα, γίνεται ένας αδιάκοπος αγώνας για απώλεια βάρους.

Το πρόβλημα εδώ είναι πως ο αγώνας αυτός δεν σταματάει, ακόμα κι όταν το άτομο επιτύχει το λεγόμενο «ιδανικό» ή «φυσιολογικό» βάρος, όπως αυτό ορίζεται διεθνώς με βάση τον Δείκτη Μάζας Σώματος (Body Mass Index). Αυτό συμβαίνει διότι, πέραν του έντονου φόβου του ατόμου μήπως πάρει βάρος και της αίσθησης που έχει ότι πολλές κατηγορίες τροφών είναι απειλητικές για το βάρος του, το άτομο διατηρεί μία εντελώς στρεβλή εικόνα για το σώμα του. Έτσι, παρ’ ότι αντικειμενικά είναι εξαιρετικά αδύνατο, παρ’ ότι μπορεί να έχει φθάσει να αγοράζει ρούχα από καταστήματα παιδικής ένδυσης (διότι τα νούμερα των ενηλίκων δεν του κάνουν πλέον), παρ’ ότι το νούμερο στη ζυγαριά μειώνεται διαρκώς, όταν κοιτάζεται στον καθρέπτη «βλέπει» μία εικόνα τελείως διαφορετική από αυτή που βλέπουν όλοι οι υπόλοιποι. Συχνά θα χαρακτηρίσει το σώμα του/της «χοντρό» ή θα πει πως «πρέπει να χάσω λίγο ακόμα στην κοιλιά/μέση/πόδια/γλουτούς, κλπ». Είναι κυριολεκτικά αδύνατο να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι.

Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι οι άνθρωποι με ψυχογενή ανορεξία, δεν πεινάνε – σαν να έχουν κάτι που τους κόβει την όρεξη, εξ’ ού και η ονομασία της διαταραχής. Αυτό, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένο. Οι άνθρωποι με ψυχογενή ανορεξία πεινάνε, όπως θα πεινούσε κάθε άνθρωπος που μένει νηστικός για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όμως για άλλη μία φορά, ο φόβος τους μήπως παχύνουν είναι τόσο σαρωτικός, που υπερνικά ακόμα και το βιολογικό ένστικτο της επιβίωσης.

Τύποι Ψυχογενούς Ανορεξίας

Υπάρχουν δύο τύποι ψυχογενούς ανορεξίας: στον περιοριστικό τύπο, το άτομο αδυνατίζει περιορίζοντας τον αριθμό των θερμίδων που καταναλώνει με τα γεύματά του. Εδώ θα το δούμε να κάνει ακραίες δίαιτες, να υιοθετεί συγκεκριμένα διατροφικά μοτίβα όπως χορτοφαγία ή ωμοφαγία (όπου επιτρέπεται η κατανάλωση μόνο τροφών «φυσικών», όπως μας δίνονται από την φύση, χωρίς καμία περαιτέρω επεξεργασία, π.χ. ξηροί καρποί, φρέσκα λαχανικά και φρούτα, νερό, κλπ) ή να κάνει υπερβολική γυμναστική (πολλές ώρες μέσα στην ημέρα). Στον βουλιμικό τύπο της ανορεξίας, η μείωση του βάρους εξασφαλίζεται διαμέσου του εμετού ή της χρήσης καθαρτικών και διουρητικών αμέσως μετά το κάθε γεύμα.

Ενδείξεις και Συμπτώματα της Ψυχογενούς Ανορεξίας

Ένα από τα πολλά προβλήματα που ενέχουν στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της ψυχογενούς ανορεξίας είναι το γεγονός ότι το άτομο εφευρίσκει διαρκώς δικαιολογίες και τρόπους για να ξεγελάσει τους άλλους, καταφέρνοντας έτσι να μην κινεί υποψίες προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, ειδικά στην έναρξη της διαταραχής, μπορεί να αποφεύγει γεύματα δηλώνοντας πως έχει δουλειά ή ότι δεν προλαβαίνει, ότι έχει πονοκέφαλο, ότι πονάει το στομάχι του, ότι δεν έχει όρεξη, ότι θα φάει έξω, κλπ. Παράλληλα, σπεύδει να καθησυχάσει τυχόν ανησυχίες που εκφράζονται σχετικά με το βάρος του, λέγοντας π.χ. ότι δεν έχει χάσει πολλά κιλά, ότι δεν είναι τίποτα – απλώς περνάει μία περίοδο που δεν έχει όρεξη για φαγητό, ότι έχει άγχος, κλπ. Οι ενδείξεις και τα συμπτώματα, που θα πρέπει να κινητοποιήσουν το ίδιο το άτομο αλλά κυρίως τον περίγυρό του αφορούν τόσο τη συμπεριφορά του ατόμου όσο και την εμφάνισή του:

–          Εμμονή με τις θερμίδες, την περιεκτικότητα σε λίπος και τη διατροφή γενικότερα: Διαβάζει αναλυτικά τις ετικέτες των τροφίμων, μετράει και ζυγίζει τις ποσότητες που θα φάει, διαβάζει βιβλία για δίαιτες, υπολογίζει θερμίδες.

–          Ενασχόληση με το φαγητό: σκέφτεται μόνο αυτό. Μαγειρεύει για τους άλλους (αλλά δεν τρώει και το ίδιο), συλλέγει συνταγές, διαβάζει περιοδικά με συνταγές.

–          Προσποιείται ότι τρώει ή λέει ψέματα για το τι έφαγε: κρύβει φαγητό, παίζει με το φαγητό στο πιάτο, πετάει φαγητό προκειμένου να μην το φάει, λέει ψέματα για να αποφύγει γεύματα.

–          Μυστικοπάθεια αναφορικά με το φαγητό ή περίεργες διατροφικές τελετουργίες: αρνείται να φάει με άλλους ή σε δημόσιους χώρους, κόβει το φαγητό σε μικροσκοπικά κομματάκια και με αργές κινήσεις, μασάει και φτύνει το φαγητό, θέλει να τρώει μόνο σε συγκεκριμένο πιάτο.

–          Συνεχίζει τη δίαιτα παρ’ ότι έχει χάσει βάρος: ακολουθεί κάποια πολύ αυστηρή δίαιτα, καταναλώνει μόνο τροφές με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε θερμίδες, διακρίνει τις τροφές σε καλές και κακές και αποφεύγει τις τελευταίες σε βαθμό πλήρους κατάργησης από τη διατροφή του.

–          Εμμονή με το σώμα του: ζυγίζεται πολύ συχνά, ίσως και καθημερινά. Επιθυμεί να βλέπει μόνο μείωση του βάρους, ενώ έστω και λίγα γραμμάρια παραπάνω από την προηγούμενη μέτρηση μπορεί να το ωθήσουν σε περαιτέρω νηστεία, άσκηση ή κατάχρηση καθαρτικών, προκειμένου να «επανέλθει» το βάρος εκεί που επιθυμεί.

–          Στρεβλή εικόνα σώματος: όπως προαναφέρθηκε, νιώθει παχύ ή «πολύ χοντρό» σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος.

–          Δραστική (ή και δραματική) απώλεια βάρους, η οποία σημειώνεται απότομα, γρήγορα και χωρίς να υπάρχει κάποια οργανική αιτιολογία.

–          Πλήρης άρνηση του χαμηλού του βάρους. Προσπαθεί να κρύψει την αδυναμία κάτω από ρούχα μεγαλύτερου μεγέθους, ή φορώντας πολλά ρούχα μαζί. Αν πρέπει να ζυγιστεί ενώπιον άλλου, μπορεί να πιει νωρίτερα πολύ νερό, προκειμένου να αποκρύψει το πραγματικό του βάρος.

–          Ψυχαναγκαστική ενασχόληση με την σωματική άσκηση, αεροβικού τύπου (που «καίει» θερμίδες): μπορεί να συνεχίζει την γυμναστική ακόμα κι αν έχει κάποιο τραυματισμό, αν είναι άρρωστο ή αν έχει κακοκαιρία. Η άσκηση διαρκεί αρκετές ώρες, υπερβαίνοντας τα όρια που προβλέπονται για την φυσιολογική και υγιή εξάσκηση σε καθημερινή βάση, ενώ εντείνεται ακόμα περισσότερο αν το άτομο νιώσει πως έχει καταναλώσει μεγάλες ποσότητες φαγητού ή ότι έφαγε κάτι «κακό».

–          Μπορεί να γίνεται χρήση καθαρτικών, διουρητικών και χαπιών δίαιτας: συνήθως η χρήση τους γίνεται κρυφά από τους άλλους.

–          Εμετός μετά το γεύμα: μετά το γεύμα, ή και στη διάρκεια αυτού, το άτομο μπορεί να εξαφανίζεται ή να πηγαίνει στην τουαλέτα. Για να μην υποψιαστεί κανείς, μπορεί να αφήσει τη βρύση ανοιχτή και να χρησιμοποιεί στοματικά διαλύματα ή καραμέλες.

Ποια είναι τα αίτια της Ψυχογενούς Ανορεξίας;

Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν είναι ούτε απλή, ούτε εύκολη. Πρόκειται για μία περίπλοκη διαταραχή, τα αίτια της οποίας μπορεί να κρύβονται σε ένα συνδυασμό κοινωνικών / πολιτισμικών, οικογενειακών, ψυχολογικών και βιολογικών παραγόντων. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η ψυχογενής ανορεξία, όπως και όλες οι διαταραχές πρόσληψης τροφής, δεν έχει να κάνει με την τροφή καθεαυτή. Όλες αυτές οι συμπεριφορές είναι συμπτώματα βαθύτερων προβλημάτων όπως η κατάθλιψη, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η δυσκολία έκφρασης των συναισθημάτων, η μοναξιά, η ανασφάλεια, η τελειομανία ή η ανάγκη για έλεγχο. Για αυτά και άλλα προβλήματα, κάποιοι άνθρωποι εμφανίζουν ψυχογενή ανορεξία ως μέσον ικανοποίησης μίας ανάγκης: για παράδειγμα, η αίσθηση ότι δεν ελέγχουν την ζωή τους καλύπτεται με τον απόλυτο έλεγχο επί της τροφής, ενώ η δυσκολία διαχείρισης μίας συναισθηματικής έντασης κρύβεται κάτω από τη διαρκή σκέψη για το φαγητό, τις θερμίδες και τα κιλά. Συχνά, άνθρωποι με ψυχογενή ανορεξία χαρακτηρίζονται από τελειομανία, είναι τα «καλά» παιδιά της οικογένειας που κάνουν πάντα ό,τι τους πουν, προσπαθούν να είναι καλοί σε όλα και θέλουν να ευχαριστούν τους άλλους. Παρά το ήρεμο εξωτερικό περίβλημα, μέσα τους μπορεί να νιώθουν αβοήθητοι, ανεπαρκείς και άχρηστοι. Στα δικά τους, υπερβολικά αυστηρά μάτια, όχι μόνο δεν είναι τέλειοι, είναι εντελώς αποτυχημένοι. Οι πιέσεις του πολιτισμικού πλαισίου, που προάγει την ομορφιά και το αδύνατο σώμα, συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό, χωρίς ωστόσο να αρκούν από μόνες τους για την εκδήλωση της διαταραχής. Φυσικά, σημαντικός είναι ο ρόλος και της οικογένειας: ένα περιβάλλον που πιέζει το κορίτσι να είναι λεπτό και όμορφο για να το αγαπήσουν οι άλλοι, που στέλνει το κορίτσι σε δραστηριότητες που απαιτούν λεπτό σώμα, όπως μπαλέτο ή ρυθμική γυμναστική, που είναι επικριτικό ή δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στην ομορφιά και το λεπτό σώμα, μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση ψυχογενούς ανορεξίας στο παιδί. Κάποιοι επιστήμονες έχουν επισημάνει και την βιολογική προδιάθεση για ψυχογενή ανορεξία: αν ένας συγγενής έχει ανορεξία, τότε το κορίτσι φέρει 10-20 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσει ανορεξία σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Η ψυχογενής ανορεξία είναι μία ψυχική πάθηση που εκδηλώνεται κυρίως σε κορίτσια ηλικίας 10-24 ετών, χωρίς να αποκλείεται η εκδήλωση της πάθησης σε αγόρια, καθώς και σε γυναίκες και άνδρες ηλικίας άνω των 24 ετών. Είναι επίσης η ψυχική πάθηση με το υψηλότερο ποσοστό πρόωρης θνησιμότητας έναντι όλων των άλλων ψυχικών παθήσεων. Οι οργανικές συνέπειες για τον πάσχοντα είναι πολλές και είναι αυτές που παρατηρούνται σε περιπτώσεις υποσιτισμού: μείωση της ενεργητικότητας, ατονία, ζαλάδες, λιποθυμικές τάσεις, τριχόπτωση, αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο (λόγω ορμονικών διαταραχών), αλλαγές στο χρώμα του δέρματος, υποθερμία, υπόταση, αμηνόρροια, δυσκοιλιότητα, εγκεφαλική ατροφία, πρώιμη οστεοπόρωση. Οι περισσότερες από αυτές τις συνέπειες είναι αναστρέψιμες, με εξαίρεση την οστεοπόρωση και την εγκεφαλική ατροφία.

Τι να κάνω;

Αν διαβάζοντας το κείμενο υποψιάζεστε ότι κάποιος δικός σας άνθρωπος μπορεί να πάσχει από ψυχογενή ανορεξία, το χειρότερο που μπορείτε να κάνετε είναι να τον προσεγγίσετε με δηλώσεις του τύπου «θα πεθάνεις αν δεν φας» ή με πιέσεις για να φάει. Όχι μόνο δεν θα σας ακούσει, αλλά μπορεί και να επιδεινώσετε την κατάσταση. Η ανορεξία δεν είναι ένα πρόβλημα που λύνεται με μία τιμωρία, μία απειλή ή μία υπόδειξη. Όπως σε κάθε άλλη ψυχική διαταραχή ή πρόβλημα, για να μπορέσει να βοηθηθεί ουσιαστικά ο άνθρωπος με ψυχογενή ανορεξία, πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσει ο ίδιος ότι έχει πρόβλημα και πως του είναι αδύνατο να το διαχειριστεί μόνος του. Αυτό από μόνο του δεν είναι απλό, ούτε «λογικό»: είναι τέτοιος ο φόβος του μήπως πάρει κιλά, που κυριολεκτικά εκτοπίζει και ακυρώνει κάθε επιχείρημα υπέρ της υγείας του. Ο άνθρωπός σας χρειάζεται υποστήριξη, κατανόηση, υπομονή, αγάπη, ένα πρότυπο υγιεινής διατροφής και ζωής και, κυρίως, την καθοδήγηση μίας ομάδας ειδικών που θα φροντίσουν για την οργανική και την ψυχική του υγεία. Για πληροφορίες, συμβουλές και περαιτέρω στήριξη για όλες τις διαταραχές πρόσληψης τροφής μπορείτε να επικοινωνήσετε είτε με κάποιον εξειδικευμένο σύμβουλο ψυχικής υγείας ή με αρμόδιους φορείς, όπως το Ελληνικό Κέντρο Διατροφικών Διαταραχών (http://www.hcfed.gr/) ή την μη-κερδοσκοπική εταιρεία ΑΝΑΣΑ (http://www.anasa.com.gr/main.htm).

Α. Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Sullivan, P. (1995). Mortality in Anorexia Nervosa. American Journal of Psychiatry, 152 (7), 10731074.

Casper, Regina C., & Davis, John M. (1977), On the course of anorexia nervosa, The American Journal of Psychiatry, Vol 134(9), 974-978.

Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders-5 (2013). The American Psychiatric Association.

Sidiropoulos, M. (2007). Anorexia Nervosa: The Physiological Consequences of starvation and the need for primary prevention efforts. McGill Journal of Medicine, January (10)1.